Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Τα πάντα γύρω από το σεξ {συνέντευξη του Γούντι Άλεν / βίντεο}


Τα πάντα γύρω από το σεξ {συνέντευξη του Γούντι Άλεν / βίντεο}

O Γούντι Άλεν (Woody Allen), (όνομα γέννησης Άλεν Στιούαρτ Κένιγκσμπεργκ (Allen Stewart Königsberg)) γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1935 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

O Γούντι Άλεν (Woody Allen), (όνομα γέννησης Άλεν Στιούαρτ Κένιγκσμπεργκ (Allen Stewart Königsberg)) γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1935 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Είναι Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κωμικός, συγγραφέας και μουσικός του οποίου ο μεγάλος όγκος των έργων του και το εγκεφαλικό εκφραστικό ύφος του τον κατέστησαν έναν από τους πιο διάσημους και δημιουργικούς παραγωγούς ταινιών της σύγχρονης εποχής. Γράφει και σκηνοθετεί τις ταινίες του ενώ έχει παίξει ρόλους σε πολλές από αυτές. Ο Άλεν αποδίδει μεγάλο μέρος της έμπνευσής του στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο και κυρίως στην πόλη της Νέας Υόρκης, όπου γεννήθηκε και έχει περάσει όλη του τη ζωή. Στην πραγματικότητα, η κινηματογραφική του περσόνα αποτελεί την ενσάρκωση ενός Εβραίου διανοούμενου της Νέας Υόρκης: νευρωτικός και εγωκεντρικός, κοσμοπολίτης και ταυτόχρονα ανασφαλής, με αυτοσαρκαστική αίσθηση χιούμορ. Έχει ύψος 1,65 μέτρα και βάρος 57 κιλά. Όντας μικρόσωμος, με αφρόντιστα μαλλιά, μεγάλη μύτη, τετράγωνα γυαλιά σε συνδυασμό με τα μπεζ, φαρδιά ρούχα που συνηθίζει να φοράει δημιουργούν το κάπως «χαζό» ύφος του.*

Τη συνέντευξη  πήρε ο Στιγκ Μπιέργκμαν το 2.002*.

ΣΤIΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ: Το σεξ εμφανίζεται ως ένα από τα πιο κυρίαρχα ζητήματα και θέμα­τα των ταινιών σας. Όσο μεγαλώνατε όμως, ήταν το σεξ ένα αντικείμενο συζήτησης που αποτελούσε ταμπού;

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ: Μα βέβαια, εντελώς! Κανείς δεν μίλαγε για σεξ, κανείς δεν έκανε σεξ.

Σ. ΜΠ.: Οπότε ο ρόλος του σινεμά ήταν ακόμα πιο σημαντικός: Έδινε τη δυνατότητα να δει κανείς πώς το κάνουν.

Γ. Α.: Η αλήθεια είναι ότι δεν έβλεπες και ποτέ σκηνές σεξ στο αμερικανικό σινε­μά. Γι’ αυτό και τα σχετικά ανέκδοτα με τις ξένες ταινίες. Στο παγκόσμιο σινεμά αποδεχόντουσαν το σεξ πολύ πιο ανοιχτά. Ο αμερικανικός κινηματογράφος είχε πάντα μια γελοία στάση απέναντι στο θέμα.

Σ. Μ Π.: Όταν ήσασταν μικρός λοιπόν, ποια ήταν όσα θα θέλατε να μάθετε για το σεξ, αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε;

Γ. Α.: Στ’ αλήθεια κάτι πολύ απλό: Πού μπορεί να το βρει κανείς; Και πόσο γρή­γορα; Μόνο αυτό με απασχολούσε — ποσότητα και διαθεσιμότητα.

Σ. ΜΠ.: Στους τίτλους της ταινίας αναφέρετε ότι το φιλμ βασίζεται στο βιβλίο του δόκτορα Ντέιβιντ Ρούμπιν. Τι είδους βιβλίο ήταν αυτό;

Γ. Α.: Προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για την επόμενή μου ταινία, αλλά είχα κολ­λήσει. Κι ένα βράδυ λοιπόν, γυρνώντας σπίτι με την Νταϊάν Κίτον έπειτα από έναν αγώνα μπάσκετ, ξαπλώνουμε, ανοίγουμε την τηλεόραση και πέφτουμε πάνω σ’ αυτόν το γιατρό ο οποίος είχε γράψει ένα πολύ δημοφιλές βιβλίο με τίτλο Όσα θα θέλατε να μάθετε για το σεξ και φοβόσασταν να ρωτήσετε. Ήταν γραμμένο υπό μορφή ερώτησης-απάντησης κι έπαιρνε ως δεδομένο ότι κανείς δεν ξέρει τίποτα για το σεξ. Οι ερωτήσεις που έθετε ο κόσμος ήταν του στιλ «Μπορεί μια γυναίκα να μείνει έγκυος όταν κάνει σεξ τις μέρες της περιόδου της;» ή «Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να… το κάνεις;». Χιλιάδες τέτοιες ερωτήσεις. Και τότε σκέφτηκα: «Γουάου, αυτό θα μπορούσε να γίνει μια πολύ αστεία ταινία». Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πάρω τα δικαιώματα του βιβλίου και να το αποδώσω με μικρά σκετσάκια. Ερώτηση και σκετς. Με καθαρό σκοπό το γέλιο. Ρώτησα λοιπόν τη United Artists και μου είπαν ότι τα δικαιώματα είχαν ήδη αγο­ραστεί από τον Έλιοτ Γκουλντ, αλλά ο ίδιος δεν φαινόταν να είχε σκοπό να κάνει κάτι σύντομα. Οπότε οι μάνατζερ μου μίλησαν με τους δικούς του, ζητήσαμε την άδειά του, κι εκείνος μας την έδωσε: «Φυσικά και μπορείτε να κάνετε την ται­νία σας. Θα σας πουλήσω τα δικαιώματα και κάντε ό,τι θέλετε». Έτσι κι έγινε, κι έτσι γύρισα την ταινία. Έμαθα ότι στο γιατρό δεν άρεσε καθόλου. Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον του φάνηκε ασήμαντη, αφελής, ανόητη. Αλλά ξέρετε κάτι; Και το βιβλίο ήταν ανόητο, κι αν ο γιατρός πράγματι ενδιαφερόταν για την επιστημονική εικό­να του, τότε δεν έπρεπε να πουλήσει τα δικαιώματα στα κινηματογραφικά στού­ντιο. Θα μπορούσε να είχε πέσει σε πολύ χειρότερα χέρια από τα δικά μου. Το βρήκα πάντως πολύ διασκεδαστικό να κάνω μια ταινία μικρών σκετς. Απλά για το κέφι μου.

Σ. ΜΠ.: Τελικά χρησιμοποιήσατε καθόλου υλικό από το ίδιο το βιβλίο; Γ. Α.: Χρησιμοποίησα ερωτήσεις. Μόνο τις ερωτήσεις. Όπως για παράδειγμα: «Τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του αντρικού οργασμού;». Αυτή ήταν μια πραγματι­κή ερώτηση από το βιβλίο. Κι εγώ έδωσα τη δική μου εκδοχή απάντησης με τα σπερματοζωάρια. Χρησιμοποιούσα λοιπόν αυτές τις ερωτήσεις και πρόσθετα τις απαντήσεις μου.

Σ. ΜΠ.: Στο πρώτο σκετς της ταινίας, με τίτλο «Φέρνουν αποτελέσματα τα αφροδισια­κά;», πρωταγωνιστούν δύο Βρετανοί, η Λιν Ρεντγκρέιβ και ο Άντονι Κουέιλ. Δίνετε την εντύπωση ότι έχετε μια αδυναμία στους βρετανούς ηθοποιούς. Στην πορεία της καριέ­ρας σας συνεργαστήκατε με πολλούς από αυτούς, όπως τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ, τον Μάικλ Κέιν, τον Ντένχολμ Έλιοτ, τον Ίαν Χολμ, την Κλερ Μπλουμ και μία πολύ αγαπημέ­νη μου η οποία βέβαια δεν είναι Βρετανίδα, αλλά Αυστραλή, την Τζούντι Ντέιβις.

Γ. Α.: Α, ναι. Τη λατρεύω. Είναι ιδιοφυία! Η βρετανική κινηματογραφική και θεα­τρική κοινότητα είναι, και ήταν πάντα, σπουδαία. Οι Βρετανοί διαθέτουν μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα ερμηνευτών από εμάς. Βέβαια, αν μιλάμε για τη συγκε­κριμένη ταινία, χρησιμοποίησα Βρετανούς επειδή έστηνα κάτι σαιξπηρικό και ήθελα να αποδώσω το είδος με μια συνέπεια. Γενικότερα τώρα, το πρόβλημα με την Αμερική, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, είναι ότι παράγει έναν συγκεκριμένο τύπο άντρα πρωταγωνιστή. Ξέρετε, βίαιο, σκληρό, πολεμιστή. Αντιθέτως στην Αγγλία έχει τη δυνατότητα να βρει κανείς ηθοποιούς που μπορούν να ερμηνεύσουν πραγματικούς άντρες. Απλούς, συνηθισμένους άντρες. Άντρες με ευαισθη­σίες. Γι’ αυτό λοιπόν κατέφευγα σε βρετανούς πρωταγωνιστές. Γιατί δεν μπο­ρούσα να βρω στους αντίστοιχους Αμερικανούς αυτό που χρειαζόμουν.

 

Scarlett Johansson (born November 22, 1984) is an American actress and singer. Johansson made her film debut in the 1994 film North and was later nominated for the Independent Spirit Award for Best Female Lead for her performance in 1996's Manny & Lo. Johansson rose to fame with her roles in 1998's The Horse Whisperer and 2001's Ghost World.

Σ. ΜΠ.: Και οι γυναίκες που χρησιμοποιήσατε; Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ, η Κλερ Μπλουμ; Γ. Α.: Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ υπήρξε πάντα μία από τις πιο αγαπημένες μου ηθοποιούς, και οι Ζωντανές αναμνήσεις μού έδωσαν επιτέλους την ευκαιρία να δουλέψω μαζί της. Δεν είχε δηλαδή να κάνει με το γεγονός ότι ήταν Αγγλίδα, αλλά με το πόσο εκτιμούσα την ερμηνευτική της στόφα. Η περίπτωση της Κλερ Μπλουμ προέκυψε γιατί ήθελα να βρω μια γυναίκα που να μπορεί να κουβαλήσει τον καθωσπρεπισμό της συζύγου στις Απιστίες και αμαρτίες. Πάντως είναι ευκολό­τερο να βρεις γυναίκες πρωταγωνίστριες στην Αμερική απ’ ό,τι άντρες. Υπάρχει μεγαλύτερη γκάμα γυναικείων χαρακτήρων στο σινεμά απ’ ό,τι αντρικών. Οπότε δεν χρειάζεται στ’ αλήθεια να καταφεύγω σε αγγλίδες πρωταγωνίστριες.

Σ. ΜΠ.: Ένας καρατερίστας της κλάσης του Ντένχολμ ‘Ελιοτ κάνει θαύματα σε μια ταινία όπως ο Σεπτέμβρης.

Γ. Α.: Είναι πολύ δύσκολο να βρεις τέτοιον ηθοποιό στην Αμερική.

Σ. ΜΠ.: Σε ελάχιστες περιπτώσεις έχετε χρησιμοποιήσει και μη αγγλόφωνους ηθοποιούς στις ταινίες σας, όπως τον Μαξ Φον Σίντοφ στη Χάνα και τις αδελφές της, και τη Μαρί- Κριστίν Μπαρόλ στις Ζωντανές αναμνήσεις. Γιατί δεν δουλέψατε με ακόμα περισσότε­ρους ηθοποιούς από το παγκόσμιο σινεμά;

Γ. Α.: Δεν είναι ότι δεν το σκέφτηκα. Αν μπορούσα να τους εντάξω στο υπόλοιπο καστ, τότε θα το έκανα. Δεν θα δίσταζα ποτέ να δουλέψω με οποιονδήποτε σουη­δό πρωταγωνιστή ή πρωταγωνίστρια. Όμως οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αντιμετωπί­ζουν ένα πρόβλημα με τ’ αγγλικά τους, κάτι που δεν συμβαίνει με τους Σουη­δούς. Με τους Γάλλους τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, καθώς και δεν μιλά­νε καλά αγγλικά, και έχουν πολύ βαριά προφορά. Οπότε δεν είναι εύκολο. Ενώ οι Σουηδοί ξέρουν πραγματικά πολύ καλά τη γλώσσα. Οπότε δεν θα δίσταζα ούτε στιγμή να δώσω ρόλο σε σουηδό ηθοποιό. Μακάρι να είχα κάποιο σενάριο το οποίο θα δικαιολογούσε την ύπαρξή τους. Είναι δύσκολο: Αν παρουσιάζεις την ιστορία μιας αμερικανικής οικογένειας, δεν μπορείς να έχεις τους μισούς ηθο­ποιούς Αμερικανούς, και τους άλλους μισούς Σουηδούς ή οποιασδήποτε άλλης ευρωπαϊκής προέλευσης.

Σ. ΜΠ.: Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ξέρετε, έχει συνεργαστεί με ηθοποιούς από άλλες χώρες, όπως η Λιβ Ούλμαν, η οποία είναι Νορβηγίδα.

Γ. ΑΛ. Όταν δηλαδή οι Σουηδοί παρακολουθούν την Ούλμαν στην Περσόνα ή στο Πάθος, μπορούν να διακρίνουν τη νορβηγική της προφορά;

Σ. ΜΠ.: Ναι, μια μικρή απόκλιση στην προφορά. Μιλάει εξαιρετικά σουηδικά, αλλά η προφορά της ακούγεται.

Γ.Α.: Όμως οι ηρωίδες που ερμηνεύει θα μπορούσαν να είναι νορβηγικής κατα­γωγής, σωστά;

Σ. ΜΠ.: Ναι. Ίσως όμως υπάρχει μια ταινία που κι αυτή η εξήγηση δεν θα έστεκε λογικά, — η Φθινοπωρινή σονάτα^ όπου υποτίθεται ότι είναι κόρη της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η οποία φυσικά μιλάει άπταιστα σουηδικά.

Γ. Α.: Όμως κανέναν δεν τον ενόχλησε αυτό, κανένας δεν το σχολίασε αρνητικά, έτσι δεν είναι; Το ίδιο συνέβαινε σ’ εμάς με τους βρετανούς ηθοποιούς. Μια αμερικανική οικογένεια με πατέρα τον Τζέιμς Μέισον. Ο οποίος δεν μιλούσε απλώς με βρετανική, αλλά με οξφορδιανή προφορά. Εμένα όμως αυτό πάντα με ενοχλούσε. Τι εννοώ… Στις Απιστίες και αμαρτίες  δεν αναφέρεται ποτέ από πού είναι η Κλερ Μπλουμ. Το ίδιο και στην περίπτωση του Μάικλ Κέιν στη Χάνο. Θα μπορούσε να είναι κάποιος που είχε μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη από το Λον­δίνο. Αλλά, αν πρόκειται για σχέση πατέρα-γιου ή κάποια άλλη τέτοιου είδους συγγένεια πρώτου βαθμού, τότε έχω πρόβλημα. Και πιστεύω ότι, αν ξέφευγε κάτι τέτοιο σε σύγχρονη αμερικανική ταινία, θα σχολιαζόταν αρνητικά.

Σ. ΜΠ.: Επιστρέφοντας στη συζήτηση μας για Τα πάντα γύρω από το σεξ, στο πρώτο σκετς ερμηνεύετε ένα γελωτοποιό της βασικής αυλής. Αυτό μοιάζει με προσαρμογή και συνέχιση του ρόλου σας ως stand up κωμικού.

Γ. Α.: Ναι, φυσικά. Το έκανα επίτηδες.

Σ. ΜΠ.: Πριν από λίγα χρόνια ξαναπαίξατε το γελωτοποιό, στον Βασιλιά Ληρ του Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Τι θυμάστε από αυτή την εμπειρία;

 

Σ. Μ Π.: Όταν ήσασταν μικρός λοιπόν, ποια ήταν όσα θα θέλατε να μάθετε για το σεξ, αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε;Γ. Α.: Στ' αλήθεια κάτι πολύ απλό: Πού μπορεί να το βρει κανείς; Και πόσο γρή­γορα; Μόνο αυτό με απασχολούσε — ποσότητα και διαθεσιμότητα.

Γ. Α.: Ήταν μοναδική εμπειρία για μένα, γιατί είμαι φανατικός θαυμαστής του έργου του Γκοντάρ. Όμως την ταινία δεν την είδα ποτέ. Δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ πάντως. Μου το ζήτησε ο ίδιος, ήρθε εδώ, μπήκε σ’ αυτό το γραφείο και μου ζήτησε να παίξω στον Βασιλιά Ληρ του. Για τον Γκοντάρ θα έκανα τα πάντα, τον θεωρώ έναν από τους μεγάλους δασκάλους. Επιπλέον μου είπε ότι θα με χρειαζόταν ένα μόνο πρωί για λίγες ώρες. Πήγα λοιπόν στο μέρος των γυρι­σμάτων, και τον βλέπω, φορώντας μπουρνούζι και κρατώντας πούρο, να στήνει το πλάνο. Είχε ένα πολύ μικρό συνεργείο, τρεις άνθρωποι όλοι κι όλοι. Ένας διευ­θυντής φωτογραφίας, ένας ηχολήπτης κι άλλος ένας τεχνικός. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο λιτό. Και μου ζήτησε λοιπόν να κάνω κάποια πράγματα, τα οποία κι έκανα γιατί μου το ζήτησε. Όμως, όση ώρα τα έκανα, ένιωθα ότι αυτή η ταινία θα βγει πολύ σαχλή. Πολύ ανόητη. Αλλά το έκανα για τον Γκοντάρ. Για την ευκαιρία να τον γνωρίσω. Τελείωσα το γύρισμά μου, έφυγα και δεν άκουσα ποτέ ξανά το παραμικρό για την ταινία. Δεν την είδα ποτέ.

Σ. ΜΠ.: Κι εγώ πέρσι την είδα για πρώτη φορά. Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Γκοντάρ επίσης, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι ο Βασιλιάς Ληρ είναι από τις πιο παράδοξες, από τις πιο δυσνόητες ταινίες του.

Γ. Α.: Ναι, όσο περνάνε τα χρόνια το σινεμά του γίνεται όλο και πιο ακατάληπτο, τόσο πειραματικό…

Σ. ΜΠ.: Μερικές από τις πιο πρόσφατες απόπειρες του πάντως, όπως η Nouvelle Vague, ή αυτή που έκανε στη Γερμανία με τον Έντι Κονσταντάιν, η Germany Year 90 Nine Zero, είναι πολύ όμορφες ταινίες. Συνδυάζουν την οπτική πανδαισία με την προσωπική του ποιητική σφραγίδα.

Γ. Α.: Αυτό είναι καλό νέο, μπράβο.

Σ. ΜΠ.: Μιλώντας για Τα πάντα γύρω από το σεξ, βρήκα πρόσφατα το χιουμοριστικό άρθρο σας «Ο χαιρετισμός μου προς τους αποφοίτους», όπου κάνετε το εξής ειρωνι­κό σχόλιο: «Ζούμε σε μια άκρως φιλελεύθερη χώρα. Ποτέ στο παρελθόν δεν ήταν η πορνογραφία τόσο διαθέσιμη. Τι κρίμα αυτές οι ταινίες να είναι τόσο κακοφωτισμέ­νες!». Πιστεύετε ότι η αμερικανική κοινή γνώμη έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά απέ­ναντι στο σεξ;

Γ. Α.: Αυτό που πολλές φορές αναφέρουμε ως «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στην ουσία σημαίνει ότι ό,τι είναι επιτρεπτό για τους άντρες δεν είναι για τις γυναίκες. Όμως γενικότερα η αμερικανική στάση απέναντι στο σεξ είναι νηπιακή.

Σ. ΜΠ.: Μια   πουριτανική στάση.

Γ. Α.: Αναμφίβολα.

Σ. ΜΠ.: Σ’ αυτή λοιπόν τη στάση απευθύνεται το άρθρο σας, αλλά και η ταινία σας; Γ. Α.: Ναι, γιατί, κακά τα ψέματα, μεγαλώσαμε με τέτοιες αντιλήψεις. Κι όσο γελοίες κι αν είναι, μας έχουν επηρεάσει.

Σ. ΜΠ.: Πιστεύετε ότι αυτή η στάση έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια; Σ’ ένα πρώτο επι­φανειακό επίπεδο παρατηρούμε αλλαγές. Μήπως όμως η ουσία έχει μείνει ίδια;

Γ. Α.: Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, στο σύνολο χους, απέναντι στο σεξ απο­τελεί ακόμα ένα μεγάλο ανέκδοτο. Σε μερικούς πιο καλλιεργημένους κύκλους έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος, αλλά γενικότερα η χώρα κρατάει ακόμη την ίδια γελοία στάση. Την οποία μπορείτε να διαπιστώσετε, για παράδειγμα, από τον τρόπο που π πλειοψηφία εκλέγει τους πολιτικούς αρχηγούς μας. Αν αυτοί οι πολιτικοί δεν αντιπροσωπεύουν την ίδια συντηρητική ηθική, είναι σχεδόν αδύνα­τον να εκλεγούν.

Σ. ΜΠ.: Στην Ευρώπη φαίνεται γελοίο, και ανησυχητικό επίσης, το γεγονός ότι οι υπο­ψήφιοι πρόεδροι σας πρέπει να εκθέτουν την οικογενειακή τους ζωή για να κριθεί δημο­σίως. Αν είχαν ποτέ εξωσυζυγικές σχέσεις κτλ…

Γ.Α.: Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στην Αμερική είναι βαθιά ριζωμένη η υποκρισία.

Σ. ΜΠ.: Το δεύτερο σκετς, με τον τίτλο «Τι είναι σοδομισμός;», είναι εξαιρετικά αστείο. Νομίζω ότι δώσατε στον Τζιν Γουάιλντερ τον καλύτερο ρόλο της ταινίας. Πώς τον επι­λέξατε και ποια είναι η γνώμη σας για εκείνον ως ηθοποιό;

Γ. Α.: Είναι ένας υπέροχος κωμικός. Ο σκοπός μου ήταν να μην εμφανίζομαι σε όλες τις ιστορίες της ταινίας, ήθελα να παίζω μόνο σε κάποιες απ’ αυτές. Οπότε έψαξα να βρω τους καλύτερους δυνατούς πρωταγωνιστές για τα σκετς όπου δεν θα εμφανιζόμουν ο ίδιος. Και νομίζω ότι ο Τζιν Γουάιλντερ είναι καταπληκτικός.

Σ. ΜΠ.: Κι εγώ τον βρήκα ευφυή σε αυτήν τη μικρή αλλά γεμάτη ένταση ιστορία. Αυτό που παρατήρησα συγκεκριμένα είναι ότι έχει μια προσωπική αίσθηση κωμικού ρυθμού. Χρησιμοποιεί πολύ μεγάλες, πολύ εκφραστικές παύσεις στο παίξιμο του. Είναι δικό του στοιχείο αυτό, ή δική σας σκηνοθετική οδηγία;

 

Scarlett Johansson (born November 22, 1984) Σ. ΜΠ.: Στους τίτλους της ταινίας αναφέρετε ότι το φιλμ βασίζεται στο βιβλίο του δόκτορα Ντέιβιντ Ρούμπιν. Τι είδους βιβλίο ήταν αυτό;Γ. Α.: Προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για την επόμενή μου ταινία, αλλά είχα κολ­λήσει. Κι ένα βράδυ λοιπόν, γυρνώντας σπίτι με την Νταϊάν Κίτον έπειτα από έναν αγώνα μπάσκετ, ξαπλώνουμε, ανοίγουμε την τηλεόραση και πέφτουμε πάνω σ' αυτόν το γιατρό ο οποίος είχε γράψει ένα πολύ δημοφιλές βιβλίο με τίτλο Όσα θα θέλατε να μάθετε για το σεξ και φοβόσασταν να ρωτήσετε.

Γ. Α.: Όχι, αυτός είναι ο δικός του προσωπικός ρυθμός. Ο ίδιος έχει κατά καιρούς αναφέρει ότι αισθανόταν σ’ αυτό το φιλμ που κάναμε μαζί να έχει πιάσει μια πιο υπόγεια κωμική φλέβα απ’ ό,τι στις άλλες ταινίες του. Αλλά όχι επειδή του είπα εγώ κάτι. Ήταν καθαρά θέμα δικού του κωμικού ρυθμού. Αν έχω να κάνω μ’ έναν ηθοποιό της τάξεως του Τζιν Γουάιλντερ, ο οποίος κάνει κάτι έξυπνο στην ταινία μου, απλώς θα φύγω από τα πόδια του. Θα επέμβω μόνο στην περίπτωση που τον δω να κάνει κάτι που θεωρώ λάθος για τον ήρωα του και την ταινία. Διαφορετικά δεν βρίσκω το λόγο να προσλαμβάνει κανείς ηθοποιούς της κλάσης του Τζιν Γουάιλντερ ή του Τζιν Χάκμαν άμα είναι να βρίσκεται συνεχώς πάνω από τα κεφάλια τους και να τους ενοχλεί. Έχουν ένα εξαιρετικό ένστικτο πάνω στη δουλειά τους. Έχουν διαβάσει το ρόλο. Αν έχουν απορίες, με ρωτάνε. Πολύ συχνά δεν ρωτάνε τίποτα. Καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Το κάνουν λοιπόν, και το. κάνουν πολύ καλά. Πολλές φορές δεν έχω τίποτα να παρατηρήσω. Άλλες το μόνο που έχω να τους ζητήσω είναι να το πάμε πιο γρήγορα. Για παράδειγμα, υπάρχει μια σκηνή στη Χάνα και τις αδελφές της, μια σκηνή καβγά μεταξύ του Μαξ Φον Σίντοφ και της Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, για την οποία είχαν κάνει πρόβες, μόνοι τους. Όταν μου την έδειξαν, κρατούσε διπλάσιο χρόνο απ’ αυτόν που τελικά είδατε εσείς στην ταινία. Ήταν απίστευτα αργοί. Το μόνο που είχα να κάνω σε αυτή την περίπτωση ήταν να τους πω: «Πρέπει να το πάτε πολύ πιο γρήγορα, δεν γίνεται να πάρει τόσο χρόνο από την ταινία αυτή η σκηνή». Όμως τα ερμηνευτικά ένστικτα για το πώς να απο­δώσουν τη σκηνή ήταν τα δικά τους. Και την απέδωσαν καταπληκτικά.

Σ. Μ Π.: Πιστεύετε ότι αυτός ο πιο αργός ρυθμός θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μαξ είναι Σουηδός, κι εμείς οι Σουηδοί δρούμε κι αντιδρούμε σε πιο αργές ταχύ­τητες, είμαστε συνηθισμένοι σε πιο αργούς ρυθμούς;

Γ. Α.: Έχω την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί —όλοι οι ηθοποιοί— μακρηγορούν στις σκηνές τους γιατί εκείνη τη στιγμή τις απολαμβάνουν. Τους αρέσει αυτό που κάνουν και δεν συνειδητοποιούν ότι, όταν το δουν, δεν θα φαίνεται τόσο ενδια­φέρον, ειδικά στο κοινό. Γιατί, όταν κινηματογραφείς μια πράξη και την προβάλ­λεις, μοιάζει δυο φορές πιο αργή. Δεν νομίζω ότι το αντιλαμβάνονται αυτό. Είναι δύσκολο να το καταλάβεις. Επειδή εκείνοι περνάνε ωραία στο γύρισμα, νομίζουν ότι το ίδιο θα διασκεδάσει και το κοινό..Αλλά, ναι, θα έλεγα ότι ο ρυθμός των ευρωπαϊκών ταινιών είναι πολύ πιο αργός απ? τον αντίστοιχο αμερικανικό. Εμείς κρατάμε ένα πιο νευρικό τέμπο. Εκτός από τα πρώτα έργα του Γκοντάρ, όπως λόγου χάρη τα Με κομμένη την ανάσα και A Woman Is a Woman, όλα τα υπό­λοιπα ευρωπαϊκά φιλμ είναι χαμηλότερων ρυθμών.

Σ. ΜΠ.: Η αλήθεια είναι ότι το έχω παρατηρήσεις κι εγώ: Πολλοί ηθοποιοί δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση κινηματογραφικού χρόνου, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με όλους όσοι κάνουν πολύ θέατρο.

Γ. Α.: Φυσικά, εδώ είναι δύσκολο για τον ίδιο το σκηνοθέτη να έχει αίσθηση του χρόνου. Οι ηθοποιοί δεν πρόκειται να το καταλάβουν ποτέ. Δεν είχα όμως τέτοιο πρόβλημα με τον Τζιν Γουάιλντερ. Είχε καταλάβει και τον ήρωα και το ρόλο, και έδωσε μια τέλεια ερμηνεία. Ασχολήθηκα ελάχιστα μαζί του. Είναι πολύ σημαντι­κό για μένα να παίρνω την αυθόρμητη ερμηνεία του ηθοποιού. Τις προάλλες παρακολουθούσα μια συνέντευξη της Λιβ Ούλμαν στην τηλεόραση. Μιλούσε για το πόσο την ενοχλεί που κάποιοι σκηνοθέτες δεν κάνουν σωστή προετοιμασία. Είναι ανασφαλείς, εμφανίζονται στο γύρισμα απροετοίμαστοι. Το ανέφερε σε σχέση με τη δική της ταινία που μόλις είχε σκηνοθετήσει. Δεν θα μπορούσα να έχω πιο αντίθετη γνώμη. Σχεδόν σοκαρίστηκα όταν πρόσφατα δούλεψα με τον Πολ Μαζέρσκι. Έπαθα πλάκα με το πόση προετοιμασία είχε κάνει. Είχε από πριν επισκεφτεί το σετ και τα διάφορα άλλα μέρη γυρισμάτων και τα είχε μελετήσει. Μετά μας πήγε όλους, και τους ηθοποιούς, σε καθένα από αυτά, ώστε να τα δούμε όλοι μαζί προτού ξεκινήσει το γύρισμα. Για κάθε πλάνο ήξερε από πριν πού θα τοποθετούσε την κάμερα. Έκανε πάρα πολλή προετοιμασία, κι όλα κύλη­σαν ομαλά, και το διασκεδάσαμε πολύ. Όμως εγώ δεν δουλεύω έτσι. Κάνω ρεπεράζ μαζί με τον καλλιτεχνικό μου διευθυντή. Καταλήγουμε, συμφωνούμε, τέρμα. Ένα μήνα πριν φύγουμε για γύρισμα, ή λίγες εβδομάδες πριν φύγουμε για γύρι­σμα, στέλνω το διευθυντή φωτογραφίας μου εκεί και συζητάμε πέντε πράγματα για πέντε λεπτά. Απλώς για να είμαστε σίγουροι ότι καταλήξαμε στις σωστές επι­λογές. Έπειτα απ’ αυτό ούτε που το ξανασκέφτομαι, το διώχνω από το μυαλό μου. Και το πρωί που εμφανίζομαι στο σετ δεν έχω ιδέα τι θα γυρίσω και πώς. Θέλω να μου βγει αυθόρμητα εκείνη τη στιγμή. Κάνω ένα γύρο του χώρου, πρώτα μόνος μου και μετά με το διευθυντή φωτογραφίας μου. Πετάμε ιδέες ο ένας στον άλλο, και ταυτόχρονα σκέφτομαι πώς θα στήσω τους ηθοποιούς μου. Μετέπειτα φωτίζουμε τη σκηνή. Και τότε, μόνο τότε, φωνάζω να έρθουν οι ηθο­ποιοί και τους εξηγώ τι θα κάνουν και πώς θα στηθούν. Τους δίνω γενικές κατευ­θύνσεις όμως, ποτέ εξειδικευμένες οδηγίες. Και ξεκινάμε γύρισμα. Πολλές φορές η πρώτη πρώτη λήψη παραμένει και η καλύτερη, όσες φορές και να το επαναλάβουμε μετά. Σε άλλες περιπτώσεις μάς παίρνει περισσότερο χρόνο. Χρειάζονται χρόνο οι ηθοποιοί να χαλαρώσουν στη σκηνή, και ίσως π τρίτη ή η δέκατη να είναι η καλύτερη λήψη. Πάντως δεν γίνεται ποτέ πρόβα ή προετοιμα­σία. Από τη στιγμή που θα τελειώσω με το σενάριο —το ξαναγράφω και μία φορά για να είμαι βέβαιος ότι όλα είναι ΟΚ—, δεν το ξανακοιτάζω, πραγματικά ποτέ, μέχρι να ξεκινήσουμε γύρισμα. Ούτε το ρόλο μου δεν μαθαίνω. Διαβάζω στα πεταχτά τα λόγια μου δέκα λεπτά πριν γυρίσουμε μια σκηνή. Πολύ πολύ συχνά —στις περισσότερες ταινίες μου— είμαι ο μόνος που δεν έχει μια κόπια του σε­ναρίου. Στέλνω το σενάριο σε όλους, το τυπώνουν και όλοι παίρνουν από μια κόπια. Αλλά εγώ δεν έχω τυπωμένη κόπια, ούτε στο σπίτι ούτε πουθενά. Όσο λιγότερο το μελετάω, τόσο πιο φρέσκο παραμένει στο μυαλό μου.

Σ. ΜΓΊ.: Και τελικά ποιος είναι ο μέσος όρος των λήψεων που κάνετε για κάθε σκηνή; Φαντάζομαι ότι διαφέρει ανάλογα με την ταινία ή με τις απαιτήσεις της κάθε σκηνής.

Γ. Α.: Προσπαθώ να μην κάνω πολλές. Γύρω στις τέσσερις πάνω κάτω. Θα ήμουν ευτυχής αν έκανα δύο. Μία, και μία για ασφάλεια. Υπήρξαν φορές βέβαια που αναγκάστηκα να κάνω περισσότερες. Στον Ατσίδα του Μπρόντγουεϊ έκανα πενή­ντα λήψεις για να μου βγει κάτι. Αλλά αυτό είναι πολύ σπάνιο.

Σ. ΜΠ.: Η τρίτη ιστορία στο Τα πάντα γύρω από τα σεξ είναι ένα ημιιταλόφωνο σκετς όπου εσείς και η Λουίζ Λάσερ μιλάτε, κακήν κακώς, ιταλικά.

Γ. Α.: Ναι, αποστηθίσαμε φωνητικά τη διάλεκτο.

Σ. Μπ.: Όλο αυτό βέβαια είναι ξεκάθαρη παρωδία των ιταλικών ταινιών. Είχατε κάποιο συγκεκριμένο φιλμ ή σκηνοθέτη στο μυαλό σας;

Γ. Α.: Όχι, αν και περνούσα κάπως την Αντονιόνι περίοδο μου. Η πρώτη σκέψη για τη σκηνή ήταν να τη γυρίσουμε μ’ εμάς ως χωρικούς, ώστε να βγει αυτή η πολύ οικεία, στερεότυπη εικόνα που έχουμε από ταινίες του Φελίνι ή του Ντε Σίκα. Αλλά μετά σκεφτήκαμε: «Γιατί να μην τους δείξουμε πλούσιους και καλλιεργημένους, προσεγγίζοντας ένα άλλο κομμάτι του ιταλικού σινεμά;». Κι αυτό κάναμε τελικά.

Σ. ΜΠ.: Ντύνετε τους τίτλους της ταινίας κι όλες αυτές τις σκηνές με τα κουνέλια με αυτό το υπέροχο τραγούδι του Κόουλ Πόρτερ «Let’s Misbehave». Ο Κόουλ Πόρτερ μοιάζει να είναι ο αγαπημένος σας συνθέτης. Μουσικές του ακούγονται σε πολλές από τις ταινίες σας.

Γ. Α.: Δικές του είναι και οι συνθέσεις των τίτλων αρχής και των τίτλων τέλους στα Παντρεμένα ζευγάρια. Ναι, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είμαι εθισμένος στον Κόουλ Πόρτερ. Στα Παντρεμένα ζευγάρια χρησιμοποιώ το «What Is the Thing Called Love». Μια καταπληκτική του εκτέλεση. Μια πολύ πολύ παλιά εκτέλεση όπου τρομπέτα παίζει ο Μπάμπερ Μίλεϊ, ένας καταπληκτικός μουσικός που συνεργαζόταν συχνά με τον Ντιουκ Έλινγκτον και τον Τζέλι Ρολ Μόρτον.

*Πηγή: Ο Γούντι Άλεν για τον Γούντι Άλεν, εκδόσεις Μεταίχμιο. Το βιβλίο περιέχει αρκετές συνεντεύξεις του Γούντι Άλλεν και σας το προτείνουμε.

*Βικιπαίδεια και από εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: