Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Τι είπε ο κ. Γ. Παπανδρέου στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου


Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Πανεπιστήμιο Humboldt στο Βερολίνο

22-02-2011  Αθήνα, 22 Φεβρουαρίου 2011*

 

"Όπως είχε πει κάποτε ο Arthur Schopenhauer, απόφοιτος αυτού του Πανεπιστημίου, «κάθε χώρα γελοιοποιεί άλλες χώρες και έχουν όλες δίκιο». Όταν ήμουν Υπουργός Παιδείας, μαζί με τους ομολόγους μου από την Βουλγαρία και την Τουρκία, ζητήσαμε από την UNESCO να συγκρίνει τα βιβλία της ιστορίας μας. Το συμπέρασμα ήταν ότι όλοι λέγαμε το ίδιο: η άλλη πλευρά είχε άδικο."

Κυρίες και κύριοι, κύριε Πρόεδρε Jan-Hendrik Olbertz, κύριε Καθηγητά Perniche, κυρία Marie-Therese Haeusler, Υποδιευθύντρια του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Βερολίνο,

Αισθάνομαι  μεγάλη τιμή και συγκίνηση που  απευθύνομαι σήμερα σε εσάς, επειδή τόσο ο πατέρας μου, όσο και ο παππούς μου, είχαν βρεθεί εδώ, υπό διαφορετικές ιδιότητες, αλλά και λόγω της ιστορίας του Πανεπιστημίου, καθώς και γιατί μου δίδεται η ευκαιρία να απευθυνθώ στη νέα γενιά της Γερμανίας.

Επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Βερολίνο σε ηλικία 16 ετών. Έφυγα από το Βερολίνο με δύο πολύ ζωντανές εικόνες. Η πρώτη ήταν εκείνη μιας ντισκοτέκ στο Δυτικό Βερολίνο, όπου έβλεπα τη γερμανική νεολαία να χορεύει ροκ. Χόρευα μαζί τους. Η μουσική ροκ τότε, ήταν κάτι σαν το σημερινό Twitter ή το Facebook, που χρησιμοποιούν πολύ οι νέοι. Ήταν η κοινή μας γλώσσα, ένας μοναδικός χώρος που μοιραζόμασταν. Ξεπερνούσε τα όρια των πολιτισμών μας και μας συνέδεε μ’ ένα πνεύμα, το πνεύμα της ελπίδας, της αλλαγής, ακόμα και της επαναστατικής αλλαγής.

Η δεύτερη  εικόνα ήταν, φυσικά, η συγκλονιστική εμπειρία τού να διασχίσεις το τείχος από το Ανατολικό Βερολίνο στο Δυτικό, για να βρεθείς στον ελεύθερο κόσμο. Είχα σκεφτεί τότε, «δεν αισθάνομαι την ίδια ελευθερία». Εκείνη την εποχή, ο παππούς μου βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό στην Ελλάδα, ενώ εγώ και όλη μου η οικογένεια ήμασταν εξόριστοι στην Σουηδία.

Η Ελλάδα, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, τελούσε υπό δικτατορία και πολλοί δημοκράτες βρίσκονταν στη φυλακή ή στην εξορία, ακόμα κι εδώ, στην Γερμανία. Γιατί; Επειδή, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της δικτατορίας, «δεν ήμασταν έτοιμοι για Δημοκρατία». «Αν είχαμε πραγματική Δημοκρατία», έλεγαν, «η Ελλάδα θα γινόταν κομμουνιστική». Ήταν συνεπώς προτιμότερο να υποστηρίζεται ένας δικτάτορας, παρά να υπάρχει κομμουνιστικό καθεστώς. Όχι, δεν μιλώ για ισλαμικό καθεστώς, αλλά για κομμουνιστικό.

Το επιχείρημα του ισλαμικού καθεστώτος χρησιμοποιείται σήμερα από τα σημερινά απολυταρχικά καθεστώτα, σε αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Η φιλοσοφία, όμως, είναι η ίδια: «ο λαός δεν είναι ώριμος για Δημοκρατία». Ή «η Δημοκρατία δεν ταιριάζει στις μουσουλμανικές ή τις ανατολικές κουλτούρες».

Τι σχέση  έχουν αυτά, όμως, με την κατάσταση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη; Πρώτον, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τη σημερινή κρίση, πρέπει να απαλλαγούμε από τα στερεότυπα. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Γερμανία, τους τελευταίους μήνες, πολλές αναλύσεις βασίστηκαν μάλλον σε στερεότυπα, παρά σε πραγματικά γεγονότα. Δεν διατείνομαι ότι η υπερβολική κριτική που ασκήθηκε δεν ξεκίνησε από έγκυρα επιχειρήματα, με βάση την Ελλάδα.

Πράγματι, η  Ελλάδα δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις  της ως μέλος της Ευρωζώνης. Το έχω τονίσει επανειλημμένα. Αφήσαμε το έλλειμμά μας να διογκωθεί και το χρέος μας να φθάσει σε πρωτοφανή ύψη. Η ανταγωνιστικότητά μας μειωνόταν συνέχεια, το ίδιο και η αξιοπιστία μας. Η αξιοπιστία μας, απέναντι στους εταίρους μας είχε παντελώς χαθεί.

Η προσπάθεια κατανόησης μιας περίπλοκης κατάστασης, όμως, με τη χρήση υπεραπλουστευμένων στερεοτύπων, δεν είναι εποικοδομητική, ούτε δίκαιη, ούτε ακριβής και, σε τελική ανάλυση, δεν μας βοηθά να λύσουμε το πρόβλημα, αν κάνουμε λάθος διάγνωση.

Για παράδειγμα, το να αποκαλούνται οι Έλληνες «τεμπέληδες», απέχει μακράν της πραγματικότητας. Οι Έλληνες δουλεύουν τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη – το έχω διασταυρώσει – κατά μέσο όρο, 42 ώρες την εβδομάδα, σύμφωνα με την Eurostat.

Όπως είχε πει κάποτε ο Arthur Schopenhauer, απόφοιτος αυτού του Πανεπιστημίου, «κάθε χώρα γελοιοποιεί άλλες χώρες και έχουν όλες δίκιο». Όταν ήμουν Υπουργός Παιδείας, μαζί με τους ομολόγους μου από την Βουλγαρία και την Τουρκία, ζητήσαμε από την UNESCO να συγκρίνει τα βιβλία της ιστορίας μας. Το συμπέρασμα ήταν ότι όλοι λέγαμε το ίδιο: η άλλη πλευρά είχε άδικο.

Δεύτερον, πιστεύω ότι η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε στην Ευρώπη, αλλά και πέραν αυτής, είναι πρόκληση δημοκρατική. Είναι ίσως παράδοξο να μιλάει κανείς για τα χρηματοοικονομικά, λέγοντας ότι πρόκειται για δημοκρατική πρόκληση. Γι’ αυτό, όμως, κύριε Perniche, έχετε δίκιο. Χρειαζόμαστε μια κοινή πολιτική, με δημοκρατικές διαδικασίες. Και η Δημοκρατία στο σημερινό κόσμο δεν είναι κάτι το εύκολο. Η Δημοκρατία είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που απαιτεί χρόνο για να κατασκευαστούν όλα τα στοιχεία που την οικοδομούν, προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργία της.

Αντιμετωπίζουμε προκλήσεις. Προκλήσεις, όπως αυτές που βλέπουμε και σε αυτή την αίθουσα. Η πρόκληση είναι να φροντίσουμε ώστε η Δημοκρατία να επιτρέπει σε όλες τις ιδέες να εκφράζονται, αποφεύγοντας πολώσεις και απολυταρχισμό. Πιστεύω ότι αυτή είναι μια καθολική απαίτηση.

Παράλληλα, αυτή η έννοια της Δημοκρατίας καθίσταται ενοποιητικός παράγοντας του «χωριού» μας, του «παγκόσμιου χωριού» μας. Άλλωστε, οι αρχαίοι Έλληνες, όταν μιλούσαν για την πόλη τους, το δήμο τους, πίστευαν ακράδαντα ότι αυτοί οι θεσμοί ήταν εκείνοι που διαμόρφωναν το χαρακτήρα, το ήθος, την αίσθηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη και του κοινωνικού συνόλου.

Εμείς λοιπόν, στην Ευρώπη, με βάση αυτές τις προκλήσεις και παραδόσεις, έχουμε την ευκαιρία και την ευθύνη να προωθήσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δημοκρατικών αξιών, αυτών των αρχών και κανόνων, δημιουργώντας από κοινού μια πιο βιώσιμη κοινωνία, μια καλύτερη Ευρώπη και έναν πιο βιώσιμο πλανήτη.

Χρειαζόμαστε  δημοκρατικές κυβερνήσεις, συμμετοχικές και δίκαιες. Πρέπει όμως να απελευθερωθεί και το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό, που περιορίζεται από το φόβο, την αβεβαιότητα, την καταπίεση και τον απολυταρχισμό.

Τι σχέση  έχει αυτό το θέμα, όμως, με τη σημερινή κρίση; Δημοκρατική διακυβέρνηση, το πρώτο θέμα: η κρίση στην Ελλάδα ήταν κρίση χρέους και ελλείμματος; Υπερβολική κατανάλωση, υπερβολική ψυχαγωγία και σπατάλη; Συνεπώς, τα οδυνηρά μέτρα λιτότητας είναι η θεραπεία, η κάθαρση, για να χρησιμοποιήσω τον ελληνικό όρο;

Όχι, το χρέος  δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου, το σύμπτωμα μάλλον, παρά η αιτία. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν η διακυβέρνηση, η έλλειψη δημοκρατικής και υπεύθυνης διακυβέρνησης. Η έλλειψη παρακολούθησης, η έλλειψη διαφάνειας, η κακή κατανομή κονδυλίων, παρά η έλλειψη κονδυλίων, η άνιση κατανομή κεφαλαίων, παρά η σπατάλη και οι υπερβολικές δαπάνες όλων, οι πελατειακές σχέσεις αντί της αξιοκρατίας, η μη επιβολή του κράτους Δικαίου, τα άνισα προνόμια αντί της αίσθησης κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτή η  κατάσταση, για παράδειγμα, οδήγησε  στη φοροδιαφυγή, όπου η παραοικονομία, σύμφωνα με ορισμένους διεθνείς φορείς, αντιπροσώπευε ίσως και το 35%-40% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι ίσως του 15% στην Γερμανία.

(Ακούγονται συνθήματα)

Βλέπω ότι  υπάρχουν μερικοί, που δεν θέλουν να ακούσουν ή να αφήσουν να ακουστεί η δημοκρατική φωνή του καθενός. Εγώ αντιπροσωπεύω την Ελληνική Κυβέρνηση, τη δημοκρατικά εκλεγμένη Κυβέρνηση της Ελλάδας.

Κανείς δεν  ισχυρίζεται ότι αυτός ο ρόλος είναι εύκολος, με τις αλλαγές που γίνονται στην Ελλάδα. Νομίζω ότι βλέπουμε μέρος μόνο των δυσκολιών, που γνωρίζει σήμερα η χώρα.

Είμαστε όμως έτοιμοι να τις αντιμετωπίσουμε, για το καλό της χώρας. Όπως σας είπα, το ζήτημα δεν ήταν απλά ένα πρόβλημα χρέους, αλλά η έλλειψη δημοκρατικής διακυβέρνησης, όπου η παραοικονομία, που αντιπροσώπευε το 35%-40% του ΑΕΠ, εμπόδιζε τη διαφάνεια.

Το Brookings Institute της Ουάσιγκτον, σε μελέτη για την ελληνική οικονομία, αναφέρει ότι αν υπήρχε μεγαλύτερη διαφάνεια στη χώρα μας, θα είχαμε αύξηση κατά 4%-8% του ΑΕΠ κάθε χρόνο. Πράγμα που θα σήμαινε ότι δεν θα χρειαζόμασταν κανένα δάνειο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, για να λειτουργήσουμε.

Με άλλο τρόπο, η ελληνική κρίση υπογραμμίζει και τη φύση της χρηματοπιστωτικής κρίσης των ΗΠΑ και των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πάλι η έλλειψη διαφάνειας, η αδυναμία παρακολούθησης της απάτης στη βαθμολόγηση με «ΑΑΑ» ορισμένων ομολόγων που, στην ουσία, ήταν τοξικά, καθώς και η έλλειψη ελέγχου της διαφθοράς, υπήρξαν στο επίκεντρο της κάθετης πτώσης της αμερικανικής και, στη συνέχεια, της παγκόσμιας οικονομίας.

Η διαφθορά αποκαλύπτει την έλλειψη των απαραίτητων δομών διακυβέρνησης ή, μάλλον, την εκμετάλλευση των δημοκρατικών δομών διακυβέρνησης από μεγάλα και ισχυρά συμφέροντα. Επίσης, δείχνει τη μεγάλη αδικία, δηλαδή την ιδιωτικοποίηση του κέρδους και την κοινωνικοποίηση των ζημιών και του χρέους. Αυτό δεν είναι πολιτικά ανεκτό στις δημοκρατίες μας.

(Ακούγονται συνθήματα)

Να κάνω μια πρόταση, ακούστε: υπάρχει κάποιος εκπρόσωπός σας να μιλήσει; Θέλει κάποιος εκπρόσωπός σας να μιλήσει; Μπορεί να μιλήσει κάποιος;

Καταλαβαίνω αυτές τις διαμαρτυρίες. Θα πω δυο  λόγια στα ελληνικά, επειδή νομίζω ότι υπάρχουν και Έλληνες φοιτητές, που διαμαρτύρονται.

Πρώτα απ’  όλα, είναι πράγματι μια ευκαιρία να κάνουμε ένα διάλογο. Εγώ θα ήθελα να ακούσω τις απόψεις πολλών από τους νέους που ήταν εδώ. Θα ήθελα πραγματικά, στη συζήτηση που θα κάνουμε, να έρθουν και εκπρόσωποι ή, εν πάση περιπτώσει, όσοι έχετε να πείτε κάτι, για να ακούσουμε τις απόψεις σας.

Χρειάζεται  ο διάλογος, χρειάζεται η συζήτηση. Εγώ είμαι ανοιχτός σ’ αυτό το διάλογο  και, βεβαίως, να ξέρετε ότι, στην Ελλάδα, πρέπει να κάνουμε μεγάλες αλλαγές. Μακάρι η διαμαρτυρία και μόνο να έλυνε το πρόβλημα στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και χρειάζεται να ακουστούν όλες οι σκέψεις, όλες οι προτάσεις, όλες οι ιδέες, όσο αιρετικές και αν είναι. Είμαι ανοιχτός να τις ακούσω.

Έλεγα λοιπόν ότι χρειάζονται αλλαγές στην Ελλάδα και πρέπει να ακούγονται φωνές με νέες και καινοτόμες ιδέες. Όλες είναι ευπρόσδεκτες, όλες οι ιδέες είναι καλοδεχούμενες. Είμαι ανοιχτός στο διάλογο.

Τις τελευταίες ημέρες, στην Ελλάδα, είχαμε διαμαρτυρίες. Τις καταλαβαίνω, αλλά όπως είπα, θα ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής αν αυτές οι διαμαρτυρίες ήταν η λύση. Χρειάζονται βαθύτερες αλλαγές, σημαντικότερα πράγματα στην Ελλάδα.

Πράγματι, οι θυσίες υπήρξαν επώδυνες, για να αντιμετωπιστεί το άμεσο πρόβλημα της πιθανής χρεοκοπίας. Χρειάστηκε να προβούμε σε περικοπές μισθών και συντάξεων, να αυξήσουμε τους φόρους, να επιβάλουμε μεγαλύτερη έμμεση φορολογία σε επικερδείς επιχειρήσεις, να περικόψουμε τις δαπάνες στους περισσότερους τομείς, από την άμυνα μέχρι τις μεταφορές, συγχωνεύοντας ή ιδιωτικοποιώντας δημόσιες επιχειρήσεις.

Έτσι όμως, επιτύχαμε το δυσκολότατο στόχο της μείωσης του ελλείμματος περισσότερο από 6% φέτος, ένα επίτευγμα που λίγοι πίστευαν ότι η Ελλάδα θα κατόρθωνε. Το πετύχαμε, όμως.

Ωστόσο, το πραγματικό μας έργο, το σημερινό έργο της Κυβέρνησής μου, συνίσταται στην προώθηση βαθύτερων αλλαγών, στη δημιουργία μιας κοινωνίας με διαφάνεια και μιας χρηστής δημοκρατικής διακυβέρνησης. Επιθυμία μας είναι, όχι να έχουν προνόμια οι λίγοι και τα ειδικά συμφέροντα, αλλά να εγγυηθούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων, για δικαιοσύνη, ισότητα, κοινωνική πρόνοια και απασχόληση, δημιουργώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για αειφόρο ανάπτυξη σε μια χώρα με πολλές δυνατότητες. Έχουμε πολλές δυνατότητες. Η Ελλάδα έχει μεγάλο δυναμικό.

Διαθέτουμε  συγκριτικά πλεονεκτήματα σε τόσους τομείς, στη γεωργία, τον τουρισμό, την καθαρή και πράσινη ενέργεια, τη ναυτιλία και, φυσικά, στον πολιτισμό.

Αντί να πουλήσουμε τα νησιά μας, όπως ορισμένοι  ανέφεραν, σχεδιάζουμε να καταστήσουμε τα νησιά μας πρότυπα πράσινου τουρισμού, συνδυάζοντας τον πολιτισμό  με τη Μεσογειακή και Κρητική διατροφή, τις εγκαταστάσεις αθλητισμού και υγείας με τον αγροτουρισμό.

Εδώ, η Γερμανία έχει χαράξει το δρόμο και μπορούμε να μάθουμε πολλά από αυτή τη χώρα, κυρίως ως προς την πράσινη τεχνολογία.  Έχουμε προχωρήσει, επίσης, σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, στο φορολογικό τομέα, στην αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, με ηλικία συνταξιοδότησης τα 65, καθώς και στη βελτίωση της διαφάνειας, με την ανάρτηση στο Διαδίκτυο κάθε χρηματοδότησης από το δημόσιο τομέα. Σήμερα, τα πάντα βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Ζούμε στην εποχή της διαφάνειας. Αυτό συμβάλλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς, που υπάρχει δυστυχώς σε πολλούς τομείς, ακόμα και στην υγεία, αλλά αγωνιζόμαστε σκληρά για να εξασφαλίσουμε διαφάνεια στην κοινωνία μας.

Η Ελλάδα, σε λίγα χρόνια, θα είναι η χώρα με την κοινωνία και την οικονομία, που θα έχουν τη μεγαλύτερη διαφάνεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επίσης, έχουμε προχωρήσει στο άνοιγμα επαγγελμάτων για τη νέα γενιά. Υπολογίζουμε ότι περίπου 60 επαγγέλματα θα ανοίξουν για τους νέους.

Προχωρήσαμε ακόμη σε μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μειώνοντας τους δήμους και τις κοινότητες από 1000 σε 350 και τις Περιφέρειες από 60 σε 13.

Αυτά είναι  μόνο μερικά από όσα κάναμε μέσα σε 15 μήνες. Έχουμε κάνει πολλά ακόμη, αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Και συνεχίζουμε.

Προφανώς, υπάρχουν κι άλλες προκλήσεις. Θα συντομεύσω την ομιλία μου, όμως, ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο για συζήτηση.

Γνωρίζουμε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα προκλήσεις, λόγω της μειωμένης ανταγωνιστικότητας και της συγκριτικά βραδείας ανάπτυξης. Και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, το οποίο ορθά έχει θέσει η Καγκελάριός σας, η Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, κάνοντας βεβαίως προτάσεις μαζί με την Γαλλία.

Ασφαλώς, η  Άνγκελα Μέρκελ θέλει να δημιουργήσει ένα νέο όραμα για την Ευρώπη, μια Ευρώπη με ισχυρή ανταγωνιστικότητα και σύγκλιση. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Πιστεύω ότι οι προτάσεις της είναι ιδιαίτερα σημαντικές και, μάλιστα, η Ελλάδα έχει κάνει τα περισσότερα από αυτά που περιέχονται σε αυτή την πρόταση.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο άλλους σημαντικούς παράγοντες. Αντιμετωπίζουμε μια μετατόπιση της παγκόσμιας οικονομίας προς την Ασία και άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Και αυτή η μετατόπιση της δύναμης και της οικονομικής δραστηριότητας, αποτελεί μη αναστρέψιμο γεγονός.

Αντιμετωπίζουμε την πρόκληση μιας ανταγωνιστικότητας, λοιπόν, η οποία δεν στηρίζεται πάντα στην ποιότητα, αλλά στηρίζεται συχνά στην ανισότητα, την ανισότητα του φθηνού εργατικού δυναμικού, της έλλειψης συλλογικών συμβάσεων, της έλλειψης δημοκρατικών ή κοινωνικών δικαιωμάτων και της εύκολης υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Αυτά μπορεί να αποτελέσουν, βραχυπρόθεσμα, συγκριτικό πλεονέκτημα για μερικές από τις χώρες αυτές.

Αυτή είναι  μια κατάσταση, όμως, η οποία δεν είναι βιώσιμη ούτε για τις χώρες στις αναδυόμενες οικονομίες. Ούτε θεωρώ ότι αυτό είναι ένα πρότυπο, που θα θέλαμε να αντιγράψουμε. Αυτό δεν είναι το ευρωπαϊκό πρότυπο.

Η απάντησή μας πρέπει να είναι η ποιότητα, η ποιότητα ζωής, αλλά και η ποιότητα στην παραγωγή μας. Αν λοιπόν η ανταγωνιστικότητα έχει να κάνει με μισθούς σε κάποιο βαθμό, τότε ναι, πιστεύω ότι αυτή δεν είναι μια βιώσιμη λύση, αν δεν δούμε την ανταγωνιστικότητα και ως ποιότητα σε ό,τι παράγουμε, αν δεν παράγουμε ποιοτικά προϊόντα.

Για εμάς, για εμένα, αυτό σημαίνει επενδύσεις στη νέα προοπτική της πράσινης και καθαρής ανάπτυξης. Χάσαμε την ευκαιρία στην Κοπεγχάγη να δημιουργήσουμε κίνητρα, ώστε να προσελκύσουμε περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια για το σκοπό αυτό.

Η Ευρώπη, ωστόσο, μπορεί και πρέπει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Αυτό σημαίνει επενδύσεις στην παιδεία, επενδύσεις στην καινοτομία, επενδύσεις στις υποδομές, από την επικοινωνία και τις μεταφορές μέχρι την ενέργεια, αλλά και την ενοποίηση της ενιαίας αγοράς μας, μέσα από τις υποδομές των μεταφορών και το ηλεκτρονικό εμπόριο.

Το μοντέλο  μας στηρίζεται, επίσης, στις επενδύσεις στην κοινωνική πρόνοια για τους πολίτες μας. Όπως βλέπουμε στην περίπτωση του σκανδιναβικού μοντέλου, παραδείγματος χάρη, η πρόνοια αποτελεί μέρος του συστήματος υποστήριξης των πολιτών, καθιστώντας τους πιο δημιουργικούς, αλλά και πιο ανταγωνιστικούς – και όχι το αντίθετο.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ιρλανδία να αναπτυχθούμε ανταγωνιστικά, χρειαζόμαστε χρόνο για να προβούμε στις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε να το πετύχουμε. Το λέω αυτό, για να τονίσω το γεγονός ότι, πράγματι, χρειαζόμαστε αλληλεγγύη. Και το εκτιμούμε αυτό. Εμείς, στην Ελλάδα και την Ιρλανδία, χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις πολύ εχθρικές αγορές, που δεν μας έδωσαν το χρόνο για να κάνουμε τις αναγκαίες αλλαγές, όταν προέκυψε η κρίση.

Γι’ αυτό, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργήσαμε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Και αυτό θα γίνει το 2013, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης, όπως ονομάζεται, ο οποίος θα δώσει τον απαιτούμενο χρόνο στις χώρες αυτές, προκειμένου να προβούν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Η Ευρωπαϊκή  Ένωση, παρά τις δυσκολίες και  τις καθυστερήσεις, ανταποκρίθηκε  στην πρόκληση. Και θεωρώ ότι έδειξε σαφώς αυτή της τη βούληση, η οποία συμπληρώθηκε και με αποφάσεις. Πιστεύω ότι δείξαμε ότι υπάρχει η βούληση στην Ευρώπη, τη στιγμή που αντιμετωπίζουμε μια κρίση, να τη μετατρέψουμε σε ευκαιρία και να λάβουμε τις σωστές αποφάσεις. Εδώ, η ευκαιρία είναι να δημιουργήσουμε σταθερότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη.

Η Ευρωπαϊκή  Ένωση, όπως είπα, αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή μια κρίση, που θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία. Και θα ήθελα, με την ευκαιρία αυτή, να εκφράσω την εκτίμησή μου στο Γερμανικό λαό και τη Γερμανική Κυβέρνηση, για την υποστήριξη που έχουν επιδείξει προς την Ελλάδα. Είναι κάτι που το εκτιμούν ιδιαίτερα η Ελλάδα και ο Ελληνικός λαός.

Αυτό που  θέλω να πω, όμως, είναι ευρύτερο. Δεν πρέπει να παρερμηνεύσουμε την αλληλεγγύη αυτή, σαν μια μορφή φιλανθρωπίας. Και όχι μόνο επειδή θα εξοφλήσουμε πλήρως τα χρέη μας, όπως με ρώτησε ο κ. Perniche – και θα το κάνουμε, ό,τι και να λένε οι Κασσάνδρες.

Υπάρχει, ωστόσο, μια μεγαλύτερη πρόκληση, μια ευρωπαϊκή τριπλή πρόκληση, η πρόκληση της δημοκρατικής και υπεύθυνης διακυβέρνησης για τη δημιουργία σταθερότητας σε έναν κόσμο αβεβαιότητας.

Και πράγματι, οι μηχανισμοί αυτοί αποτελούν μια  μορφή σταθεροποίησης, δεν είναι  απλώς αλληλεγγύη. Σταθεροποίηση  για όλους στην Ευρώπη.

Δεύτερον, οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να συμπληρωθούν με τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, του τραπεζικού μας συστήματος, καθιστώντας το πιο διαφανές, πιο δίκαιο και βοηθώντας το να επενδύσει και πάλι στην πραγματική οικονομία. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας. Είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η πίστη, που χάθηκαν στη διάρκεια της κρίσης του 2008.

Και τρίτον, η πρόκληση είναι η ανάπτυξη, που  θα συνδέσει τις θέσεις εργασίας και την ανταγωνιστικότητα, με μια πράσινη οικονομία.

Θα ολοκληρώσω, λοιπόν, με κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις. Θα τις συνοψίσω σε μια ολοκληρωμένη λύση ή δέσμη, που θα σημαίνει, αφενός, ξεκάθαρους κανόνες υπεύθυνης, δημοκρατικής και διαφανούς διακυβέρνησης από τα κράτη-μέλη, με μηχανισμούς επιτήρησης και κυρώσεις.

Δεύτερον, σαφή μηνύματα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό μας σύστημα, στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσής μας.

Και τέλος, έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό, που θα είναι σε θέση να ρυθμίζει την αγορά  ομολόγων και να διαχειρίζεται το χρέος προς όφελος όλων.

Υποτιμούμε συχνά την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα. Γι’ αυτό το λόγο, πρέπει να εξασφαλίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε όλα τα διαθέσιμα εργαλεία, τα χρηματοοικονομικά εργαλεία, για να πετύχουν οι προσπάθειές μας.

Το πεδίο  εφαρμογής και η ευελιξία του ευρωπαϊκού μηχανισμού είναι επίσης σημαντικά, για να επιτρέψουν στους μηχανισμούς αυτούς να λειτουργήσουν με τρόπο αποτελεσματικό, τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και για κάθε κράτος-μέλος.

Κυρίες και  κύριοι, τα τελευταία τρία χρόνια, η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε στη δίνη της χειρότερης χρηματοοικονομικής κρίσης που γνωρίσαμε από την εποχή του Μεγάλου Κραχ. Εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους, πλούτος αξίας τρισεκατομμυρίων ευρώ καταστράφηκε, η οικονομική ανάπτυξη σταμάτησε σε πολλά σημεία του πλανήτη και οι πολίτες μας επιβαρύνθηκαν με ογκώδες, νέο δημόσιο χρέος, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είδαν να απειλείται η δημοκρατική τους κυριαρχία.

Πώς θα βοηθήσει η Ευρώπη και γιατί η Ευρώπη; Η Ευρώπη ξεκίνησε ως ένα εγχείρημα ειρήνης. Μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ηγέτες αυτής της ηπείρου είπαν «ποτέ πια». Και από πολλές απόψεις, καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια ήπειρο ειρήνης.

Και η διεύρυνση  της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν είναι ο σωστός όρος, θα έλεγα, γιατί πρόκειται περισσότερο για την ενσωμάτωση χωρών σε μια οικογένεια κοινών αξιών και κανόνων, θα δημιουργήσει τις βάσεις για διαρκή ειρήνη, που θα στηρίζεται στη Δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή, την κοινή αγορά και το κράτος Δικαίου.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η Ευρώπη μπορεί και πρέπει σήμερα να παίξει σημαντικότερο ρόλο. Αν ήμασταν ένα εγχείρημα ειρήνης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σήμερα, μπορούμε και πρέπει να γίνουμε ένα μοντέλο παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η πρόκληση στην οποία πρέπει να ανταποκριθούμε σε παγκόσμια κλίμακα, είναι να κάνουμε αυτό που έπραξε η Ευρώπη στη δική της γειτονιά, ενσωματώνοντας χώρες και κοινωνίες σε μια ευρύτερη οικονομία, που στηρίζεται στους κανόνες της Δημοκρατίας, του κράτους Δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής, της βιώσιμης πράσινης ανάπτυξης – αυτό που θα χαρακτήριζα, ως εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Και αυτό, βέβαια, συμβαδίζει απόλυτα με τις παραδόσεις αυτού του Πανεπιστημίου, που υπηρετεί εδώ και δεκαετίες τα ιδεώδη του ουμανισμού.

Αυτός είναι λοιπόν ο ρόλος που πρέπει να αναλάβουμε στην ευρύτερη γειτονιά μας, τη Νότια Μεσόγειο, στις σχέσεις μας με τον αραβικό κόσμο, με την Αφρική, αλλά και με τον Καύκασο. Και εδώ, η Ελλάδα, λόγω της στρατηγικής της θέσης, ως γείτονας αυτών των χωρών, καλείται και εκείνη να παίξει αυτό το ρόλο, βοηθώντας τις χώρες αυτές να πορευτούν προς μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Διαθέτουμε  αυτή την ιστορική εμπειρία. Η Ευρώπη έχει την ιστορική εμπειρία, όπως και η Ελλάδα, της μετάβασης από ένα απολυταρχικό καθεστώς στη Δημοκρατία, όπως και πολλές άλλες χώρες.

Πολλοί μπορεί να λένε, ότι αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση. Ότι δεν μπορούμε να επιβάλουμε τις δικές μας αξίες σε κανέναν. Σήμερα, όμως, δεν είμαστε αυτοί που επιβάλλουν. Πρόκειται για τη βούληση τόσων λαών, που διψούν για δημοκρατική αλλαγή, μια αλλαγή που έχει παράλληλα και τη χρηματοπιστωτική και την οικονομική της πτυχή. Και εδώ είναι όπου η Ευρώπη μπορεί να διαδραματίσει τον σημαντικό της ρόλο.

Αν δεν  είμαστε εκεί για να υποστηρίξουμε  τις προσπάθειες αυτές, αν δεν είμαστε εκεί για να εξανθρωπίσουμε την παγκοσμιοποίηση, αν δεν είμαστε εκεί για να δείξουμε ότι υπάρχει τρόπος, δεν θα χάσουμε μόνο μια ιστορική ευκαιρία, αλλά θα δούμε γρήγορα την απογοήτευση, τη βαρβαρότητα την πόλωση και τη βία να αποτελούν τον κανόνα.

Αν δεν  δημιουργήσουμε μια παγκόσμια κοινωνία βασισμένη σε δημοκρατική και  υπεύθυνη διακυβέρνηση, μια Ευρώπη που κυβερνάται με πραγματικά δημοκρατικό, αλλά και πιο συντονισμένο τρόπο, γεννώντας εμπιστοσύνη μέσα από τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, θα είμαστε μάρτυρες περισσότερων συγκρούσεων στο εσωτερικό και μεταξύ των κοινωνιών μας. Περισσότεροι πρόσφυγες θα ζητούν άσυλο, περισσότεροι άνθρωποι θα υποφέρουν από τη φτώχεια, περισσότερες οικονομίες θα καταρρέουν, λόγω της ενέργειας, της χρηματοπιστωτικής πανδημίας ή της επισιτιστικής κρίσης.

Η Ευρώπη μπορεί και πρέπει να παίξει το ρόλο της.

Πιστεύω όλο  και περισσότερο, ότι δεν έχουμε καταλάβει πόσο σημαντικό είναι  να αξιοποιήσουμε τις πραγματικές  δυνατότητες που διαθέτει η Ευρώπη στον κόσμο μας. Αν συνεργαστούμε, αν πιστέψουμε στην Ευρώπη, μπορούμε να συμβάλουμε στο να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος, πιο δίκαιος, πιο δημοκρατικός, ένας τόπος πιο πράσινος για τους πολίτες μας σε όλο τον πλανήτη και, ασφαλώς, και στις χώρες μας.

Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που βρίσκομαι στο Βερολίνο, για πολλούς λόγους. Και για πολλούς συμβολικούς λόγους. Το Βερολίνο είναι το σύμβολο της Δημοκρατίας, το σύμβολο της ειρήνης, το σύμβολο της νέας Ευρώπης.

Όπως σας είπα, ο παππούς μου πέθανε, ενώ ήταν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Είχε αγωνιστεί όλη του τη ζωή για τη Δημοκρατία. Όταν πέθανε, τον αποκαλούσαν «Γέρο της Δημοκρατίας». Και εκείνος, πρέπει να εμπνεύστηκε από το Βερολίνο, όταν πήρε το πτυχίο του στην κοινωνιολογία εδώ, σε αυτή την πόλη.

Και η Γερμανία σήμερα έχει πρωτεύοντα ρόλο στις αποφάσεις που θα κληθούμε να λάβουμε, τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες. Γι’ αυτό, θα ήθελα να πω κάτι στον Γερμανικό λαό και τη νεότερη γενιά του.

Ο Γερμανικός λαός δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλάβει μόνος του το βάρος για την αξιοπιστία του ευρώ, του κοινού μας νομίσματος. Συμμετέχουμε όλοι σε αυτό τον αγώνα. Θα δείξουμε την κοινή μας βούληση. Και ο Ελληνικός λαός, είναι ένας αποφασισμένος λαός, ένας λαός που δουλεύει σκληρά, έτοιμος να τιμήσει την αλληλεγγύη που επιδείξατε.

Διδαχθήκαμε από τα λάθη μας, και αυτό είναι  προς όφελος όλων μας. Και η δική μας επιτυχία, η επιτυχία της Ελλάδας, θα είναι και επιτυχία της Ευρώπης.

Πράγματι, η Ελλάδα περνάει μια δύσκολη κρίση. Να είστε βέβαιοι, όμως, ότι μετατρέπουμε αυτή την κρίση σε μια ευκαιρία για αλλαγή και ευημερία για τον λαό μας, για μια Ελλάδα πολύ διαφορετική, μια Ελλάδα για την οποία είμαστε υπερήφανοι.

Ελπίζω ότι  η ελληνική κρίση θα είναι μια  ευκαιρία και για την Ευρώπη και  τον κόσμο. Το οφείλουμε αυτό στους πολίτες μας, είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε.

Σας ευχαριστώ  πολύ.

Στη συνέχεια ο Πρωθυπουργός δέχθηκε ερωτήσεις:

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Σας ευχαριστούμε πολύ, κ. Πρωθυπουργέ, για τη θαυμάσια αυτή ομιλία, μέρος της οποίας λυπούμαι που δεν στάθηκε δυνατόν να παρακολουθήσω. Θα μελετήσω όμως το κείμενό της και θα κρατήσω σημειώσεις.

Λυπούμαι  για τη διακοπή και την αναστάτωση και συμφωνούμε να προσέλθει κάποιος, κατά τη διάρκεια της συζήτησης και  των ερωταποκρίσεων, ώστε να εξηγήσει ποιο το πρόβλημα ή ο λόγος για τους οποίους η ομάδα διαμαρτυρήθηκε.

Επομένως, μεταξύ των όσων σηκώσουν το χέρι τους για  να θέσουν ερωτήματα ή να κάνουν τοποθετήσεις, ίσως να υπάρχει και  κάποιος που θα μπορούσε να εξηγήσει ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να επιστρέψω στη θέση μου και να στραφώ στο κοινό, ώστε να δούμε κατά πόσον υπάρχουν ερωτήσεις ή σχόλια, σχετικά με την ομιλία ή τα ζητήματα που μας απασχολούν.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Καλησπέρα, κ. Πρωθυπουργέ, κ. Παπανδρέου. Είμαι ο Nahlein από την Trier και συνεργάζομαι στενά με την Ένωση «Democrats Abroad» της Γερμανίας. Η ερώτησή μου είναι η εξής: θεωρείτε ότι η Κυβέρνησή σας θα μπορούσε να έχει ατυχή κατάληξη, αν οι οικονομικές κρίσεις δεν παίρνουν πια πιστώσεις από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Και ένα  δεύτερο ερώτημά μου αφορά  στη Σένγκεν, διότι η Γερμανική  Κυβέρνηση, αλλά και ο Γάλλος Πρόεδρος έκαναν κάποιες ζωτικής σημασίας επισημάνσεις, αναφορικά με την Ρουμανία και την Βουλγαρία, ως προς τη διαφθορά και τις εγκληματικές οργανώσεις. Από την άλλη, όμως, ο Πρόεδρος της Ρουμανίας, ο Trian Basescu, δήλωσε ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαφθορά με την αξιολόγηση, την επιβολή της τάξης και την ασφάλεια.

Επίσης, συμφωνείτε και εσείς, και τι κάνετε για την  Ρουμανία, ώστε να την υποστηρίξετε, οπότε φέτος, ή το αργότερο του χρόνου, να ενταχθεί στον ευρωπαϊκό χώρο της Σένγκεν; Πού υστερούν αυτή τη στιγμή η Βουλγαρία ή και η Ρουμανία, αφού η FRONTEX έχει δηλώσει ότι η Ρουμανία έχει αξιολογηθεί πλήρως; Ευχαριστώ πολύ.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είμαι ο James Shotter από τους Financial Times και σας ευχαριστώ για το χρόνο σας, κ. Παπανδρέου.

Στην ομιλία σας, αναπτύξατε τη σημασία της ευελιξίας  των εργαλείων και των μέσων, τα οποία έχει στη διάθεσή της  η Ευρώπη, και αναφέρατε το Ευρωπαϊκό  Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Έχουν ακουστεί πολλά, σχετικά με ενδεχόμενη αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από την Ελλάδα, ώστε η χώρα να δανειστεί χρήματα. Κατά τη γνώμη σας, είναι καλή αυτή η ιδέα; Και επίσης, επίκειται συνάντησή σας με την κυρία Μέρκελ αύριο. Πρόκειται εκεί να τεθεί το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δανείου, που σας χορήγησαν από κοινού ΔΝΤ και Ε.Ε.; Ευχαριστώ πολύ.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστούμε. Μετά τον πρώτο γύρο ερωτήσεων, το λόγο έχει και πάλι ο Πρωθυπουργός, κ. Παπανδρέου.

Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Σας ευχαριστώ. Αναφορικά με το ευρώ: καταρχήν, πήραμε δάνειο και όχι μόνο δάνειο, αλλά πήραμε και μέτρα στην Ελλάδα, ώστε να μην αναδιαρθρώσουμε το χρέος και να αποφύγουμε τη χρεοκοπία.

Εξασφαλίσαμε  επίσης χρόνο, ώστε να προβούμε στις απαραίτητες αλλαγές και να γίνει η οικονομία μας βιώσιμη. Αυτή είναι η απόφαση που πήραμε.

Δεν πρόκειται  για απόφαση, την οποία έλαβε  αποκλειστικά η Ελλάδα. Πρόκειται  για απόφαση όλων των μελών  της Ευρωζώνης, όπως και των κρατών-μελών  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται, επομένως, για πολύ ισχυρή απόφαση.

Δεύτερον, δηλώσαμε ότι είμαστε υπέρ του ενιαίου  ευρώ και παραμένουμε αμετακίνητοι και δεσμευόμαστε στη δήλωσή μας  αυτή. Θεωρώ ότι έγιναν εν τω μεταξύ εκτενείς συζητήσεις και ήταν καλό που έγιναν, ιδίως αφού ακούστηκαν κάποιες φωνές, που διερωτώνται κατά πόσον κάποιες χώρες θα έπρεπε ίσως να εγκαταλείψουν το ευρώ, ενώ κάποιες άλλες φωνές πρότειναν να αποχωρήσουν οι χώρες του Νότου και άλλοι έλεγαν «γιατί να μην εγκαταλείψει η Γερμανία το ευρώ;».

Ουσιαστικά, αφού ένα τέτοιο σενάριο ήταν αδιανόητο, η όλη συζήτηση αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη, διότι όλοι αναγκάστηκαν να εξετάσουν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις, που θα επέφερε η δημιουργία ζωνών δύο ταχυτήτων ή η αποχώρηση κάποιων χωρών από την Ευρωζώνη.

Πιστεύω ότι  όλες οι πλευρές, είτε επρόκειτο για της χώρες του Νότου, είτε για άλλες, είτε για την Γερμανία ή την Γαλλία, συνειδητοποίησαν ότι αυτό θα είχε ιδιαζόντως αρνητικές επιπτώσεις, αν όχι και καταστροφικές συνέπειες, που δεν θα περιορίζονταν στο πολιτικό πεδίο για την Ευρώπη, αφού θα αποτελούσαν ένδειξη διάλυσης και όχι ένδειξη ολοκλήρωσης. Εξάλλου, θα επρόκειτο, κυρίως, για επιπτώσεις οικονομικής υφής, διότι μια τέτοια εξέλιξη θα επέφερε πλήγμα στις τράπεζες, αλλά και στην εμπιστοσύνη των πολιτών, πέραν των πρακτικών επιπτώσεων, που επίσης θα προκαλούσε.

Σκεφτείτε τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο, για παράδειγμα, για την Ελλάδα, που θα δεχόταν  ένα τεράστιο πλήγμα στο χρέος  της, το οποίο λογίζεται σε ευρώ. Ακόμη και αν προχωρούσαμε σε υποτίμηση  άλλου νομίσματος και επανερχόμαστε  στη δραχμή, και πάλι οι συνέπειες  θα ήταν σαρωτικές για το χρέος της χώρας, το οποίο θα εκτοξευόταν.

Αν τυχόν  αποχωρούσε από την Ευρωζώνη η  Γερμανία, και έχω συζητήσει το σενάριο αυτό με αρκετούς οικονομολόγους, τότε το γερμανικό μάρκο θα πλησίαζε το δολάριο. Δεν θα ίσχυε η τρέχουσα ισοτιμία με το ευρώ, δηλαδή 1,3-1,4, αλλά η ισοτιμία μάρκου-δολαρίου θα έφτανε στο 2 προς 1 ή και στο 2,5 προς ένα. Τι θα συνεπαγόταν αυτό άραγε για την ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας και για τις εξαγωγές της;

Νομίζω λοιπόν ότι όλοι μας εξετάσαμε με ιδιαίτερη  προσοχή τα ανωτέρω και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στις πρόσφορες επιλογές.

Αυτό σημαίνει ότι καλούμαστε να επιλύσουμε κάποια συστημικά προβλήματα και ότι  αυτά πράγματι υφίστανται εντός της  Ευρωζώνης. Στο σημείο αυτό, υπεισέρχεται ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Μηχανισμού Στήριξης, όπου θεωρούμε ότι όντως υφίστανται κάποια ζητήματα διαχείρισης χρέους, καθώς και ζητήματα στις αγορές ομολόγων.

Αυτός είναι  και ο λόγος για τον οποίο  πιστεύω, όπως έχω δηλώσει στο παρελθόν και στην Καγκελάριο Μέρκελ, αλλά και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι απαιτείται ευελιξία. Θα πρέπει να επανέλθουμε σε προτάσεις περί επαναγορών και ούτω καθεξής και να τεθούν ξανά επί τάπητος. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι προτάσεις αυτές αποτελούν πανάκεια ή μόνιμες λύσεις, αλλά αυτό ακριβώς εννοώ όταν λέω ότι πρέπει να διαθέτουμε τα κατάλληλα εργαλεία, τα οποία πρέπει να προστεθούν σε αυτούς τους μηχανισμούς.

Ως Ευρώπη, πρέπει να προσφέρουμε στους εαυτούς  μας το  απαιτούμενο σθένος και τη δύναμη, για να αντιμετωπίσουμε την κρίση ως έχει σήμερα. Αυτό θα ηρεμήσει τις αγορές και θα επαναφέρει σταθερότητα στην Ευρώπη και αυτό, πιστεύω, είναι και το ορθό.

Τέλος, ως προς το ζήτημα της Σένγκεν, επιτρέψτε  μου μόνο ένα σχόλιο περί διαφθοράς. Θεωρώ ότι η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα για πολλές χώρες και, συχνά, η ύπαρξή της συνδέεται με την ύπαρξη έντονων ανισοτήτων και οξύτατων προβλημάτων.

Και στην παρούσα  περίπτωση, υπάρχει μια θεμελιώδης ανισότητα, αφού κάποιοι είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται ανθρώπινες υπάρξεις, τις οποίες εμπορεύονται και μέσω της λαθρομετανάστευσης, που συνδέεται με πολύ μεγάλα ποσά. Η Ελλάδα, δυστυχώς, προσφάτως αντιμετώπισε έντονη αύξηση των εισερχομένων λαθρομεταναστών. Προ ολίγων μόλις εβδομάδων, μάλιστα, τα στοιχεία μας έκαναν λόγο για ένα 90% των λαθρομεταναστών, το οποίο εισέρχεται στην Ευρώπη μέσω των συνόρων μας.

Ευτυχώς, τύχαμε της βοήθειας της FRONTEX, οπότε πλέον εφαρμόζουμε ένα πλήρες πρόγραμμα, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικότερα, σε συνεργασία και με τη γείτονα Τουρκία, το όλο ζήτημα, το οποίο όμως είναι πολύ σύνθετο και δεν αρκεί η χρήσιμη, βεβαίως, παρουσία της FRONTEX, απλώς και μόνο για να επιλυθούν τα ζητήματα αυτά.

Το όλο  ζήτημα συνδέεται και με βαθύτερες  ανισότητες, με προβλήματα ανά τον  πλανήτη, με πολέμους ανά την υφήλιο. Αν, παραδείγματος χάρη, η Αίγυπτος – και χτυπάμε ξύλο, αφού ελπίζω η έκβαση να είναι θετική και να υπάρξει μια ομαλή μετάβαση στη Δημοκρατία – πυροδοτούσε κοινωνικές εκρήξεις και σε άλλες χώρες, τότε αμέσως θα παρατηρούσαμε αύξηση του αριθμού των Τυνησίων, και όχι μόνο, που θα συνέρρεαν στα σύνορα με την Ιταλία. Θα βλέπαμε τότε χιλιάδες πρόσφυγες να σπεύδουν προς την Ευρώπη.

Πιστεύω, όμως, ότι η Σένγκεν είναι ένας χώρος, στον οποίο θα πρέπει να μπουν και  άλλες χώρες, εφόσον βεβαίως προβούν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται ο έλεγχος των συνόρων. Η Σένγκεν, ουσιαστικά, πάντως, πιστεύω ότι βοηθάει στην αντιμετώπιση ζητημάτων όπως αυτού της λαθρομετανάστευσης, διότι ρυθμίζει το σύστημα και επιτρέπει σε όλους εκείνους, που μπορούν και επιτρέπεται να μετακινούνται ανά την Ευρώπη ως πολίτες της, να το πράττουν ελεύθερα και άρα, με τον τρόπο αυτό, λειτουργεί και ως ανάχωμα για τη λαθρομετανάστευση.

Είμαι επομένως υπέρ της συμμετοχής στη Σένγκεν  χωρών όπως η Ρουμανία.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Σας ευχαριστούμε πολύ. Υπάρχουν και άλλες ερωτήσεις. Παρακαλώ, η κυρία Schreyer, η πρώην Επίτροπος για θέματα προϋπολογισμού.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είμαι η Michaela Schreyer, πρώην Επίτροπος. Σας ευχαριστούμε πολύ για την ομιλία σας και πιστεύω ότι οι διαμαρτυρίες που ακούστηκαν στην αίθουσα, έδωσαν σε εμάς, εδώ στο Βερολίνο, μια μικρή γεύση των δυσκολιών που αντιμετωπίζετε. Και θα πρέπει να παραδεχτώ ότι ειλικρινώς θαυμάζω τον τρόπο, τη θέληση, αλλά και το θάρρος της πολιτικής σας. Ειλικρινά, ελπίζω και εύχομαι να τα καταφέρετε.

Έχω δύο  ερωτήσεις: η πρώτη αφορά στην οικονομική κρίση και στην κρίση  χρέους. Οι διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ε.Ε. και της Ελλάδας συνάφθηκαν πριν τη σύσταση του μηχανισμού σταθερότητας και τη δημιουργία του Ταμείου, οπότε – ας το θέσουμε έτσι – δεν βρίσκεστε κάτω από μία ακόμη ομπρέλα, με στόχο τη διάσωσή σας.

Κάποιες φορές, ο γερμανικός Τύπος αναφέρεται στο  ζήτημα σαν να πρόκειται για «δώρο» προς την Ελλάδα. Θα ήταν ίσως χρήσιμο  να σας ακούσουμε να μας μιλάτε για το επιτόκιο που καλείστε να καταβάλετε, για τα δάνεια που έλαβε η Ελλάδα από γερμανικές τράπεζες.

Πιστεύετε ότι θα ήταν αναγκαία ή και ικανή  συνθήκη να έμπαιναν τα δάνεια που  χορηγήθηκαν στην Ελλάδα υπό τη «σκέπη της διάσωσης»;

Και ως προς το δεύτερο ερώτημά μου: χάρηκα που  άκουσα εσάς, τον Έλληνα Πρωθυπουργό, να μιλάτε για τις προοπτικές της χώρας σας στον τομέα της πράσινης και καθαρής ενέργειας. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα. Ποιο είναι το όραμά σας; Αποσκοπείτε στην εξαγωγή καθαρής ενέργειας; Και τι κάνετε τώρα, για να πετύχετε αυτό το στόχο στο μέλλον; Υπάρχει οδικός χάρτης, προβλέψεις και πρόνοιες;

ΕΡΩΤΗΣΗ: Σας ευχαριστώ πολύ. Όπως η κυρία Schreyer, θα ήθελα και εγώ να κάνω ένα σύντομο σχόλιο, σχετικά με τις διαμαρτυρίες που ακούστηκαν. Θεωρώ ότι όλοι θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε για τον ήρεμο τρόπο, με τον οποίο αντιδράσατε και, πιστεύω ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση για σας στην Ελλάδα, κ. Πρωθυπουργέ, δεδομένων των σκληρών μέτρων που παίρνετε και των βαθιών τομών στις οποίες προχωρείτε. Τρέφουμε ιδιαίτερη εκτίμηση στο πρόσωπό σας για τα όσα κάνετε, και φρονώ ότι είμαστε όλοι ευγνώμονες, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, για όλα όσα κάνετε για τη χώρα σας.

Επιτρέψτε μου, όμως, και μια ερώτηση, η οποία  αφορά στη στάση του Γερμανικού λαού και της Κυβέρνησης της Γερμανίας. Κάνατε μια αναφορά στην κυρία Μέρκελ, στη διάρκεια της ομιλίας σας και, διερωτώμαι, διότι είμαι βέβαιος ότι παρακολουθήσατε τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στην Γερμανία, αναφορικά με το πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, ποια είναι η δική σας άποψη. Είστε ικανοποιημένος με τα όσα έκανε η Γερμανική Κυβέρνηση; Τρέφετε μεγαλύτερες προσδοκίες; Συναντηθήκατε με την κυρία Μέρκελ σήμερα, ή επίκειται συνάντηση αύριο; Ποια είναι τα θέματα που πρόκειται να συζητήσετε; Ποιες είναι οι επιθυμίες σας και ποιο το μήνυμα που θα μεταφέρετε στην Καγκελάριο;

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Εξαιρετική ερώτηση και, βεβαίως, είμαστε όλοι περίεργοι να ακούσουμε την απάντηση, αν και εσείς, θα πρέπει να δώσετε μια διπλωματική απάντηση. Έχουμε και μια τρίτη ερώτηση, όμως.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Λέγομαι Τσαμαλίκος και είμαι φοιτητής. Φοβούμαι ότι η ερώτηση που σκόπευα αρχικώς να σας θέσω, θα ακουστεί μάλλον ανόητη πια, οπότε επιτρέψτε μου να τη θέσω μεν και, κατόπιν, να προχωρήσω σε ένα σύντομο σχόλιο.

Οι κυβερνητικές διεργασίες στην Ελλάδα καθίστανται όλο και  λιγότερο δημοκρατικές. Ο λαός σάς εξέλεξε προ 1,5 έτους για το πρόγραμμά σας, το οποίο διέφερε πλήρως από αυτό που τώρα εφαρμόζετε. Οι βουλευτές σας, δεν είναι ελεύθεροι να ψηφίζουν κατά συνείδηση. Δεν απαιτείται συναίνεση της Βουλής για την ψήφιση υπουργικών αποφάσεων. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αγγίξει τα μέλη των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα.

Και ιδού η  ερώτησή μου: αυτό είναι το όραμά  σας για την Ευρώπη, για τη νεολαία  της Ευρώπης;

Μιλήσατε  επί μακρόν για τη Δημοκρατία σήμερα. Τα όσα συνέβησαν προ ολίγου εδώ, με σόκαραν. Κοιτάξτε γύρω σας, κ. Πρόεδρε, και δείτε πόσοι νέοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή εντός της αιθούσης. Ο αριθμός τους ήταν τριπλάσιος, αν όχι μεγαλύτερος νωρίτερα.

Αντιλαμβάνομαι  ότι το περιβάλλον σας δεν καταλαβαίνει αληθινά τη σημασία της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία, καταρχήν, προϋποθέτει συζήτηση.

Έχω λοιπόν ένα άλλο ερώτημα να σας θέσω πια: επικροτείτε τη βίαιη αντίδραση  προς τους νέους, που διαμαρτύρονταν χωρίς εκδηλώσεις βίας; Σας ενδιαφέρει να ακούσετε τη φωνή της νέας γενιάς και της Αντιπολίτευσης; Ή μήπως βρίσκεστε εδώ, απλώς για να σας χειροκροτήσουν τα μέλη του κόμματός σας; Ευχαριστώ.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Με αυτή την ερώτηση, δίνω και πάλι το λόγο στον Πρωθυπουργό.

Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ας ξεκινήσω με την τελευταία ερώτηση. Έλεγα ότι η Δημοκρατία είναι το βασικό ζητούμενο, επειδή αν είχαμε διαφάνεια στη διακυβέρνηση της Ελλάδας, αν δεν είχαμε ένα πολιτικό σύστημα τόσο βασισμένο στις πελατειακές σχέσεις, αν υπήρχε μεγαλύτερος έλεγχος από το λαό, αν υπήρχαν γενικά έλεγχοι και ισορροπίες, δεν θα βρισκόμασταν στη σημερινή κατάσταση.

Αν υπήρχε επίσης μεγαλύτερη παρακολούθηση της  προηγούμενης κυβέρνησης από την  Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν υπήρχε στο αναμενόμενο επίπεδο, δεν  θα είχαμε φθάσει στη σημερινή κατάσταση.

Η Ελλάδα δεν  βρισκόταν σε τόσο κακή κατάσταση. Η Ελλάδα δεν ήταν μια φτωχή χώρα. Ήταν μια χώρα με κακή διαχείριση. Η Ελλάδα διαθέτει πόρους και δυναμικό, πρώτα απ’ όλα το ανθρώπινο δυναμικό της, αλλά όχι μόνον.

Πιστεύω, συνεπώς, ότι το βασικό ζητούμενο είναι  να δημιουργηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές, που θα προσδώσουν στην Ελλάδα μεγαλύτερη διαφάνεια, θα την καταστήσουν περισσότερο συμμετοχική και θα την κρατήσουν μακριά από διάφορα κέντρα ισχύος, που δεν αποτελούσαν μέρος του συστήματος.

Πιστεύω ότι  αυτό δεν είναι πρόβλημα αποκλειστικά ελληνικό. Όπως είπα, είδαμε την κρίση στις ΗΠΑ. Η χρηματοπιστωτική κρίση επισκίασε ουσιαστικά την κυβέρνηση. Κοιτάξτε τις ομάδες πίεσης, την έλλειψη διαφάνειας, τα τοξικά ομόλογα. Τι είναι τα τοξικά ομόλογα; Ήταν ουσιαστικά ένα μέσο αδιαφάνειας, ώστε μερικοί να κερδίσουν χρήματα και άλλοι να σηκώσουν τα βάρη, κάτι το εντελώς άδικο.

Τι κάνουμε, λοιπόν, για να αλλάξουμε τα πράγματα; Φυσικά εμείς, ως δημοκρατική Κυβέρνηση, είχαμε να σηκώσουμε ένα τεράστιο βάρος. Όταν ανήλθαμε στην εξουσία, έπρεπε να πάρουμε αποφάσεις για την Ελλάδα. Η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας. Αυτό είναι γεγονός.

Γνωρίζετε τι σημαίνει χρεοκοπία. Σημαίνει ανυπαρξία  μισθών στο δημόσιο τομέα. Όχι  χαμηλότεροι μισθοί, αλλά καθόλου  μισθοί. Σημαίνει ανυπαρξία συντάξεων. Σημαίνει κατάρρευση των τραπεζών. Σημαίνει οδυνηρές καταστάσεις.

Συνεπώς, για  εμάς, ήταν απόλυτη ανάγκη να λάβουμε  δυσκολότατες αποφάσεις. Και τις  λάβαμε ταχύτατα. Πράγματι, πρόκειται  για πρόκληση επειδή, στον κόσμο  όπου ζούμε, οι αλλαγές αυτής της  μορφής, ασκούν πίεση στις δημοκρατικές διαδικασίες. Αυτό είναι που πρέπει να έχουμε υπόψη. Αν θέλουμε να έχουμε εύρωστη Δημοκρατία, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα σταθερότερο κόσμο. Διαφορετικά, οι κυβερνήσεις, οι χώρες, θα αναγκαστούν να πάρουν αποφάσεις, χωρίς να υπάρχει επαρκής χρόνος για συζήτηση.

Σώσαμε όμως τη χώρα μας και, σώζοντας τη χώρα μας, ανοίγουμε το δρόμο για περισσότερη  Δημοκρατία.

Θα σας  δώσω μερικά παραδείγματα: για πρώτη  φορά, το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψηφίζει  νόμους, με την προϋπόθεση ότι έχουν συζητηθεί δύο φορές προηγουμένως. Δημοσιοποιούνται οι συζητήσεις και αφού συζητηθούν με πολλά μέλη της κοινωνίας, τίθενται πάλι για δεύτερη συζήτηση στη Βουλή.

Δεύτερον, όλοι οι νόμοι αναρτώνται στο Διαδίκτυο. Υπάρχει δυνατότητα διαδικτυακής συζήτησης, προτού συζητηθούν στη Βουλή. Αυτή η πρωτόγνωρη διαδικασία εξασφαλίζει ότι λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των πολιτών.

Τρίτον, εξασφαλίσαμε διαφάνεια στο δημόσιο τομέα. Κάθε ευρώ που δαπανάται από το Δημόσιο εμφανίζεται στο Διαδίκτυο. Δεν γνωρίζω πολλές χώρες, που  χρησιμοποιούν αυτή τη μέθοδο. Κάθε ευρώ που χορηγείται, αναφέρεται στο Διαδίκτυο. Αυτό σημαίνει Δημοκρατία και διαφάνεια και αποδεικνύει ότι προσπαθούμε να πατάξουμε τη διαφθορά.

Και φυσικά, θέλουμε τη νέα γενιά. Όχι στο  πλευρό μας. Το επαναλαμβάνω συχνά: δεν θέλω η νέα γενιά να ανέχεται τα όσα κάνουμε. Θέλω η νέα γενιά να συμμετέχει στην αλλαγή της Ελλάδας. Κάντε τη δύναμη και την ενέργειά σας εποικοδομητική.

Σε πολλές ομιλίες μου στην Ελλάδα, έχω πει  ότι κι εγώ θα μπορούσα να διαδηλώσω. Επειδή δεν είμαι καθόλου ευτυχής με τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Θα διαδήλωνα κι εγώ, ως Έλληνας πολίτης.

Γνωρίζω, όμως, ότι αυτό δεν αρκεί. Οι διαμαρτυρίες δεν φέρνουν την αλλαγή. Χρειάζεται η συμμετοχή όλων, για να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές. Οι αλλαγές είναι αλλαγές  στη νοοτροπία, στο σύστημα, στις ιδέες.

Να προσφέρετε τις ιδέες σας, τη δημιουργικότητά  σας. Βοηθείστε μας να αλλάξουμε  αυτή τη χώρα. Θέλουμε τη βοήθειά  σας. Θέλουμε την παρουσία της  νέας γενιάς.

Θα ήθελα, όμως, να προσθέσω ότι δεν ζητούμε  μια επιχορήγηση ή ένα δώρο για την Ελλάδα. Όταν μιλάμε για αλληλεγγύη, συνάπτουμε δάνεια. Πήραμε δάνεια από τα κράτη-μέλη. Αυτό σημαίνει ότι θα τα ξεπληρώσουμε. Και θα τα ξεπληρώσουμε με τόκο.

Το επιτόκιο ήταν αρκετά υψηλό, όταν συνήψαμε τα πρώτα  δάνεια. Γιατί ήταν τόσο υψηλό; Αντιλαμβάνομαι την αρχική αντίδραση. Το επιχείρημα ήταν ο ηθικός κίνδυνος. Δηλαδή, δεν ήθελαν να αφήσουν να περάσει μια πρακτική κακοδιαχείρισης, χωρίς κάποιας μορφής τιμωρία.

Πρέπει όμως, παράλληλα, να φροντίσουμε να μην  είναι ιδιαίτερα υψηλά αυτά τα επιτόκια, επειδή τότε δεν θα είναι απλά μια τιμωρία, αλλά η εξυπηρέτηση του χρέους θα αποβεί αδύνατη. Και δεν νομίζω να είναι αυτό που θέλει η Ευρώπη. Επιθυμία της Ευρώπης είναι να ξεπεράσουμε το πρόβλημα, να το λύσουμε, όχι απλά να τιμωρηθούμε. Γι’ αυτό το λόγο, συζητούμε τους διάφορους όρους. Το δάνειο, όμως, θα το ξεπληρώσουμε.

Θα ήθελα  απλά να κάνω μια πρόταση, σχετικά  με το θέμα. Μακροπρόθεσμα, εκείνο που  χρειαζόμαστε είναι ένα Ταμείο Χρηματοπιστωτικής  Σταθερότητας και έναν Ευρωπαϊκό  Μηχανισμό Σταθερότητας, που θα χρησιμοποιηθεί από χώρες που δεν μπορούν από μόνες τους να βγουν στις αγορές.

Αυτό ήταν το πρόβλημά μας. Όταν απευθυνθήκαμε  στις αγορές, το χρήμα ήταν πολύ ακριβό. Η οικονομία μας δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Γιατί αν το χρήμα ήταν πολύ ακριβό, δεν θα μπορούσαν τα δάνεια να εξυπηρετηθούν από τον εθνικό προϋπολογισμό και, επιπλέον, δεν θα ήμασταν ανταγωνιστικοί. Κι αυτό, γιατί μια ελληνική επιχείρηση, που θα δανειζόταν από ελληνικές τράπεζες, θα πλήρωνε πολύ μεγαλύτερους τόκους, ας πούμε από μια γερμανική επιχείρηση, που θα αγόραζε το ίδιο προϊόν, με χαμηλότερο επιτόκιο. Δεν θα γινόμασταν ποτέ ανταγωνιστικοί. Συνεπώς, τα δάνεια πρέπει να είναι συγκρίσιμα στην αγορά ομολόγων.

Τώρα, αν μια  χώρα έχει επιδείξει αμέλεια, πρέπει να καταβάλει ένα επιπλέον κόστος, αλλά το κόστος αυτό δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλο, ώστε να οδηγήσει αυτή την οικονομία και τη χώρα σε εκτροχιασμό.

Αυτούς τους μηχανισμούς πρέπει να αναζητήσουμε στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό  Σταθερότητας.

Στις μεγάλες  αλλαγές που πραγματοποιούμε, ένα  από τα ζητήματα δεν ήταν μόνο η  έλλειψη διαφάνειας, αλλά και η  έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Δεν  πιστεύω ότι η οικονομία μας, στη μορφή που λειτουργούσε πριν, θα μπορούσε να γίνει ανταγωνιστική. Η οικονομία μας, στο παρελθόν, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον οικοδομικό τομέα, στο μαζικό τουρισμό κ.ο.κ. Η γεωργία, που επηρεάστηκε και από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, παρήγαγε προϊόντα μη ανταγωνιστικά. Τα προϊόντα παράγονταν, για να πάρουμε τις επιδοτήσεις.

Συνεπώς, πρέπει να υιοθετήσουμε ένα ανταγωνιστικό μοντέλο. Για να το επιτύχουμε, πρέπει να αξιοποιήσουμε τα πλεονεκτήματά μας. Πιστεύω ότι τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας – και άλλων ίσως – βρίσκονται στην πράσινη οικονομία.

Διαθέτουμε  το περιβάλλον, τον ήλιο, τον άνεμο, τη θάλασσα, τη γεωθερμική ενέργεια. Το Αιγαίο, μάλιστα, θεωρείται ως η μεγαλύτερη πηγή αιολικής ενέργειας της Ευρώπης. Έχουμε κάνει σχετικά βήματα, με τη θέσπιση νόμων και με την κατάλληλη προσαρμογή σπιτιών και άλλων κτιρίων, στο πλαίσιο της πράσινης οικονομίας και της εξοικονόμησης ενέργειας.

Αυτός είναι  ένας τομέας, όπου θα συνδυάσουμε το πράσινο περιβάλλον, την πράσινη  οικονομία και την πράσινη  ενέργεια, με τον ποιοτικό τουρισμό, τα ποικίλα αγροτικά προϊόντα ποιότητας, και κυρίως τα τρόφιμα Μεσογειακής διατροφής, που θεωρείται υγιεινή διατροφή, παράλληλα με πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας πολύ καλός συνδυασμός των όσων μπορεί να προσφέρει η Ελλάδα.

Σε όσους  λένε, «γιατί δεν πουλάμε μερικά νησιά», απαντώ ότι αυτή είναι ευρωπαϊκή κληρονομιά. Τα νησιά μας στο Αιγαίο, στο Ιόνιο, οι ελληνικές ακτές γενικά, αποτελούν ευρωπαϊκή κληρονομιά. Εκεί αναπτύχθηκε η Δημοκρατία. Εκεί αναπτύχθηκαν ο πολιτισμός και η ιστορία της Ευρώπης. Και εκεί είναι όπου πολλοί Ευρωπαίοι καταφεύγουν, για να αναζωογονηθούν.

Συνεπώς, η  πώληση νησιών θα μας απέφερε βραχυπρόθεσμα  κάποιο κέρδος, ενώ θα απέκλειε όλους  τους άλλους Ευρωπαίους, εκτός από  εκείνους που έχουν κάποια χρήματα, ή μάλλον πολλά χρήματα.

Δεν πουλάμε, λοιπόν, τα νησιά μας. Τα αφήνουμε ανοικτά για τους Ευρωπαίους πολίτες και για όλη την υφήλιο.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ πολύ. Η απάντηση στον κ. Flueger θα δοθεί στην αρχή του επόμενου γύρου. Έχουμε, με την άδειά σας, τρεις ερωτήσεις από νέους.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Anika Breiter από το Reuters. Κύριε Πρωθυπουργέ, η Ε.Ε. και το ΔΝΤ σας έθεσαν και, μάλιστα, αυτό το μήνα, αυστηρότερους στόχους σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις. Πώς σκοπεύετε να τους πραγματοποιήσετε και τι σχεδιάζετε να ιδιωτικοποιήσετε φέτος; Ευχαριστώ.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατηγορούν την Κυβέρνησή σας ότι επέλεξε τη σκληρότερη μέθοδο, για να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση. Είχαν προταθεί και άλλες μέθοδοι, όπως η ελεγχόμενη χρεοκοπία και τα «haircuts» φυσικά.

Σας κατηγορούν ή μάλλον κατηγορούν αυτή τη μέθοδο ότι ευνοεί τις τράπεζες και τους δανειστές  και όχι το λαό. Γιατί δεν επιλέξατε, για παράδειγμα, τα «haircuts» και, αντί να βάλετε στο παιχνίδι τις τράπεζες και τους δανειστές, εκείνους δηλαδή που έχουν τα χρήματα, αφήσατε το λαό να σηκώσει το βάρος;

ΕΡΩΤΗΣΗ: Daniel Tume, Πανεπιστήμιο της Konstanz. Παρακολουθώντας την ομιλία σας με ιδιαίτερη προσοχή και τις απαντήσεις που δώσατε πρωτύτερα, διαπιστώνω ότι υποστηρίζετε τη χρήση όλων των διαθέσιμων μηχανισμών. Ένας από τους μηχανισμούς, που θεωρεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, είναι η αναδιάρθρωση του χρέους.

Πότε πιστεύετε  ότι μια χώρα της Ευρωζώνης  μπορεί να καταφύγει σ’ αυτό το μηχανισμό; Στην αρχή της διαχειριστικής διαδικασίας  ή σε μεταγενέστερο στάδιο, ας πούμε, μετά από δύο ή τρία χρόνια;

Δεύτερο ερώτημα: μιλήσατε για επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι δεν συμφωνείτε με τη γερμανική πρόταση, που λέει ότι, στην επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός πρέπει να κλειδώνει στο σημερινό επίπεδο; Ευχαριστώ.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστώ πολύ. Δίνω πάλι το λόγο στον Πρωθυπουργό, κ. Παπανδρέου, για να απαντήσει σε αυτές τις τρεις ωραίες ερωτήσεις.

Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
: Είναι πολλές και σημαντικές οι ερωτήσεις σας. Καταρχήν, ξεκινώντας από το τελευταίο ερώτημα που θέσατε, υπάρχουν τα κράτη-μέλη και όλοι ακολουθούμε μια πορεία – ας το θέσουμε έτσι – εξυγίανσης, ώστε να διασφαλίσουμε ότι η δημοσιονομική μας κατάσταση είναι η δέουσα, εξ ου και περιορίζουμε ελλείμματα και χρέη. Αυτό γίνεται, βεβαίως, προκειμένου να καταστήσουμε τις οικονομίες μας βιώσιμες, αλλά και ανταγωνιστικές.

Υπάρχουν  όμως κι άλλα ζητήματα, τα οποία θεωρώ  ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία, εφόσον εμείς επιδιώκουμε περιστολή  του χρέους και, ταυτοχρόνως, ανταγωνιστικότητα. Εννοώ ότι πρέπει να επιδιώκουμε  τη συνεχή ανάπτυξη, δηλαδή χρειαζόμαστε και αναπτυξιακή στρατηγική. Μια αναπτυξιακή στρατηγική προϋποθέτει επενδύσεις. Όχι όμως οποιαδήποτε τυχαία επένδυση, αλλά τη σωστή.

Ποιος λοιπόν μπορεί να επενδύσει και πού μπορούμε εμείς να επενδύσουμε; Θεωρώ ότι  μπορούμε να βρούμε ποικίλους τρόπους για να κινητοποιήσουμε ιδιωτικά κεφάλαια, αλλά και να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία και τα μέσα που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έχουν ακουστεί πολλές ιδέες και προτάσεις. Παραδείγματος  χάριν, ο φόρος επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών αποτελεί μια λύση – την οποία ακόμη και η Γερμανία εξετάζει, εξ όσων γνωρίζω – που θα μπορούσε να κινητοποιήσει και να δημιουργήσει νέους πόρους, είτε χάριν των κρατών-μελών, είτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της.

Η ιδέα της  επιβολής ενός φόρου επί του διοξειδίου του άνθρακα έχει επίσης ακουστεί και συζητηθεί, αφού θα μπορούσε επίσης να παράξει νέους πόρους και μέσα, τόσο για την Ε.Ε., όσο και για τα κράτη-μέλη της, ή και για τους δύο.

Γίνεται λόγος  και για το ευρωομόλογο, με στόχο  και πάλι την προσέλκυση κεφαλαίων. Και μάλιστα, κάτι τέτοιο θα συνδεόταν με έργα υποδομών, γεγονός που θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Η Ανατολική  και Κεντρική Ευρώπη, παραδείγματος  χάριν, ή ακόμη και η Νότια  Ευρώπη, δεν είναι τόσο συνδεδεμένες, όσο θα ανέμενε κανείς να είναι, εφόσον εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ενιαίας αγοράς. Μέσω των δικτύων μεταφορών ή ακόμη και μέσω της ευρυζωνικότητας, μπορεί να γίνει αυτή η διασύνδεση, την οποία και χρειαζόμαστε.

Τη χρειαζόμαστε επίσης και για το ενεργειακό δίκτυο, το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Επιθυμούμε να υπάρχει ένα εντελώς διαφορετικό δίκτυο και το ίδιο ισχύει και για τους αγωγούς που καταλήγουν στην Ευρώπη.

Το εγχείρημα  απαιτεί μεν χρηματοδότηση, αλλά χρηματοδότηση τέτοιου τύπου  είναι δυνατόν να βρεθεί και πρόκειται  να επιφέρει ανάπτυξη για την Ευρώπη. Επιτυγχάνοντας την ανάπτυξη, θα επιλυθεί σε σημαντικό βαθμό και το ζήτημα του χρέους. Θεωρώ επομένως ότι, με τον τρόπο αυτό, θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι υπάρχουν τρόποι να διαχειριστούμε το ζήτημα του προϋπολογισμού πιο δημιουργικά, από το να περιστείλουμε απλώς κάτι εδώ, να περικόψουμε κάτι εκεί, ή να προσθέσουμε κάτι ακόμη πιο πέρα. Νομίζω ότι πρέπει να δούμε τα νέα μέσα και εργαλεία, που έχουμε στα χέρια μας.

Δεύτερον, πολλοί έθιξαν το θέμα της αναδιάρθρωσης. Μάλιστα, όταν επήλθε η κρίση, όπως επισημάνατε, και καθώς διαβλέπαμε την κρίση να μας πλήττει άμεσα, στράφηκα στους συνεργάτες μου, Υπουργούς και συμβούλους, και ζήτησα να μου αναλύσουν όλες τις υπάρχουσες επιλογές: μία ήταν η χρεοκοπία και η αναδιάρθρωση.

Εξετάσαμε, όμως, όλες τις συνέπειες και αξιολογήθηκαν  ως χειρότερες, θα έλεγα, μάλιστα, και  καταστροφικές οι συνέπειες της  αναδιάρθρωσης, σε σύγκριση με τις δύσκολες αποφάσεις, τις οποίες τελικώς λάβαμε. Ασφαλώς, κάποιοι επλήγησαν περισσότερο  και αδίκως, ωστόσο, η κατάσταση θα ήταν πολύ δεινότερη, αν είχαμε επιλέξει τη χρεοκοπία.

Πρώτον, θα είχαμε απολέσει πλήρως κάθε αξιοπιστία και θα δυσχεραινόταν η όποια  επάνοδός μας στις αγορές για χρόνια. Τι θα σήμαινε αυτό; Θα σήμαινε ότι  θα αναγκαζόμασταν να στραφούμε για βοήθεια σε ένα φορέα που θα προσομοίαζε του ΔΝΤ, ή κάποιου άλλου που, στο μεταξύ, θα έπρεπε και να συγκροτηθεί, και μάλιστα, όχι για μια τριετία, αλλά ίσως με ορίζοντα δεκαετίας. Αποτελούσε άραγε αυτό βιώσιμη επιλογή για την Ελλάδα;

Δεύτερον, η χρεοκοπία θα σήμαινε ότι, πιθανότατα, οι πολίτες θα έσπευδαν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες, φοβούμενοι για την τύχη των χρημάτων τους, και τα τραπεζικά ιδρύματα ενδεχομένως να κατέρρεαν.

Όσο για  το σύστημα ασφάλισης και το συνταξιοδοτικό, δεν θα διέθετε περιθώρια καταβολής των συντάξεων. Δεν θα υπήρχε περιθώριο καταβολής μισθών. Θα γίνονταν αναγκαστικές απολύσεις.

Κρατήσαμε τον κόσμο στις θέσεις εργασίας του. Περικόψαμε τους μισθούς, αλλά οι άνθρωποι παρέμειναν στην εργασία τους και  αυτό είναι το σημαντικό. Είναι πολύ σημαντικό για την κοινωνική συνοχή. Δεν έγιναν απολύσεις.

Άρα, όντως, πήραμε δύσκολα μέτρα, αλλά προσπαθήσαμε να τα εφαρμόσουμε με τρόπο όσο  το δυνατόν λιγότερο επαχθή, αν και  ασφαλώς ήταν οδυνηρά, και με τρόπο  όσο το δυνατόν περισσότερο βιώσιμο για την οικονομία και το μέλλον της χώρας.

Ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις, και μπορώ  να σας δώσω τα σχετικά στοιχεία, εάν το επιθυμείτε, αναθέσαμε ήδη  σε ειδικούς συμβούλους μια πλειάδα  ζητημάτων. Κάποια αφορούν σε ιδιωτικοποιήσεις, κάποια άπτονται των λεγόμενων αναπτυξιακών τομέων. Υπάρχει το παλαιό Αεροδρόμιο του Ελληνικού, μια μεγάλη έκταση συνολικής επιφάνειας 600 εκταρίων, σε παραθαλάσσια περιοχή των Αθηνών, το οποίο θα μπορούσε να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα, αλλά και να λειτουργήσει ως χώρος πρασίνου, στέγασης πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και φιλοξενίας ενός πολιτιστικού κέντρου της πόλης. Το θεωρώ πολύ σημαντικό και, για το λόγο αυτό, συνεργαζόμαστε με το Κατάρ, ώστε να υλοποιηθεί η επένδυση αυτή.

Μας απασχολεί, επομένως, μια σειρά ζητημάτων και σχεδίων για τα επερχόμενα έτη. Αυτού του είδους οι ιδιωτικοποιήσεις και τα αναπτυξιακά προγράμματα θα φέρουν έσοδα της τάξεως των 50 δις περίπου.

Τέλος, σχετικά  με αυτό που είπε ο κ. Fleuger για το μήνυμα προς τον Γερμανικό λαό  – αυτό αφορά και σε μια άλλη, προηγούμενη ερώτηση – νομίζω ότι το θέμα βρίσκεται υπό συζήτηση στην Γερμανία, αλλά είναι υπεραπλουστευμένο να λέει κανείς, παρ’ όλο που το καταλαβαίνω, ότι «αυτοί οι Έλληνες, ναι, είχαν ένα πρόβλημα, γιατί όμως να πληρώνουμε για τους Έλληνες; Εκείνοι δημιούργησαν το πρόβλημα».

Πρώτα απ’ όλα, το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό. Ήταν εν μέρει συστημικό της Ευρωζώνης, ένα πρόβλημα που δεν αντιληφθήκαμε, ή δεν θέλαμε να αντιληφθούμε εν τη γενέσει του.

Για παράδειγμα, πράγματι, ο χαμηλότοκος δανεισμός ήταν εύκολος για πολλές χώρες. Αυτό όμως σήμαινε ότι, μερικές φορές, τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για σκοπούς μη παραγωγικούς.

Χρειαζόμαστε, συνεπώς, ένα μηχανισμό ελέγχου  του δανεισμού και παρακολούθησης του προϋπολογισμού, για να μην  εκτοξεύεται το έλλειμμα. Ο ελεγκτικός μηχανισμός δεν είχε δημιουργηθεί και αν υπήρχε, δεν ήταν επαρκώς εύρωστος ή αποτελεσματικός.

Αλλά μην  ξεχνάτε ότι οι πρώτες δύο χώρες  που υπονόμευσαν αυτό το μηχανισμό  του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ήταν η Γαλλία και η Γερμανία. Ο μηχανισμός, λοιπόν, λειτουργούσε.

Δεύτερον, όταν υπάρχουν μεγάλες διαφορές στα επιτόκια, δημιουργείται το αντίστροφο πρόβλημα. Υπάρχει το πρόβλημα δανεισμού χωρών  με πολύ υψηλά επιτόκια, που τις  καθιστά, τελικά, μη ανταγωνιστικές. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα και συμβαίνει και σε άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία και πιθανόν η Ισπανία, επειδή οι αγορές είναι πολύ νευρικές. Πρέπει συνεπώς να φροντίσουμε, το παιχίδι να είναι πιο ισότιμο.

Εδώ, πρέπει να λειτουργήσουν το EFSF και οι άλλοι  μηχανισμοί, για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα.

Καταλαβαίνω, όμως, την ψυχολογία στην Γερμανία, που μας λέει, «εντάξει, να ασχοληθούμε  με το πρόβλημα, αλλά να μην δημιουργήσουμε έναν ηθικό κίνδυνο. Δεν θέλουμε  να δημιουργήσουμε κίνητρα για χώρες, που θα τις ωθούν σε σπατάλη, σε υπερκατανάλωση, σε κακοδιαχείριση και κακοδιοίκηση. Γι’ αυτό, θέλουμε να βεβαιωθούμε ότι θα υπάρχουν ορισμένοι κανόνες και κανονισμοί».

Αυτό ακριβώς  κάνουμε. Αυτό που λέμε είναι, ναι, αναγνωρίζουμε  τα σφάλματα. Πληρώνουμε για τα λάθη μας, παράλληλα, όμως, αλλάζουμε την Ελλάδα.

Τελικά, πιστεύω  ότι αυτό που επιθυμούν η Γερμανία και οι Γερμανοί – κι αυτό είναι  το μήνυμά μου προς την Γερμανία και τους Γερμανούς – είναι  να δουν την Ελλάδα, όχι σε προβληματική κατάσταση, αλλά σε βιώσιμη κατάσταση, που θα συμβάλλει στο γενικό πλούτο, στη δύναμη της Ευρώπης, στη δύναμη του ευρώ, στο πλαίσιο μιας βιώσιμης και πράσινης οικονομίας.

Θα αποτελέσει ίσως πρότυπο, όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή. Ζούμε σε μια ασταθή περιοχή. Βρισκόμαστε στα Βαλκάνια, στα σύνορα της Μέσης Ανατολής. Η Αίγυπτος βρίσκεται στην απέναντι όχθη. Γειτονεύουμε με την Τουρκία. Βρισκόμαστε κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει στρατηγική σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνεπώς, πιστεύω  ότι αυτό που χρειάζεται τώρα είναι οι μηχανισμοί, που θα εξασφαλίσουν ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί στο μέλλον. Καταλήγω λοιπόν λέγοντας, ναι, συμφωνώ. Πρέπει να αποφύγουμε τον ηθικό κίνδυνο, πρέπει να δημιουργήσουμε τους μηχανισμούς, που θα βοηθήσουν τις χώρες που βρέθηκαν σε δυσκολία να προβούν στις αναγκαίες αλλαγές.

Αυτό εξετάζουμε με την Άνγκελα Μέρκελ. Νομίζω ότι  όλοι μας, όχι μόνον η κυρία  Μέρκελ, αλλά κι εγώ και πολλοί άλλοι  ηγέτες, όταν ξέσπασε η κρίση πριν από ένα χρόνο, δεν ξέραμε ακριβώς  πώς να την αντιμετωπίσουμε. Ήταν ένα άγνωστο πεδίο για την Ευρώπη και για πολλούς ηγέτες.

Συνεπώς, το γεγονός ότι η Ευρώπη αντέδρασε, με κάποια βραδύτητα μεν, ίσως βραδύτερα  απ’ ό,τι οι αγορές που αντιδρούν  ταχύτατα, οδήγησε όμως τελικά στη  θέσπιση ευρωπαϊκών κανόνων.

Προχωρήσαμε σε αλλαγές και πιστεύω ότι είναι σημαντικό, στις επόμενες συναντήσεις, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης και κατόπιν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου, να λάβουμε τις αναγκαίες αποφάσεις, ώστε το πρόβλημα να αποτελεί πλέον παρελθόν, να έχει αντιμετωπιστεί και να θέσουμε τις βάσεις για μια μελλοντική Ευρώπη, με καλύτερη διακυβέρνηση και παρακολούθηση, με πολιτικές που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και, όπως είπε η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, μια Ευρώπη της πράσινης ανάπτυξης, μια πολύ θετική προοπτική για την ήπειρό μας.

Σας ευχαριστώ  πολύ.

*Πηγή: ιστοσελίδα Γ.Παπανδρέου

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: