Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Ομίχλη: Γιώργος Ιωάννου / Σορολόπης /1927-16 Φεβρουαρίου 1985


Ομίχλη: Γιώργος Ιωάννου / Σορολόπης /1927-16 Φεβρουαρίου 1985

«Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.»

Τίτλος: Κέντρο διερχομένων Νίκος Μαμαγκάκης - Γιώργος Ιωάννου  Ελευθερία Αρβανιτάκη - Δημήτρης Ψαριανός Δημήτρης Κοντογιάννης  Τίτλοι   	 1. Η Ομόνοια 2. Κλειστά παράθυρα 3. Ο Σαλονικιός 4. Όχι μαζί 5. Το νιώθω τώρα 6. Το γράμμα 7. Κέντρο διερχομένων 8. Λαϊκά ξενοδοχεία 9. Δεν ξέρω πια 10. Μείνε κοντά μου 11. Τατουάζ

Τίτλος: Κέντρο διερχομένων Νίκος Μαμαγκάκης - Γιώργος Ιωάννου Ελευθερία Αρβανιτάκη - Δημήτρης Ψαριανός Δημήτρης Κοντογιάννης Τίτλοι 1. Η Ομόνοια 2. Κλειστά παράθυρα 3. Ο Σαλονικιός 4. Όχι μαζί 5. Το νιώθω τώρα 6. Το γράμμα 7. Κέντρο διερχομένων 8. Λαϊκά ξενοδοχεία 9. Δεν ξέρω πια 10. Μείνε κοντά μου 11. Τατουάζ

Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-16 Φεβρουαρίου 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς.

Ο Γιώργος Σορολόπης (όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Γιώργου Ιωάννου) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927. Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης και για ένα διάστημα υπηρέτησε ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Εργάστηκε ως φιλόλογος αρχικά σε ιδιωτικά σχολεία στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και στη συνέχεια σε δημόσια σχολεία σε διάφορες περιοχές της χώρας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο ελληνικό γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Πέθανε στα 58 του χρόνια, στις 16 Φεβρουαρίου του 1985.

Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο. Το 1981 εξέδωσε ένα θεατρικό έργο για παιδιά, Το αυγό της κότας. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το παιδικό ανάγνωσμά του Ο Πίκος και η Πίκα.*
Ομίχλη

Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
*Πηγές H Μόνη Κληρονομιά, Kέδρος 1982), Βικιπαίδεια
Διαβάστε ακόμη: Γιώργος Ιωάννου
Ενας συγγραφέας με «Το δικό μας αίμα»
 

Η σκάλα του Ιακώβ
Η καρδιά του σταθερά ελκύεται από τους κακοπαθημένους
Γιώργος Ιωάννου 1927-1985: Ημερομηνίες από τη ζωή και το έργο του
Η σύγχρονη ιστορία της Θεσσα λονίκης μέσα από τα μάτια του
Ρεπορτάζ από τη Θεσσαλονίκη του σήμερα
Μια συνέντευξή του το 1978 στην «Καθημερινή»
«Για χάρη του έργου μου ανασ τέλλω συνεχώς τη ζωή μου…»
Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από την ντουλάπα…
Βίωμα θανάτου στον Γ. Ιωάννου: ποιητική και πεζογραφική εκδοχή
Μεταφράζοντας Στράτωνος «Μούσα Παιδική», ως αντίδοτο
«Φυλλάδιο» – η επίπεδη επιφάνεια της σφαίρας
Για τα απολυτρωτικά ρεμπέτικα
Μια βραδιά καρναβαλιού
Τα μυθιστορήματα που δεν έγραψε


Advertisements

One response to “Ομίχλη: Γιώργος Ιωάννου / Σορολόπης /1927-16 Φεβρουαρίου 1985

  1. Pingback: Γιώργος Ιωάννου.Ένας συγγραφέας με «Το δικό μας αίμα» « Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: