“Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο”: Νίκος Γκάτσος

Αμοργός (αποσπάσματα)

Kαι μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Mη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Eίναι των Tούρκων συμπεθεριό των Aυστραλών πανηγύρι
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
Kαι τόνε κλαίνε κι αυτές
Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Mε τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελλάρι
[...]
Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.
Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.
[...]
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ’ άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα ‘χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα ‘χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ’ το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα ‘ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη…
[...]
Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.
Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.
Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.
Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.
Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.
Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Φωτό: Γκάτσος Νίκος, Χατζιδάκις Μάνος.

από το Aμοργός, Ίκαρος 1987

Νίκος Γκάτσος

(διαβάζει: Φυσσούν Πέτρος, Ανέκδοτη ηχογράφηση, 1962)

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Μια συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Παντελή Βούλγαρη

“Γ.Κ. Ξέρεις, λένε ότι θες να δείξεις, ότι ο Εμφύλιος οφείλεται κυρίως στους ξένους, κι ότι βγάζεις λάδι τους Έλληνες. Αυτή είναι η βασική επίκριση, που υπάρχει σε όλα τα κείμενα. Κριτική, την οποία παραδόξως την ασκούν και κάποιοι οι οποίοι είναι από την άλλη πλευρά, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι επικρίνουν τους αντάρτες κυρίως ως υπαιτίους του Εμφυλίου, όπως ο Ριχάρδος Σωμερίτης και άλλοι, οι οποίοι λένε πως στους Αμερικάνους τα φορτώνει πάλι, δηλαδή είναι αμφίπλευρα τα βέλη, αλλά ταυτόσημη η κριτική.
Π.Β. Εγώ δεν μπορώ να απαντήσω σε όλα αυτά, αλλά μιλάμε για το 1949. Το 1949 είχε ξεκαθαρίσει το τοπίο και οι παρεμβάσεις των δύο αντίπαλων στρατοπέδων των ξένων. Και του αμερικάνικου παράγοντα και του σοβιετικού. Η εξήγηση που δίνω εγώ είναι ότι ο Σωμερίτης ή οι υπόλοιποι θέλανε, ζητάγανε, μια πανοραμική προσέγγιση του Εμφυλίου, η οποία δεν είναι απαραίτητη για ένα έργο τέχνης και γι’ αυτό φέρνω παράδειγμα βιβλία και την ποίηση που από εκεί δεν ζητούν αυτό. Γιατί ζητούν από τον κινηματογράφο, τι είναι ο κινηματογράφος; Δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ, δεν είναι η ιστορία του Μανθούλη, που έκανε 8 επεισόδια για τον Εμφύλιο στην ΕΡΤ. Αυτή είναι η απάντησή μου..”

Απόσπασμα από τη συνέντευξη στο περιοδικό Άρδην.


Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Αυτόφωτα ως τα οπίσθια των πυγολαμπίδων: Εμμανουήλ Ροΐδης

Το 1866 εκδίδεται στην Αθήνα ένα βιβλίο που έμελλε να ταράξει τα νερά των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής και να φέρει φουρτούνα στους εκκλησιαστικούς. Η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη, ένα βιβλίο το οποίο επιγράφεται ως Μεσαιωνική Μελέτη και βρίθει παραπομπών και υποσημειώσεων, είναι στην ουσία ένα σατυρικό μυθιστόρημα που, σύμφωνα με τον καθηγητή λογοτεχνίας κύριο Δημήτρη Δημηρούλη, υπονομεύει τόσο το λογοτεχνικό θεσμό όσο και τις κοινωνικές συμβάσεις.

H επόμενη επιστολή είναι γραμμένη από τον Εμμανουήλ Ροΐδη και αποτελεί   μέρος της απάντησης του συγγραφέα προς τους επικριτές του. Βρίσκεται ως παράθεμα σε αρκετές εκδόσεις του βιβλίου  του Πάπισσα Ιωάννα. Αποτελούν καθαυτές μια οξυδερκή και εμπνευσμένη πραγματεία γύρω από το ζήτημα της ηθικής και της σάτυρας ανά τους αιώνες. Ο ίδιος είχε παρομοιάσει το ύφος του με την μέθοδο της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα. Αυτό ήταν, όπως εξηγούσε, ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον», δηλαδή ο μόνος τρόπος για να κρατάει σε ενδιαφέρον και εγγρήγορση τον (απαίδευτο) Έλληνα αναγνώστη.

Την πρώτη επιστολή εντόπισα στην εφημερίδα του Αγρινίου Η Νέα Εποχή.

Aγρίνι 1 Μαΐου 1866

Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,

Το όνομά μου είναι Σουρλής κατοικώ εις το Αγρίνι κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος, υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ’ ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα’ προ δώδεκα χρόνων, μού επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μείνω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφησε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δεκανίκια’ επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ’ ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ’ εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς καί φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον,… τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ώς ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρον και τους άλλους μικροτέρους των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον.

Αλλ’ αυτή είναι μαύρη συκοφαντία’ διότι εξεναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ’ ας αφήσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κύριε εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου’ το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν το χειμώνα ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην, καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου.

Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα, δια να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ δια να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν’ ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου… Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος, με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.

"Ὁ πολὺ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος συνίσταται ἐκ πεντήκοντα χιλιάδων ἀνθρώπων γνωριζόντων ἀνάγνωσιν καὶ ἀνορθογραφίαν καὶ τρεφομένων ὑπὸ ἑνὸς ἐκατομμυρίου ἀγραμμάτων φορολογουμένων. Ἀλλ᾿ οὔτε οἱ ἀγράμματοι οὖτοι δύνανται ν᾿ ἀναγνώσωσι τὸν ὑπὲρ αὐτῶν συνηγορούντα Ἀσμοδαῖον, οὔτε παρὰ τῶν ἐν πρυτανείῳ τρεφομένων ἀναγνωστῶν τοῦ δυναταὶ οὖτος να ἐλπίσῃ, ὅτι χάριν αὐτοῦ καὶ τῆς πατρίδος θέλουσιν ἀνταλλάξει ἀντὶ ποδιὰς μαγείρου ἢ βελόνης ὑποδηματοποιοῦ τὸ εὐγενὲς ἐπάγγελμα τοῦ κοσμεῖν τὰς στήλας τοῦ προϋπολογισμού." Ἀσμοδαῖος ἦταν τὸ ὄνομα τῆς σατιρικῆς ἐφημερίδας ποὺ ἐξέδιδε ὁ Ῥοΐδης μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1876. Θεοτούμπης ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ψευδώνυμα ποὺ χρησιμοποιοῦσε στὰ ἄρθρα ποὺ ἔγραφε γιὰ τὸν Ἀσμοδαῖο.

Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα εν νεοφανές βιβλίον, επιγραφόμενον «Πάπισσα Ιωάννα» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του, ότι δηλαδή ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις ένα σωρόν εφημερί­δας Χάρτην, Αλήθειαν, Independance, Παλιγγενεσίαν, Αυγήν, Εθνοφύλακα, Ομόνοιαν, Βυζαντίδα, Χρυσαλλίδα κτλ. κτλ., αι οποίαι το εσύσταινον ως ευφυέστατον, λίαν κακόηθες, χαριτόβρυτον, βορβορώ­δες, πολυμαθέστατον, κακόσχολον, θελκτικώτατον, αηδές, αξιάγαστον, ατιμωτικόν και ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλωναν τον εν με το άλλο. Μέσα εις τον φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβα­σμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «όργανον του Σατανά» και «κακούργον», το δε βιβλίον λοιμώδες, φθοροποιόν, έχιδναν ικανήν ολόκληρον οικίαν να δηλητηριάση κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας υπoγραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την ανάγνωσιν του βλα­σφήμου συγγράμματος, δια να μη «βλαβώσιν ηθικώς και.. σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν επονοκεφάλησα δια να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι’ εγώ, δια να σχηματίσω γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είναι ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας αλλ’ αν έσφαλα εγώ από περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον Καρυστίας, ο οποίος μ’ έφερεν εις πειρασμόν’ αν έγινα εγώ Εύα, εκείνος είναι ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.

Ανέγνωσα λοιπόν κι’ εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την ιδικήν μου γνώμην ή μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα, κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των. Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μαρτυρίαν, περί συντάγματος και πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς ποτέ να καταδεχθουν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι δια τοιούτου είδους πράγματα. Πρό μηνών ανεφέ­ρετε με θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος Αγίου, κατώρθωσε ν’ ανασκευάση τον Pενάν χωpίς να τον αναγνώση. Το πράγμα είναι καθ’ εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον, αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είναι ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσους πολλούς Ρηγοπούλους βλέπετε καθ’ ήμέραν, ώστε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα.

Τοῦτο ὅμως ἐσυλλογίσθην, ὅτι μετὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνας οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξιππασθέντες ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς πανηγύρεως, τὴν συρροὴν τοῦ τόσου κόσμου, τὴν παρουσίαν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πριγκήπων, τὰς σημαίας, τὰ σαλπίσματα, τὰς φωτοχυσίας, τὰς μουσικὰς καὶ τοῦ Λούη τὰς τιμάς, ἐκατάντησαν ὅλοι ἀθλομανεῖς.Ἐγὼ ἤθελα μόνον νὰ σᾶς ὑποδείξω ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ τόσα ἔτη βοᾶ ὅλος ὁ κόσμος κατὰ τοῦ κονιορτοῦ, τῆς λάσπης, τῶν λάκκων καὶ τῆς δυσωδίας καὶ ματαίως ἀγωνίζεται ὅλος ὁ τύπος νὰ φέρῃ εἰς θεογνωσίαν τοὺς δημοτικούς μας ἄρχοντας καὶ τὴν ἀστυνομίαν, καλὸν ἴσως θὰ ἦτο ν᾿ ἀποταθῆ σήμερον πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ εἰς τὴν ἀγωνομανίαν, νὰ προσπαθήση δηλαδὴ νὰ πείση τοὺς φιλάθλους ὅτι χωρὶς πνεύμονας ὑγιεῖς ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρξουν μυῶνες ἰσχυροί· ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξακολουθοῦν ν᾿ ἀναπνέουν τὰς ἀναθυμιάσεις τῆς Πλάκας, τῆς Βάθειας, τῆς Παλαιᾶς Ἀγορᾶς, τοῦ Ροδακιοῦ καὶ τοῦ Βαθρακονησίου, χάνουν τὸν καιρόν των γυμναζόμενοι καὶ ὀνειρευόμενοι τὰς δάφνας τοῦ Λούη, τοῦ ροφῶντος καθαρὸν ἀέρα εἰς τὸ Μαρούσι, ἢ τῶν ἀθλητῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου σκουπίζονται οἱ δρόμοι τετράκις τὴν ἡμέραν καὶ καταδικάζονται εἰς βαρὺ πρόστιμον οἱ ρίπτοντες ἀπὸ τὸ παράθυρον, ὄχι κοφίνια σκουπιδίων, ἀλλὰ καὶ μίαν μαραμένην ἀνθοδέσμην.Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης - Οἱ Ἀθηναϊκοὶ δρόμοι.

Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδoς του θεόπνευστος προφήτης, ομιλών καί αποφασίζων περί ,πραγμάτων τα οποία ποτέ δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσoφος έλεγεν εις τους κατοίκους της πρωτευούσης σας:
Ω Αθήνα, πρώτη χώρα,
τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!
αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαϊδάρους έπρεπεν ο ποιητής να είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας, χωρίς να υπoπέσoυν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν.

"Ἡ ἡμετέρα ἡρωίς, ὅτε κατὰ πρώτον εἰσήχθη εἰς τὰ ἰδιαίτερα δωμάτια τῆς αὐτοῦ ἁγιότητος, μόλις ἐτόλμα νὰ θέσῃ τὸν πόδα ἐπὶ τῶν παχυχνόων ἐκείνων ταπήτων τῆς Ἀνατολῆς, ἐφ᾿ ὧν ἤθελε τὶς ἐπιθυμήσει νὰ ὀλισθήση ὡς οἱ ἵπποι τοῦ Ἐριχθονίου, τῶν ὁποίων τὰ πέταλα, ὅτε ἔτρεχον, μόλις ἤγγιζον τὰς ἄκρας τῶν ἀνθέων. Ὅτε δὲ ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ ἀρχηγοῦ της Χριστιανοσύνης, καθημένου ἐπὶ πορφυροχρύσου θρόνου, ἐν μέσῳ ἀργυρῶν κανίστρων, ὁλοχρύσων γαβαθῶν, σμαραγδοστολίστων θυμιατηρίων καὶ ἄλλων κειμηλίων, τοσούτων ὑπὸ τῆς λάμψεως ἐκείνης ἐθαμβώθη, ὥστε ἂν ἐλάμβανεν ἀνάγκη νὰ πτύσῃ, μόνον εἰς τὸ ἐῤῥυτιδωμένον πρόσωπον τοῦ ἁγιωτάτου πατρὸς ἤθελε τολμήσει νὰ πράξῃ τοῦτο, μὴ εὑρίσκουσα εἰς τὸν ἀστράπτοντα ἐκεῖνον θάλαμον ῥυπαρώτερον μέρος."

Το κατ’ εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη του κόσμου, και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα’ αλλά να τους μιμηθώ ούτε δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλο­γιστώ. Πριν αποφασίσω να είπω την γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ. Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθήναιος και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος δια τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία’ ο δέ άλλος τρόπος, να λέγω δηλαδή ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζω περί του τι είπαν οι άλλοι, αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυ­είς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται έχουν τα ίδια προνόμια’ λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι χρησμοί Πυθίας, η οποία καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη από εν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ’ οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ούχ ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας, ομιλούντες περί ήθικης, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης… πρωτοτυπίας. Ούτω Π.χ. ο «Χάρτης» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα την ευφυίαν, την γλαφυρότητα, την αττικήν χάριν, και τ’ άλλα προτερήματα του συγγραφέως της «Ιωάννας», κατηγορεί έπειτα αυτόν διότι εισήγαγεν εις την Ελλάδα τον άσεμνον ρωμαντισμόν των Φράγκων, του οποίου ιδρυταί είναι, κατά τον «Χάρτην» ο «Πιρόν και ο Παρνύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού, όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοί του εφευρή­καν τον ρωμαντισμόν. Παρακάτω ευρίσκομεν ότι ο Ναπολέων εκάλλυνε την δύναμιν της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί τέλους φαντάζεται ο αρθογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του άρθρου του – τούτο δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ. Ροiδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χάρτην» ήνοιξα τον «Εθνοφύλακα», ο οποίος εύχεται να «επανέλθη η Εκκλησία εις την εποχήν των μαρτύρων»! Τούτο το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον’ πιστεύω ακόμη ότι, αν επρότειναν εις τον αξιότιμον συντάκτην κ. Αναγνωστό­πουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον βράσουν δηλαδή, να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι. Κατωτέρω ο ίδιος αρθρογράφος βεβαιώνει ότι «αι νεώτεραι κοινωνίαι έστρεψαν τα νώτα μετά βδελυγμίας εις πάσαν αντιχριστιανικήν ιδέαν». Άμποτε να ήτο τούτο αλήθεια’ αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά εκδόσεις, του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε ακούονται έως το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Αυγής» σας ο συντάκτης λέγει ότι η «Ιωάννα» έχει «το προτέρημα να τον κρατή ώρας ολοκλήρους επ’ αυτής ανυπόμονον να εμκμυζήση τα πολλά θέλγητρά της», και παρακάτω ότι είναι βιβλίον «βορβορώδες καί αηδές»’ αι δύο αύται φράσεις δεν σας φαίνονται ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον Πύρρω­να, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν, πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν’ άλλος πάλιν… Αλλά αγρι­νιώτικη απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων σας, το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα γίνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος, συνίσταται εις το ν’ αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρονος, του Πιρόν καο Βοναπάρτε, αλλά να μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Αληθείας», ήτις επήνεσε την «Ιωάνναv» διά το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε να λαμβάνουν ως πρότυπον καο υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με ευαγγελικήν πραότητα δεν ονόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον «όργανον του Σατανά, έχιδναν, κακοήθη κακούργον», ή τον αξιότιμον συντάκτην του “Ανατολικού Αστέρος» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά τό όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον ατιμωτικόν. Και επειδή έτυχε περί καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με έθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλαδή ενός φίλου μου, όστις διίσχυρίζετο προχθές εις τό καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν μ’ αυτό τα υποδήματά των.

Αλλ’ η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι με την γεροντικήν μου πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι’ άλλη φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την αρχήν των όσα είχα να σας είπω περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε δούλον και συνδρομητήν σας.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ

Βιογραφικά και άλλα στοιχεία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Έργα του Ε. Ροΐδη μπορείτε να βρείτε στον πολύτιμο  ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου.

Τα τεύχη του περιοδικού Ασμοδαίος, μπορείτε να τα κατεβάσετε από εδώ.

Τσάρκα στα σοκάκια: Αντώνης Καλογιάννης

Το σιγοτραγουδάω εδώ και δυό τρεις μέρες…ας το ποστάρω λοιπόν.

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Άς υποθέσουμε: Κώστας Καρυωτάκης.

Αισιοδοξία

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.

Aς υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση

μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού

θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού

και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: , , . 4 σχόλια »

Το μπλούζ του εργατόπαιδου

Αυτό το τραγούδι είναι ‘Γιάννενα”, εκεί το πρωτοάκουσα, τις εποχές που ακούγαμε ακόμα ‘Πάυλο”. Θα ξαναπάω σε λίγες ώρες, μετά από χρόνια.Ίσως συνεχίσω το σημείωμα μόλις γυρίσω. Καλημέρα.

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Έργα καλλιτεχνών που αγνοούσα:Φωτάκις, Σαντοριναίος, Σακαγιάν, Βλαχόπουλος, Σάλτας…

Τα έργα εντόπισα σε ιστοσελίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα τα οποία βρέθηκαν προφανώς στην κατοχή του δήμου όλα τα προηγούμενα χρόνια. Παρουσιάζονται μάλλον αταξινόμητα και ανήκουν, όσο μπόρεσα να συμπεράνω, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, τάσεις και καλλιτεχνικά ρεύματα. Ελαφρώς τεμπέλικα είπα να ενισχύσω με ολίγη «τέχνη» το ιστολόγιο και ανέβασα μερικά τα οποία μου κίνησαν το ενδιαφέρον.

Ολόκληρη την ενδιαφέρουσα συλλογή μπορείτε να τη δείτε ΕΔΩ.

Θα μείνω πάντως με την απορία: αφού κάνουν που κάνουν τον κόπο να ανεβάζουν ψηφιακά αρχεία παλιών εφημερίδων, ας το κάνουν σε τέτοια ανάλυση ώστε να μπορούμε να τις δ ι α β ά ζ ο υ μ ε. Δημόσια περιουσία είναι στο κάτω κάτω. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο(;) υπάρχουν πολλοί που ενδιαφέρονται για χίλιους λόγους για το αρχείο, άλλα δεν έχουν το χρόνο να τρέχουν επί τόπου. Λίγα πιξελάκια παραπάνω δε χάλασε ο κόσμος, δεν μπορεί αυτό που καταφέρνει ο μέσος μαθητής Γυμνασίου με εξοπλισμό 300 ευρώ να μην το έχουν προβλέψει άνθρωποι ε π α γ γ ε λ μ α τ ί ε ς. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Σε γλώσσα ρεμπέτικη: Ο Μάρκος γράφει και τραγουδά για την περίοδο του πολέμου και της κατοχής, (μέρος β’)

Το πρώτο μέρος, μαζί με κάποιες προσθήκες που έκανα, μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

To αρχηγείο των S.S. στην οδό Μέρλιν, στο κέντρο της Αθήνας. Ο Μάρκος γράφει: "Είδα κάτι αίματα στα ντουβάρια από δάκτυλα ανθρώπων, αίμα ανθρωπινό, και μου φώναζαν μερικοί ότι γύρισε, έλα από εδώ να σου πούμε, για να πας στα σπίτια μας, να πεις ότι αύριο θα μας τουφεκίσουν."

Ο Μάρκος  φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητός, ως μουσικός και ως τύπος. Εδώ ανοίγουμε μια παρένθεση, πρίν προχωρήσουμε παρακάτω: παρά τη διαδεδομένη αντίληψη για την, κατά κάποιο τρόπον, «αντιεξουσιαστική» διάσταση του ρεμπέτικου, στην πραγματικότητα οι περισσότεροι ρεμπέτες, κοίταζαν τη δουλειά τους, όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Μάρκος. Παρακάτω θα πούμε, με άλλη αφορμή, λίγα περισσότερα γι’ αυτό, καθώς και για την αρνητική στάση των «κουμουνιστών» απέναντι στα χασικλίδικα τραγούδια. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »

“Φώναξα στις πύλες κι η φωνή μου πήρε τη θλίψη των φονιάδων…”

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Σε γλώσσα ρεμπέτικη: Ο Μάρκος γράφει και τραγουδά για την περίοδο του πολέμου και της κατοχής, (μέρος α’).

Μάρκος Βαμβακάρης - Αυτοβιογραφία. Συγγραφέας: Αγγελική Βέλλου Κάιλ Εκδόσεις: Παπαζήσης 1978.

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »