Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Μετανάστευση: η πέμπτη υπερδύναμη [Η παγκόσμια, η ελληνική και η αλβανική περίπτωση]


Μια ενδιαφέρουσα και σοβαρή επιστημονική και προσέγγιση τους μεταναστευτικού ζητήματος που από τον κ. Κώστα Βέργο, στο περιοδικό Γεωστρατηγική.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: Η ΠΕΜΠΤΗ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗ
Η παγκόσμια, η ελληνική και η αλβανική περίπτωση
Κώστας Βέργος
Γεωστρατηγική, τ.9, Μάιος 2006* 

.

Περιεχόμενα:
1. Το Μεταναστευτικό Ζήτημα
2. Το Μεταναστευτικό Ζήτημα σε Αριθμούς
3. Η Ελλάδα της Προσφυγιάς και της Διασποράς
4. Η Αλβανία της Προσφυγιάς και της Διασποράς
5. Οι Νόμοι
6. Οι Φορείς

Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην,
ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος,
ουκ ένι άρσεν ουδέ θήλυ
πάντες γαρ υμείς εις εστέ…
Παύλος, Προς Γαλάτας, 3,28

1. Το Μεταναστευτικό Ζήτημα
200.000.000 είναι σήμερα οι μετανάστες του κόσμου. Από πλευράς πληθυσμού, η πέμπτη χώρα στον κόσμο. Από πλευράς δύναμης, η μελλοντική υπερδύναμη.
«Οι παγκόσμιες περιπτώσεις διασποράς, αντί για τοπικά εθνικά κράτη, θα μπορούσαν να είναι τα κύματα του μέλλοντος.» (Toynbee 1961). Το σημερινό φαινόμενο της μετανάστευσης σε παγκόσμια κλίμακα κρύβει, ίσως μέσα του εκείνα τα κύματα του μέλλοντος, που διέκρινε ο ιστορικός του 20ου αιώνα.[1]
Οι οργανωμένες σε παγκόσμια κλίμακα και με τις ευκολίες των νέων τεχνολογιών εθνικές διασπορές θα είναι, κατά τον αριθμό, περισσότερες από τα περίπου 200 αναγνωρισμένα σήμερα έθνη-κράτη και θα προάγουν τις δικές τους προτεραιότητες και την δική τους πολιτική και πολιτισμική ατζέντα – άλλοτε σε συνεργασία με τα κράτη προέλευσης ή φιλοξενίας άλλοτε σε σύγκρουση με τα κράτη προέλευσης ή φιλοξενίας.

Μπορεί το ζήτημα της μετανάστευσης να είναι ένα ζήτημα που θα εξακολουθήσει να το διαχειρίζεται το τυπικό έθνος-κράτος, ως ultima ratio του έθνους-κράτους, που έχει να κάνει με τα γεωγραφικά του σύνορα, η δεύτερη και η τρίτη, όμως, γενιά των μεταναστών, με τις ευκολίες της επικοινωνίας που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες, θα υπερβαίνουν τα όρια του έθνους-κράτους – τουλάχιστον κατά ένα μέρος των δραστηριοτήτων τους.
Έναντι του ενδεχόμενου μιας ρήξης με το παρελθόν σε ό,τι αφορά τον αποκλειστικό ρόλο των εθνών-κρατών στο διεθνές περιβάλλον και την σταδιακή ανάδειξη των διασπορών ως ανεξάρτητων πολιτικών και πολιτισμικών οντοτήτων, υπάρχουν αντιδράσεις που εκτείνονται από το όριο του απλού προβληματισμού για τον νέο ρόλο ευθύνης του έθνους-κράτους μέχρι την μεθόδευση ενός ρατσισμού εναντίον των μεταναστών. Ο γνωστός από την μεταψυχροπολεμική Σύγκρουση των Πολιτισμών, Samuel Huntington, έγραψε πρόσφατα (το 2004) ένα βιβλίο για την απειλή της μαζικής ισπανόφωνης μετανάστευσης εναντίον της εθνικής ταυτότητας των Ηνωμένων Πολιτειών. Προεκτείνοντας τον προβληματισμό και την ανησυχία του, ο Huntington ισχυρίζεται ότι η σημερινή μετανάστευση απειλεί τις εθνικές ταυτότητες των φιλοξενουσών χωρών, διότι, σε αντίθεση με το παρελθόν, οι σημερινές διασπορές δεν είναι διατεθειμένες να αφομοιωθούν από τις φιλοξενούσες χώρες.
Πρέπει να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι η διεθνής μετανάστευση, ως συνολικό μέγεθος, συνιστά από πλευράς πληθυσμού την πέμπτη ‘χώρα’ στον κόσμο. Σ’ αυτή την πέμπτη ‘χώρα’, την ‘χώρα’ της ανά την υφήλιο διασποράς, κρύβεται ο παράδεισος και η κόλαση μαζί. Αν αφήσουμε το φαινόμενο να το διαχειρισθούν η επιπολαιότητα μιας φοβικής μαζικής ψυχολογίας και η μαφία του διεθνούς τράφικινγκ, τότε μάλλον θα οδηγηθούμε προς την κόλαση, με εξεγέρσεις των ‘αθλίων’ και των γκέτο, όπως πρόσφατα συνέβη με τους μετανάστες των γκετοποιημένων προαστίων του Παρισιού (γάλλους υπηκόους καθ’ όλα, ας υπενθυμίσουμε!). Αν, από την άλλη πλευρά, δούμε τις δυνατότητες που ως πράγματι πλούσια ανθρωπότητα έχουμε, τότε μπορούμε να κάνουμε την πέμπτη αυτή ‘χώρα’ μια υπερδύναμη πολιτισμού, πολυπολιτισμικότητας, ειρηνικής συνύπαρξης και ανάπτυξης.
Στην παρούσα εργασία επιχειρούμε να αναδείξουμε μερικές από τις διαστάσεις του μεταναστευτικού ζητήματος, όπως αυτό εκδηλώνεται σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Είναι αλήθεια ότι η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες, αιφνιδιάσθηκε και αποδείχθηκε εντελώς απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει την μετανάστευση που από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε την εμφάνισή της με μαζικό τρόπο. Πρυτάνευσαν, καθ’ όλη την δεκαετία του 1990, οι αυτοσχεδιασμοί, οι ασυντόνιστες πρωτοβουλίες, οι καιροσκοπισμοί των μικρο-μεσαίων εργοδοτών για το χαμηλό και ανασφάλιστο μεροκάματο και τελικώς, με τη συνδρομή και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μια γενικευμένη ξενοφοβική αντίδραση στα όρια του ρατσισμού. Έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια, για να ξεκινήσουν οι πιο συντονισμένες και ορθολογικές πολιτικές που θα αντιλαμβάνονταν την νέα πραγματικότητα και θα σέβονταν τις αρχές του κλασικού πολιτισμού του ασύλου.
Αυτό που συνέβη στην χώρα μας, συνέβη, αν και όχι τόσο άναρχα, και στις υπόλοιπες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Και εκεί χρειάσθηκαν περί τα δέκα χρόνια για να αρχίσουν να αντιδρούν οι κοινωνίες πιο συντεταγμένα και ορθολογικά στο φαινόμενο της μετανάστευσης που ξεκίνησε το 1990. Από το 2000 και μετά, αρχίζουν να εκπονούνται από όλους σχεδόν τους διεθνείς φορείς προγράμματα και πολιτικές που αναγνωρίζουν την ωμή πραγματικότητα του τρομακτικού ανοίγματος του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών ως την αιτία της μεγάλης μετανάστευσης της τελευταίας δεκαπενταετίας (και της μεγάλης επίσης μετανάστευσης που όλες οι έγκυρες εκθέσεις πιστεύουν ότι θα συνεχισθεί και την επόμενη δεκαπενταετία).

Σε ένα πρώτο, διαχειριστικό, επίπεδο, η σύγχρονη μετανάστευση συνιστά ένα διττό πρόβλημα: ένταξη των μεταναστών στις χώρες υποδοχής, από την μια πλευρά, και, από την άλλη πλευρά, αντιμετώπιση των πιεστικών οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων στις χώρες αποστολής. Αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού των μεταναστών στις κοινωνίες υποδοχής, από την μια πλευρά, και, από την άλλη πλευρά, παροχή συγκεκριμένων υλικών κινήτρων για την αποθάρρυνση περαιτέρω μετανάστευσης. Αυτό, όμως, το διττό πρόβλημα δεν είναι παρά το προπέτασμα, πίσω από το οποίο κρύβονται τα κύματα του μέλλοντος. Διότι, έτσι ή αλλιώς, και παρά τους προβλεπόμενους επαναπατρισμούς μεταναστών, η μόνιμη παρουσία εθνικών διασπορών, με οργάνωση και αιτήματα (και έναντι της φιλοξενούσας χώρας και έναντι της χώρας προέλευσης), θα αποτελέσει μια πολιτική και οικονομική πραγματικότητα του μέλλοντος.
Σε ένα δεύτερο, λοιπόν, πιο πολιτικό και πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, το σύγχρονο φαινόμενο της μετανάστευσης φαίνεται να συνιστά μάλλον πρόβλημα ριζικής και οριστικής αμφισβήτησης της παλαιάς υπόθεσης περί της μιας και μοναδικής εθνικής προσήλωσης και νομιμότητας. Η προσήλωση και νομιμότητα θα είναι, πλέον, διπλή – με όποια δημιουργικότητα αλλά και όποιο καιροσκοπισμό μπορεί να συνεπάγεται αυτό σε ακραίες περιπτώσεις πολιτικής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό το πολιτικό και μακροπρόθεσμο επίπεδο, πρέπει να αναμένουμε την συγκρότηση νέων πολιτικών υποκειμένων, άλλοτε χαλαρών άλλοτε όχι τόσο χαλαρών.
Πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις μελλοντικές οργανωμένες εθνικές διασπορές ως νέους πόλους εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής επιρροής. Μπορεί αυτές οι διασπορές να δημιουργούνται, επί του παρόντος, ως ταπεινές, εργατικές διασπορές, δεν θα αργήσουν όμως να προσλάβουν και τα αριστοκρατικά εκείνα στοιχεία, που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη νέων αφηγήσεων πολιτικο-θρησκευτικής προσήλωσης. Εξ άλλου, στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, που από δεκαετίες τώρα φιλοξενούν μετανάστες (και δη μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς) του Μαγκρέμπ ή των Ινδιών, το φαινόμενο των νέων πολιτικο-θρησκετικών προσηλώσεων είναι από καιρό γνωστό και παράγει ήδη τα δικά του πολιτικά αποτελέσματα, άλλοτε οργανώμενα – από οργανωμένες ομάδες πίεσης – άλλοτε ανεξέλεγκτα και κατά λίαν απρόβλεπτο τρόπο. Το φαινόμενο θα ενταθεί για πολλούς λόγους: πρώτον, οι νέες τεχνολογίες κάνουν εφικτή την επαφή με τα πάτρια εδάφη ακόμη και για τους πιο φτωχούς και απόκληρους, δεύτερον, οι φιλοξενούσες χώρες, με το κρίσιμο μέγεθος μεταναστευτικού πληθυσμού ήδη στους κόλπους τους, δεν μπορούν παρά να φερθούν ανεκτικά και, τρίτον, αυτή η ανεκτικότητα έναντι της πολυπολιτισμικότητας είναι μια από τις προεξάρχουσες διαστάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού, από την εποχή του τέλους των αιματηρών θρησκευτικών και εμφυλίων πολέμων.
Οι μετανάστες, από την στιγμή που θα εντάσσονται ομαλώς στον κοινωνικό ιστό της φιλοξενούσας χώρας (ως προς την εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, την πρόνοια και τις λοιπές κρατικές υπηρεσίες), θα ομνύουν σε ‘δύο πατρίδες’. Σε συνθήκες παγκόσμιας διάχυσης των πιο διαφορετικών πολιτισμών και των πιο διαφορετικών πολιτισμικών προτύπων, κλονίζονται παλιές υποθέσεις περί μιας και μοναδικής πίστης, προσήλωσης και ταυτότητας. Λόγω του μεγέθους και της ιδιαιτερότητας του σημερινού μεταναστευτικού ρεύματος, οι συνέπειες επί τέτοιων μονολιθικών υποθέσεων, στις οποίες, όπως ξέρουμε, οικοδομήθηκε το σύγχρονο έθνος-κράτος θα είναι κοσμογονικές. Οι ‘δυο πατρίδες’ θα υπάρχουν στον συναισθηματικό ορίζοντα των μεταναστών της δεύτερης και τρίτης γενιάς, ακόμη και αν αυτοί δεν θα γνωρίζουν την γλώσσα της πρώτης τους πατρίδας παρά ελάχιστα. (Η lingua franca της εποχής μας θα επιτρέπει την επικοινωνία, ούτως ή άλλως!) Αν οι δύο πατρίδες θα συγκρούονται, τότε τα πράγματα θα αρχίζουν να γίνονται στενόχωρα για όλους!
Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, τέλος, η χειρότερη εκδοχή, που είναι η εκδοχή των απάτριδων – όχι των απάτριδων της παλιάς ιντελιγκέτσιας της διεθνιστικής Αριστεράς, αλλά των απάτριδων ενός διεθνούς λούμπεν προλεταριάτου. Ενίοτε, λόγω κακουχιών, χάνονται από τον ορίζοντα και οι δυο πατρίδες. Τέτοιοι απάτριδες, που δεν λογοδοτούν πουθενά και σε κανένα, δεν αναγνωρίζουν στην πράξη καμία πηγή νομιμότητας.
Στην χώρα μας, ήδη, παιδιά γεννιούνται και μεγαλώνουν υπό την σκιά της παρανομίας, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον περιθωριοποίησης. Είναι ενδεχόμενο όταν ανδρωθούν να διεκδικήσουν όσα η κοινωνία τούς στέρησε. Ο πλέον πρόσφορος τρόπος, τότε, ίσως φανεί ότι είναι η ένταξη σε δομημένες υποκουλτούρες. Το ‘παιγνίδι’, πράγματι, θα παιχθεί στην δεύτερη γενιά, όπως ξέρουμε καλά και από την ευρωπαϊκή εμπειρία. Και είτε θα παιχθεί με ‘ανοιχτά χαρτιά’ και όρους διαφάνειας και δημοκρατίας, είτε θα παιχθεί με όρους αποκλεισμού και ανεξέλεγκτων αντιδράσεων μιας ‘εγκληματικοποιημένης’ μεταναστευτικής κοινότητας δεύτερης και τρίτης γενιάς. Για την φιλοξενούσα πλευρά, είτε θα παιχθεί με την πίστη σε μια εξωστρεφή παιδεία, που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από ξένους επηρεασμούς, είτε θα παιχθεί με όρους φοβιών και ανασφαλειών που θα εδράζονται σε έλλειψη αυτής ακριβώς της παιδείας. (Προς το παρόν, η περίπτωση των έντονων χωροταξικών διαχωρισμών, με στοιχεία γκετοποίησης, στην Αθήνα, π.χ. στο Γκάζι, για 2.500 Έλληνες Μουσουλμάνους, υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης, επιβάλλει αναθεώρηση της μέχρι σήμερα ασκούμενης πολιτικής.)
Με τον κοσμογονικό τερματισμό του υπερ-τεσσερακονταετούς Ψυχρού Πολέμου, το 1989, και το απότομο άνοιγμα των συνόρων μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, άρχισε, σχεδόν αμέσως, μια ξέφρενη ροή ανατολικοευρωπαίων μεταναστών προς την χώρα μας, όπως και προς όλες τις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. (Αυτό, βεβαίως, ήταν το τίμημα της τελικής επικράτησης του καπιταλιστικού στρατοπέδου επί του αντίστοιχου σοσιαλιστικού.) Η χώρα μας που είχε, επιπροσθέτως, το ιδιαίτερο ‘προνόμιο’ να διαθέτει εκτεταμένα χερσαία σύνορα με τις βαλκανικές χώρες, αντιμετώπισε το πρόβλημα με πιο οξύ τρόπο.
Η χώρα μας, ως εθνική οικονομία, είχε δύο ξεχωριστά χαρακτηριστικά, που την καθιστούσαν ‘βολικό’ προορισμό για τους πρώτους μετανάστες των ανατολικών χωρών: κατά μεγάλο ποσοστό ανέπτυσσε δραστηριότητες εντάσεως εργασίας και επίσης κατά μεγάλο ποσοστό ανέπτυσσε δραστηριότητες παραοικονομίας, όπου η ‘μαύρη εργασία’ γίνεται ευπρόσδεκτη. Και οι μεν και οι δε δραστηριότητες θα απορροφούσαν τον κύριο όγκο της πρώτης μετανάστευσης, που ούτως ή άλλως ήταν παράνομη.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι, σε γενικές γραμμές, κύριο χαρακτηριστικό της μετανάστευσης της τελευταίας δεκαπενταετίας προς την χώρα μας ήταν η αναζήτηση μισθωτής εργασίας αντί ενός ιδιαίτερα χαμηλού μεροκάματου. Το γεγονός αυτό, από την μια πλευρά, βοήθησε στην ενδυνάμωση των επίσημων αλλά και (ακόμη περισσότερο) των ανεπίσημων εθνικολογιστικών μεγεθών της χώρας, ενώ, από την άλλη πλευρά, ενέτεινε εν τινι μέτρω το φαινόμενο της εντόπιας ανεργίας, αφού πλέον οι όροι της αγοράς εργασίας έγιναν άνισοι για τις δύο κατηγορίες των εργαζομένων – ασφαλισμένων και ανασφάλιστων, επίσημων και ανεπίσημων.
Η Ελλάδα αποδείχθηκε πολλαπλώς ανέτοιμη να αντιμετωπίσει ορθολογικά αλλά και ανθρωπιστικά το μεγάλο φαινόμενο της εισαγόμενης μετανάστευσης λόγω του ότι είχε ήδη αναπτυχθεί οικονομικώς βασιζόμενη σε παράλληλες επίσημες και ανεπίσημες δομές. Δεν αποκλείεται, έτσι, ό,τι έγινε ανοργάνωτα, να έγινε ανοργάνωτα ηθελημένα και υπό την ανοχή δεύτερων και τρίτων σκέψεων – μια και η ‘μαύρη εργασία’ βόλευε πάρα πολλούς, συγκρατούσε δε και τους μισθούς και τον πληθωρισμό σε χαμηλά επίπεδα, σε μια εποχή, κατά την οποία ωρίμαζαν χρηματοδοτικά όλα τα ευρωπαϊκά προγράμματα και όλα τα μεγάλα δημόσια έργα, αλλά και σε μια εποχή κατά την οποία ετοιμαζόταν το μεγάλο παιγνίδι της συσσώρευσης πλούτου σε λίγα χέρια παντί τρόπω.
Εμείς, έχοντας στα σύνορά μας την χώρα προέλευσης του κύριου όγκου των μεταναστών μας, θα μπορούσαμε να ασκήσουμε προληπτικές πολιτικές, κατά το παρελθόν, αλλά δεν το πράξαμε.[2] Υπήρξαν πολλές ευκαιρίες, καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, άσκησης προληπτικής πολιτικής, όταν, π.χ., Αλβανοί επιστήμονες, καλλιτέχνες, εμπειροτεχνίτες και ανειδίκευτοι εργάτες και εργάτριες έπαιρναν τον δικό τους ο καθένας δρόμο της ξενιτιάς, ή όταν, το 1997, εκδηλώθηκε η μεγάλη απάτη των τραπεζικών ‘πυραμίδων’ με αποτέλεσμα την πλήρη κατάλυση του κράτους, το άνοιγμα των φυλακών, την διάλυση των αποθηκών του αλβανικού στρατού και τον εξ αυτής της διάλυσης στρατιωτικό εξοπλισμό του αναθεωρητικού (των βαλκανικών συνόρων εν γένει) Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου. Χρειάζονταν προληπτικές πυροσβεσικές παρεμβάσεις, ασήμαντες πάντα για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας, ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα (το οποία θα πλήρωνε εις το πολλαπλάσιο η χώρα μας τελικώς). Τέτοιες προληπτικές πυροσβεστικές παρεμβάσεις δεν έγιναν ποτέ. Μπορούσε, σ’ αυτήν την κατεύθυνση των οικονομικών πρωτοβουλιών, να ενεργοποιηθεί η τοπική αυτοδιοίκηση, και πράγματι τέτοιες πρωτοβουλίες ανελήφθησαν σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών (π.χ. επιμελητήρια). Όμως, αυτές οι πρωτοβουλίες δεν ενισχύθηκαν χρηματοοικονομικά και ηθικά – αντιθέτως, αποθαρρύνθηκαν – και, στο τέλος, αντιμετωπίσθηκαν με καχυποψία και από τους γείτονες.
Η Ελλάδα, σε σχέση με τις άλλες φιλοξενούσες χώρες, έχει, εκτός των άλλων, και την εξής ιδιαιτερότητα: η (ποσοστιαίως) υπ’ αριθμόν ένα χώρα αποστολής μεταναστών (που τυχαίνει να είναι και η πιο φτωχή και απομονωμένη χώρα της Ευρώπης, η Αλβανία) προτιμάει την χώρα μας, αφού τα 3/5 των αλβανών μεταναστών βρίσκονται στην Ελλάδα (ενώ τα υπόλοιπα 2/5 μοιράζονται ανάμεσα σε Ιταλία και λοιπή δυτική Ευρώπη). Βλέποντας δε τα πράγματα από την πλευρά της ίδιας της Ελλάδας, στο σύνολο των μεταναστών που φιλοξενεί αυτή την στιγμή, 2/3 προέρχονται από την γείτονα χώρα (ενώ το υπόλοιπο 1/3 προέρχεται από άλλες χώρες). Αυτή η ιδιαιτερότητα, με δεδομένη και την παντελή ανεπάρκεια των υπηρεσιών της γείτονος χώρας, καθιστά αναγκαία την συστηματική μελέτη του ζητήματος. Θα μπορούσαν, από εδώ και πέρα, να αναληφθούν κοινές ελληνο-αλβανικές μελέτες, ξεκινώντας από συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων, εργατικών ενώσεων και, εν τέλει, δημόσιων υπηρεσιών των δύο χωρών. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα και την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ιθυνόντων των δύο χωρών. Επί πλέον, μπορεί έτσι να υπάρξει μια κοινή κατά το δυνατόν προσέγγιση επί των πραγματικών δημογραφικών μεγεθών, που μέχρι στιγμής αποκλίνουν σημαντικά.[3]
Ο Robin Cohen, στο βιβλίο του Παγκόσμια Διασπορά, καταγράφει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, που παρουσιάζουν ιστορικώς οι διάφορες ανά τον κόσμο διασπορές: (1) διασκορπισμός από μια αρχική πατρίδα, συχνά με τραυματικό τρόπο, (2) αναζήτηση εργασίας ή επιχειρηματικές επιδιώξεις ή αποικιακές φιλοδοξίες, (3) συλλογική μνήμη και μύθος για την πατρίδα, (4) εξιδανίκευση του πατρικού οίκου, (5) κίνημα επιστροφής, (6) ισχυρή συνείδηση εθνικής ή εθνοτικής ομάδας που διατηρείται για μεγάλο διάστημα, (7) διαρκής προβληματική σχέση με τις κοινωνίες υποδοχής, (8) αίσθηση αλληλεγγύης με ομοεθνείς διαβιούντες σε άλλες χώρες, (9) πιθανότητα ξεχωριστής δημιουργικής ζωής σε ανεκτικές χώρες υποδοχής. (Cohen 1997). Ποικίλοι συνδυασμοί αυτών των χαρακτηριστικών θα συνοδεύουν τις νέες πολιτικές ταυτότητες και τους νέους δρώντες πολιτικούς φορείς, που θα καθορίζουν τις πολιτικές προτεραιότητες και την πολιτική ατζέντα του μέλλοντος. Ας γνωρίζουμε, από τώρα, ότι η κάθε περίπτωση διασποράς, επαγγελματικά αποκατεστημένη, κοινωνικά καταξιωμένη και πολιτικά ενεργή, είναι, από ένα χρονικό σημείο και μετά, σε θέση να προτείνει τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες στις μητέρες-πατρίδες. Το όγδοο δε χαρακτηριστικό, αυτό που αναφέρεται στην αίσθηση αλληλεγγύης με ομοεθνείς διαβιούντες σε άλλες χώρες, βοηθούντος και του Διαδικτύου, θα αποτελέσει τον πυρήνα γύρω από τον οποίο θα περιστραφεί μια ακόμη αποεδαφικοποιημένη πολιτική οντότητα του μέλλοντος, ως ένα από τα κύματα του μέλλοντος και ως ένας, sui generis, μοναδικός συνδυασμός τρυφερότητας, νοσταλγίας, ρομαντισμού αλλά και σκληρής όσο και άδηλης πολιτικής σκοπιμότητας.2. Το Μεταναστευτικό Ζήτημα σε Αριθμούς
Οι σημερινή διεθνής μετανάστευση των 200.000.000 διεθνών μεταναστών είναι, ως προς το πληθυσμιακό κριτήριο, η πέμπτη χώρα στον κόσμο: μια ‘χώρα’ γεμάτη όνειρα και ανασφάλειες, προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή αλλά και διαψεύσεις και ενδεχόμενες παγιδεύσεις στα εγκληματικά κυκλώματα του τράφικινγκ (αυτού του εκτεταμένου μοντέρνου εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας). Την πέμπτη αυτή ‘χώρα’ στον κόσμο θα την κατατάσσαμε στον Τρίτο Κόσμο, ή, ίσως, σ’ αυτό που ονομάσθηκε από κάποιους Τέταρτος Κόσμος (δηλαδή στους παρίες του πλούσιου Κόσμου). Λόγω όμως του δυναμισμού της και των μελλοντικών δυνατοτήτων της, η πέμπτη αυτή ‘χώρα’ θα μπορούσε να μετατραπεί κάποτε σε υπερδύναμη (με ό,τι αυτό συνεπάγεται προς κάθε κατεύθυνση!).
Η Διεθνής Οργάνωση για την Μετανάστευση (ΙΟΜ) υπολογίζει ότι μόνον ένας στους τρεις από αυτούς τους 200.000.000 διεθνείς μετανάστες (δηλαδή περίπου 65.000.000) εργάζονται επισήμως στις φιλοξενούσες χώρες – εννοώντας ότι υπόλοιποι είναι είτε ανεπίσημα (παράνομα) εργαζόμενοι είτε απλά μέλη των οικογενειών των διεθνών μεταναστών.[4]
Οι μετανάστες που κινούνται από τις οικονομίες χαμηλότερου εισοδήματος προς τις χώρες υψηλότερου εισοδήματος είναι συχνά σε θέση να κερδίσουν ένα εισόδημα που είναι 20 ή 30 φορές υψηλότερο από αυτό που θα ήταν σε θέση να κερδίσουν στην πατρίδα τους. Και ενώ οι δαπάνες διαβίωσης είναι συνήθως πολύ υψηλότερες στις χώρες του προορισμού, οι περισσότεροι μετανάστες μπορούν ακόμα να κερδίσουν αρκετά, ώστε να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες και να αποστείλουν και τα πολύτιμα εμβάσματά τους στην πατρίδα τους – κρίσιμο πάντα εθνικολογιστικό μέγεθος για τις χώρες αποστολής μεταναστών. (GCIM 2005).
Αν θέλουμε να καταλάβουμε τις μεταναστευτικές κινήσεις – μια και αυτές πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν γίνονται για λόγους αναψυχής – πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στα εξής στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (United Nations Development Programme – UNDP), το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες δραματικά, παρά την συνολική παγκόσμια πρόοδο σε όλα τα οικονομικά μεγέθη την ίδια περίοδο: Το 1975, το κατά κεφαλή εισόδημα των πλουσίων χωρών ήταν 41 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλή εισόδημα των φτωχών χωρών. 30 χρόνια αργότερα, το 2005, το κατά κεφαλή εισόδημα των πλουσίων χωρών είναι 66 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλή εισόδημα των φτωχών χωρών. Επίσης, μεγάλωσε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και μέσου εισοδήματος χωρών. Το 1975, το κατά κεφαλή εισόδημα των πλουσίων χωρών ήταν 8 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλή εισόδημα των μέσου εισοδήματος χωρών. 30 χρόνια αργότερα, το 2005, το κατά κεφαλή εισόδημα των πλουσίων χωρών είναι 14 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλή εισόδημα των μέσου εισοδήματος χωρών. Στο ίδιο αυτό διάστημα, 1975-2005, έχει διπλασιασθεί ο αριθμός των διεθνών μεταναστών, φθάνοντας σήμερα τον αριθμό των 200.000.000. Πρέπει, πάντως, να παρατηρήσουμε εδώ ότι ως ποσοστό αυτό το μέγεθος είναι το 3 – 3,5% του συνολικού πληθυσμού της γης και αυτό σημαίνει ότι ως ποσοστό ο αριθμός των διεθνών μεταναστών παραμένει σταθερός, αφού στο ίδιο διάστημα περίπου διπλασιάσθηκε και ο πληθυσμός της γης). (UNDP 2005).
Για να αποδώσουμε πιο εμφατικά το μέγεθος, μπορούμε, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, να πούμε ότι, ένας σε κάθε τριάντα ή τριανταπέντε πολίτες είναι διεθνής μετανάστης.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης της τελευταίας δεκαπενταετίας είναι η μη σαφής πλέον διάκριση μεταξύ χωρών αποστολής, χωρών περάσματος και χωρών προορισμού των μεταναστών. Σε σχέση με την προ τριακονταετίας κατάσταση, όπου ήταν σαφώς διαχωρισμένες οι χώρες αποστολής από τις χώρες προορισμού της μετανάστευσης καθώς και από τις χώρες περάσματος και προσωρινής διαμονής, τώρα οι περισσότερες χώρες του κόσμου είναι και τα τρία μαζί: και χώρες αποστολής και χώρες περάσματος και χώρες προορισμού.[5] Ένα άλλο χαρακτηριστικό της μετανάστευσης της τελευταίας δεκαπενταετίας είναι ότι έχει αυξηθεί το ποσοστό των μεταναστών που κατευθύνονται στις ανεπτυγμένες οικονομίες (μετανάστες Νότου-Βορρά) σε σχέση με το ποσοστό των μεταναστών που κατευθύνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες (μετανάστες Νότου-Νότου). Ενώ προ τριακονταετίας η αναλογία μεταξύ των πρώτων και των δεύτερων ήταν 40 προς 60, σήμερα η αναλογία είναι 60 προς 40.[6] (GCIM 2005).
Τέλος, ένα από τα πιο φλέγοντα θέματα, που αφορά μια από τις πιο δύσκολες και φαυλοκυκλικές όψεις της σύγχρονης μετανάστευσης, είναι αυτό που στην διεθνή ορολογία συναντάται ως brain drain (φυγή εγκεφάλων). Οι φτωχές χώρες παρακινούνται να επενδύουν την χρηματική βοήθεια, που λαμβάνουν από τις πλούσιες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς, σε εκπαίδευση και κατάρτιση νέων επιστημόνων και εξειδικευμένου προσωπικού. Αυτό που, όμως, διαπιστώνεται είναι ότι οι νέοι αυτοί επιστήμονες και το νέο εξειδικευμένο προσωπικό (π.χ. γιατροί και νοσηλευτές) παρουσιάζουν μεγαλύτερη τάση προς μετανάστευση από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Διαβάζουμε στην έκθεση της Παγκόσμια Επιτροπής για την Διεθνή Μετανάστευση το εξής χαρακτηριστικό: «Η μετανάστευση του εξειδικευμένου επαγγελματικού προσωπικού ασκεί σημαντική επίδραση στον τομέα της υγείας στην υποσαχάρεια Αφρική. Από το 2000, παραδείγματος χάριν, σχεδόν 16.000 νοσοκόμες της υποσαχάρειας Αφρικής έχουν υποβάλει αίτηση για να εργασθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης, μόνο 50 από τους 600 ειδικευμένους γιατρούς παραμένουν στο Κογκό (Ζάμπια). Και υπολογίζεται ότι υπάρχουν αυτήν την περίοδο περισσότεροι μαλαουιανοί γιατροί που υπηρετούν ως γιατροί στο Μάντσεστερ απ’ ό,τι στο ίδιο το Μαλάουι.» (GCIM 2005). Ο φαύλος κύκλος της φυγής των εγκεφάλων μοιάζει με τον φαύλο κύκλο της φυγής όλης της χρηματικής βοήθειας που λαμβάνει ο Τρίτος Κόσμος, λόγω του ότι εισάγει σχεδόν το σύνολο των βιομηχανικών προϊόντων από τον Πρώτο Κόσμο. Και δεν θα λυθεί κανένα διεθνές πρόβλημα, αν αυτός ο φαύλος κύκλος (της βοήθειας που πηγαίνει τελικώς, και μέσω ποικίλων καναλιών, στους ‘βοηθούντες’!) δεν σπάσει.
Ως προς την Ελλάδα, τώρα, ένα από τα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές του πρόσφατου μεταναστευτικού φαινομένου, είναι οι διαφορετικές εκτιμήσεις εκ μέρους των διαφόρων υπηρεσιών και φορέων (κυβερνητικών και μη κυβερνητικών). Σ’ αυτές τις διαφορές συνέτεινε τα μάλα το γεγονός ότι το φαινόμενο της μετανάστευσης – περισσότερο στην χώρα μας από κάθε άλλη χώρα της Δύσης – εξελίχθηκε σε ένα σκιώδες φαινόμενο πέραν νόμων και διεθνών συνθηκών.
Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ) και τις πραγματοποιούμενες από αυτήν (ανά δεκαετία) απογραφές, ο πληθυσμός της Ελλάδος, το 1981, ήταν 9.740.417, εκ των οποίων οι 171.424 ήταν ξένοι υπήκοοι. Το 1991, ο πληθυσμός της Ελλάδος ήταν 10.259.900, εκ των οποίων 167.276 ήταν ξένοι υπήκοοι. Το 2001, ο πληθυσμός της Ελλάδος ήταν 10.964.080, εκ των οποίων 797.093 ήταν ξένοι υπήκοοι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, για διάφορους λόγους δεν απεγράφησαν, το 2001, περί τις 200.000 ξένων υπηκόων τρίτων χωρών μονίμως διαμενόντων στην χώρα. Αν σημειώσουμε εδώ και το ότι οι κοινοτικοί αλλοδαποί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, υπολογίζονταν σε 50.000, τότε, το 95% των αλλοδαπών στην Ελλάδα, κατά την απογραφή του 2001, ήταν πολίτες μη κοινοτικών χωρών. Επί του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδος, λοιπόν, το σύνολο των αλλοδαπών (κοινοτικών και μη κοινοτικών) ανέρχεται στο 9% (1.000.000). Εκτιμάται ότι αυτό ακριβώς το μέγεθος αποτελεί μια αρκετά αξιόπιστη προσέγγιση στην ελλαδική πραγματικότητα, τελικώς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, στο σύνολο των αλλοδαπών, πολυπληθέστερη εθνική ομάδα είναι αυτή των Αλβανών μεταναστών, με ποσοστό 62%, και ακολουθούν οι Βούλγαροι, με ποσοστό 7,5%, οι Πακιστανοί, με ποσοστό 4,5%, οι Ρουμάνοι, με ποσοστό 4%, οι Ουκρανοί, με ποσοστό 3%, οι Πολωνοί, με ποσοστό 2,5%, κοκ. Συνολικά, στην Ελλάδα υπάρχουν μετανάστες από περίπου 120 χώρες του κόσμου. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποιημένη σύνθεση των ομάδων αυτών ως προς το φύλο και την ηλικία, όταν μάλιστα αυτή η σύνθεση συγκρίνεται με την αντίστοιχη του ελληνικού πληθυσμού. Πρόκειται, πάντα, για έντονη υπεροχή των ενεργών οικονομικά ηλικιών και, επίσης, για άλλοτε έντονη υπεροχή του ανδρικού φύλου (όπως για τους/τις μετανάστες αραβικών και μουσουλμανικών χωρών) και για άλλοτε για έντονη υπεροχή του γυναικείου φύλου (όπως για τους/τις μετανάστες των Φιλιππίνων και της Ουκρανίας).
Έχει ενδιαφέρον να δούμε, από εδώ και πέρα, τι ως προς τα μεγέθη αυτά δηλώνει, για τους δικούς της υπηκόους, η χώρα που αποστέλλει στην Ελλάδα τον κύριο όγκο των μεταναστών που βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, δηλαδή η Αλβανία, στην πιο επίσημη έκθεσή της (επί της οποίας, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, βασίζει και την σημερινή της πολιτική στο μεταναστευτικό): «Το 20% του πληθυσμού της χώρας έχει αφήσει τη χώρα, κατά διάστημα μιας και πλέον δεκαετίας, γεγονός που κάνει την Αλβανία μια από τις χώρες με τις υψηλότερες ροές αποδημίας στον κόσμο… Η (αλβανική) απογραφή πληθυσμού του 2001 έδειξε ότι ο αλβανικός πληθυσμός ήταν 3,07 εκατομμύρια, ενώ έπρεπε να είναι 3,78 εκατομμύρια αν δεν είχε μεσολαβήσει η μετανάστευση της δεκαετίας του 1990. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο αριθμών είναι ο κατά προσέγγιση αριθμός μεταναστών που έχουν αποχωρήσει από την Αλβανία, σημαίνοντας περίπου 710000 ανθρώπους (μεταξύ των οποίων 390000 είναι άνδρες και 320000 είναι γυναίκες)… Λόγω του ογκώδους και ανώμαλου χαρακτήρα της αλβανικής αποδημίας, δεν υπάρχει καμία ακριβής επίσημη εκτίμηση για το πού ακριβώς βρίσκονται οι αλβανοί μετανάστες της δεκαετίας του 1990. Εντούτοις, οι διάφοροι εμπειρογνώμονες έχουν παράσχει μερικούς κατά προσέγγιση αριθμούς για να εξηγήσουν τη κατανομή των αλβανών μεταναστών στις χώρες υποδοχής. Υποστηρίζουν ότι τρία πέμπτα των αλβανών μεταναστών ζουν στην Ελλάδα, το ένα πέμπτο στην Ιταλία και το άλλο ένα πέμπτο στη υπόλοιπη δυτική Ευρώπη. Όσον αφορά τη νομική θέση των μεταναστών στο εξωτερικό, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι περίπου οι μισοί από τους μετανάστες δεν έχουν νομιμοποιηθεί στις χώρες που βρίσκονται αυτή την στιγμή.» (National Strategy on Migration, Albanian Government, Tirana, July 2005).
Μια ακόμη έκθεση, γραμμένη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Οργάνωσης για την Μετανάστευση (International Organization on Migration) αναφέρει: «Μέχρι σήμερα, περίπου το 25 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού της Αλβανίας, ή πάνω από 35% του εργατικού δυναμικού της, έχει μεταναστεύσει από την Αλβανία. Η χώρα έχει περίπου 900.000 μετανάστες, που βρίσκονται τώρα κυρίως στην Ελλάδα (600.000), την Ιταλία (200.000), και το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου σε άλλες δυτικές ευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ, και τον Καναδά. Το μεταναστευτικό ρεύμα της Αλβανίας, από την αρχή της δεκαετίας του ’90, είναι πέντε φορές υψηλότερο από το μέσο μεταναστευτικό ρεύμα στις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.» (Barjaba, K, 2002. Ondate senza ritorno. Rome: IOM.)
Στην Ελλάδα βρίσκεται η μεγαλύτερη αλβανική κοινότητα της συνολικής αλβανικής διασποράς. Η τελική εκτίμηση δείχνει ότι στην Ελλάδα ο αριθμός αλβανών μεταναστών είναι μεταξύ 600 – 650 χιλιάδες ανθρώπων. Σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εσωτερικών/ Διεύθυνση Κοινωνικής Ένταξης, τον Οκτώβριο του 2004, από τις 672.584 αιτήσεις αδειών παραμονής αλλοδαπών, 452.321 αφορούν αλβανούς υπήκοους (εκ των οποίων 325.784 άρρενες, 99.403 θήλεις).

3. Η Ελλάδα της Προσφυγιάς και της Διασποράς
Οι Έλληνες, κατά τον 20ο αιώνα, τον πλέον αιματηρό της παγκόσμιας ιστορίας, γνώρισαν με τον πιο δραματικό τρόπο το ξερίζωμα και την προσφυγιά. Εκατοντάδες χιλιάδες είναι οι Έλληνες πολίτες που αναγκάστηκαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του αιώνα, Βαλκανικοί Πόλεμοι, ξερίζωμα των Ποντίων, Μικρασιατική Καταστροφή, ανταλλαγές πληθυσμών ‘εθελούσιες’ και καταναγκαστικές, Εμφύλιος, εξορίες στις χώρες του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’, μετανάστευση στην Γερμανία κλπ. Οι περισσότεροι από τους ξεριζωμένους και ξενιτεμένους ρίζωσαν στους νέους τόπους. Και οι περισσότεροι από αυτούς (ακόμη και αν, σε κάποιες περιπτώσεις, τα ελληνικά τους είναι ασθενή) κρατούν κάπου στο βάθος μια ρομαντική εικόνα του τόπου των παππούδων και των γιαγιάδων, που ενίοτε ενεργοποιείται – ακόμη και σε ένα οργανωτικό σχήμα τύπου ΣΑΕ (Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού).
Τι είναι το ΣΑΕ; Αξίζει να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο με το ΣΑΕ, διότι, παρά τον γραφειοκρατικό του χαρακτήρα, που φαίνεται στις πρωτοβουλίες του εθνικού κέντρου, εκφράζει πιστεύουμε μια βαθύτερη τάση οργάνωσης της εθνικής διασποράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Και, βεβαίως, αυτή η τάση δεν θα είναι αποκλειστικότητα της ελληνικής διασποράς. Παρόμοια νομοθετική πρωτοβουλία, όπως θα δούμε και στο επόμενο κεφάλαιο, παίρνει και το αλβανικό εθνικό κέντρο για την οργάνωση της αλβανικής εθνικής διασποράς.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το καταστατικό του, το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού είναι «ένας παγκόσμιος, αυτόνομος, μη κυβερνητικός οργανισμός που ενώνει Έλληνες και Φιλέλληνες και εδρεύει στη Θεσσαλονίκη». Το ΣΑΕ δημιουργήθηκε το 1995 με Προεδρικό Διάταγμα της Ελληνικής Πολιτείας, και αποτελεί συμβουλευτικό και εισηγητικό όργανο για την Ελληνική Πολιτεία σχετικά με θέματα της Ομογένειας.[7] Το ΣΑΕ ορίσθηκε στο άρθρο 108 του Συντάγματος, με την πρόσφατη τροποποίησή του, ως ο επίσημος φορέας εκπροσώπησης της Ομογένειας στην Ελληνική Πολιτεία. Μέλη του ΣΑΕ είναι εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων, οι οποίοι κάθε δύο χρόνια συνεδριάζουν στη Θεσσαλονίκη και εκλέγουν εντεκαμελές Προεδρείο.[8] Το ΣΑΕ χωρίζεται γεωγραφικά σε τέσσερις Περιφέρειες: (1) Β. και Ν. Αμερικής, (2) Ευρώπης και Μαύρης Θάλασσας, (3) Ωκεανίας, (4) Ασίας και Αφρικής. Επίσης, το ΣΑΕ έχει συστήσει πέντε θεματικά δίκτυα. (1) Επιχειρηματιών, (2) Επιστημόνων, (3) Πολιτισμού, (4) Γυναικών, (5) Νεολαίας.
Το ΣΑΕ συσπείρωσε, στα χρόνια αυτά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περί τα 70.000 μέλη ομογενειακών οργανώσεων. Αν δεχθούμε τα περί «γίγαντα του ελληνισμού», που το ΣΑΕ ισχυρίζεται, υπολογίζοντας την Ομογένεια σε 7.000.000 ομογενείς, τότε το ποσοστό της συμμετοχής στις διαδικασίες του ΣΑΕ είναι της τάξεως του 10%.[9] Πρέπει να πούμε ότι η διαχείριση του ΣΑΕ (και η πολιτική και η οικονομική) υφίσταται την αρνητική κριτική πολλών ομογενειακών οργανώσεων που αποστασιοποιούνται από το ΣΑΕ. Η κριτική ασκείται στην διοίκηση, στους μηχανισμούς της (που έχουν να κάνουν με τον παράγοντα της εκκλησίας και τις συχνές παρεμβάσεις και μεταστροφές του Πατριαρχείου) και τέλος στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.[10]
Και ας αφιερώσουμε τις υπόλοιπες γραμμές αυτού του κεφαλαίου σε δύο ομάδες ομογενών που έρχονται στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους, μάλλον οριστικά, ελληνικές πατρίδες. Πρόκειται για όλους αυτούς του ελληνικής καταγωγής άνδρες και γυναίκες που, απ’ ό,τι οι ίδιοι λένε, μεγάλωσαν σε άλλες χώρες με το ‘στίγμα’ του ξένου, του ‘Έλληνα’, και ερχόμενοι στην Ελλάδα, βιώνουν ένα δεύτερο ‘στίγμα’, αυτό του ξένου, του ‘Αλβανού’ ή του ‘Ρωσοπόντιου’.
Οι Έλληνες Πόντιοι – για να αρχίσουμε από αυτούς που σήμερα με τις οργανώσεις τους ανά τον κόσμο επέτυχαν την αναγνώριση της εις βάρος τους γενοκτονίας – σκόρπισαν παντού, μετά τον ξεριζωμό τους. Ακόμη και στα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης (ως αποτέλεσμα σταλινικών διωγμών που ακολούθησαν) έβρισκε κανείς πολυάριθμες κοινότητες – νησίδες εν μέσω αλλόγλωσσων κοινωνιών. Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού, που πραγματοποιήθηκε το 1989 στην Σοβιετική Ένωση (την τελευταία απογραφή της Σοβιετικής Ένωσης), ο ελληνικός πληθυσμός της αχανούς αυτής χώρας ανερχόταν, τότε, σε 358.068 άτομα. Ο πραγματικός αριθμός εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερος, αφού κάποιοι σίγουρα δεν θα δήλωσαν Έλληνες κατά την απογραφή.[11]
Ενδεικτικό της ασχετοσύνης των ελληνικών αρχών – που κατά τα άλλα συμπεριφέρονται ως ο ομφαλός της γης – είναι ότι ανέκαθεν χαρακτήριζε επισήμως (σε νομικά έγγραφα) τους Έλληνες τους Πόντου, που έρχονταν στο ελληνικό κράτος (και πριν και μετά το 1990), ως ‘παλιννοστούντες’, σε διάκριση προς τους βορειοηπειρώτες, που έρχονταν στο ελληνικό κράτος (και πριν και μετά το 1990), οι οποίοι ονομάζονταν επισήμως (σε νομικά έγγραφα) ‘ομογενείς’. Προφανώς, δεν εγνώριζαν οι υπηρεσιακοί παράγοντες του ελληνικού κράτους ότι παλιννόστηση δεν είναι να έρχεται ο Πόντιος από τον Πόντο στην Ελλάδα, αλλά ακριβώς το αντίθετο![12]
Αποτέλεσμα πολέμου και σκοπιμοτήτων των Μεγάλων Δυνάμεων είναι, από την άλλη πλευρά, ο προσδιορισμός των ελληνο-αλβανικών συνόρων. Οι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι της νότιας Αλβανίας (Βόρειας Ηπείρου), βρέθηκαν πέραν των ελληνικών συνόρων, και, παρά την υπογραφή των πρωτοκόλλων της Φλωρεντίας και της Κέρκυρας, που προέβλεπαν την αυτονομία τους εν σχέσει προς την κεντρική αλβανική διοίκηση, ακολούθησαν την τύχη της γείτονος χώρας, όλα τα δύσκολα χρόνια του ανελεύθερου καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα. Η αλβανική πολιτεία υπολόγιζε, το 1991, την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας σε 58.000 άτομα. Την ίδια ώρα, οι ελληνικοί βορειοηπειρωτικοί σύλλογοι αναφέρονταν σε ένα πληθυσμό, διαβιούντα στην Αλβανία, ανάμεσα σε 300.000 και 500.000.[13]
Στην Ελλάδα έχουν σήμερα εγκατασταθεί πάρα πολλοί ομογενείς προερχόμενοι από την Αλβανία και την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού δεν είναι δυνατός, αφού τα επίσημα στοιχεία δεν συμφωνούν με τα αποτελέσματα στατιστικών μελετών. Υπολογίζονται σε περίπου 200.000 οι ‘επαναπατρισθέντες’ ομογενείς από την Ε.Σ.Σ.Δ. και περίπου 200.000 οι ‘επαναπατρισθέντες’ βορειοηπειρώτες από την Αλβανία. (Και εδώ, ο όρος ‘επαναπατρισμός’ είναι καταχρηστικός και χάριν οικονομίας του κειμένου, αφού μάλλον πρόκειται για εγκατάλειψη, ίσως οριστική, παλαιών πατρίδων!)[14]
Οι ομογενείς, πρέπει να παρατηρήσουμε, από όπου και αν προέρχονται (Βορειοηπειρώτες ή Πόντιοι), αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες προσαρμογής, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου διαστήματος μετά την μετεγκατάσταση τους στην Ελλάδα. Μέχρι να αποκτήσουν και επίσημα την ιδιότητα του ομογενούς, η οποία τους εξισώνει με τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες, υπάγονται στο νομικό καθεστώς που διέπει τους μετανάστες εργαζόμενους. Είναι δηλαδή υποχρεωμένοι να εφοδιάζονται με την άδεια παραμονής και εργασίας και να την ανανεώνουν σε ετήσια βάση.
Υπολογίζεται ότι, κατά τα 30 χρόνια, μεταξύ 1945 και 1975, 1.000.000 έλληνες μετανάστες πορεύθηκαν, για μικρό ή μεγάλο διάστημα, στον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης προς τις χώρες της ανατολικής και της δυτικής Ευρώπης.
Η Ελλάδα, παραδοσιακή χώρα αρχαίων και νέων αποικών και παροικιών, χώρα με έντονη την διασπορά της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, χώρα διαρκούς εξαγωγής μεταναστών, μετατράπηκε, κατά τα τελευταία 15 χρόνια, και κατά τρόπο αιφνίδιο σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η εκροή Ελλήνων μεταναστών είχε μεταστραφεί σε σταδιακό επαναπατρισμό. Αυτό συνέβη κυρίως με τους Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας, που, κατά την δεκαετία του 1970, άρχισαν να επιστρέφουν στην πατρίδα τους.4. Η Αλβανία της Προσφυγιάς και της Διασποράς
Ό,τι θετικό και ό,τι αρνητικό ίσχυσε, για την χώρα μας, κατά την διάρκεια του δικής μας μαζικής μετανάστευσης προς τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, την δεκαετία του 1960, ισχύει και για κάθε χώρα που μαζικώς αποστέλλει στο εξωτερικό της μετανάστες: αφαίμαξη από εργατικά χέρια της οικονομίας, εγκατάλειψη γεωργίας, οικονομική ενίσχυση δια των μεταναστευτικών εμβασμάτων και εξισορρόπηση του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου, ελάφρυνση από τις ενδεχόμενες κοινωνικές πιέσεις των εργαζομένων που θα έμεναν άνεργοι στην χώρα τους, brain drain (αφαίμαξη εγκεφάλων). Και αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το φαινόμενο της αστυφιλίας, όπως και το φαινόμενο της δραματικής μείωσης της γεννητικότητας, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι περίπου συμβαίνει στην γείτονα χώρα, Αλβανία, που μέσα σε λίγα μόνον χρόνια έχασε στην μετανάστευση περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της, και μάλιστα το πιο οικονομικώς ενεργό.[15]
Πρόκειται για την πιο απομονωμένη γωνιά της Ευρώπης, στην οποία εφαρμόσθηκε η πιο σκληρή εκδοχή του κομμουνισμού και όπου η διαφυγή στο εξωτερικό εθεωρείτο επί δεκαετίες εσχάτη προδοσία. Η μαζική έξοδος ήταν μια πράξη αναπάντεχη, που κανείς κοινωνικός και πολιτικός αναλυτής δεν είχε προβλέψει. Εκ των υστέρων, ήταν μια πράξη που εξηγείται με πολλούς λόγους.
Η αλβανική περίπτωση αντιπροσωπεύει την πιο θεαματική περίπτωση μετανάστευσης Ανατολής-Δύσης, την δεκαετία του 1990. Οι εικόνες χιλιάδων Αλβανών συνωστισμένων επάνω σε σκουριασμένα πλοιάρια, που φθάνουν στο Πρίντεζι και το Μπάρι, συνθέτουν μια ισχυρή μνήμη της δεκαετίας του ’90. Μια έξοδος των Αλβανών, ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας, πραγματοποιήθηκε προς την Ελλάδα μέσω των ορεινών συνόρων και της Κέρκυρας. Αν η χώρα μας, με κάπως οργανωμένες δημόσιες υπηρεσίες και σε περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, βρέθηκε απροετοίμαστη να παρακολουθήσει το φαινόμενο, η γείτων Αλβανία μάλλον ενεθάρρυνε την ανοργανωσιά, ώστε, όσο πιο πολλοί γινόταν, να μπορέσουν να φύγουν στο εξωτερικό. Το αλβανικό κράτος, σε συνθήκες διάλυσης και γενικευμένης διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα, δεν θα μπορούσε να προσφέρει τίποτα στους υπηκόους του και, έτσι, ενεθάρρυνε την μαζική και ανοργάνωτη φυγή. Εάν όλο αυτό το οικονομικά ενεργό δυναμικό παρέμενε στην Αλβανία, η χώρα αυτή θα γνώριζε σειρά κοινωνικών αναταραχών, χωρίς οργάνωση και σκοπό, μια και το σοσιαλιστικό ιδεώδες (ειδικά σ’ αυτή τη χώρα) είχε ταυτισθεί με μια απεχθή δικτατορία.
Η αλβανική κυβέρνηση, με καθυστέρηση χρόνων, αντιλαμβανόμενη το μέγεθος του όλου ζητήματος της αποδημίας, εισήγαγε ένα σχετικό νόμο που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει τις διάφορες πλευρές του ζητήματος. Ο νόμος 9034 της 20/3/2003, ‘Σχετικά με την Αποδημία των Αλβανών Πολιτών για Λόγους Απασχόλησης’, ρυθμίζει λεπτομερώς το δικαίωμα αποδημίας για απασχόληση ή αυτοαπασχόληση στο εξωτερικό. Επίσης, με καθυστέρηση χρόνων, και για να διευκολυνθεί το ταξίδι των Αλβανών πολιτών στο εξωτερικό, υπεγράφησαν διμερείς συμφωνίες έκδοσης βίζας.[16] Επιπλέον η κυβέρνηση έχει ενθαρρύνει το άνοιγμα ιδιωτικών γραφείων απασχόλησης για να βοηθήσει Αλβανούς να βρουν δουλειά στο εξωτερικό.
Μόλις τον Ιούλιο του 2005, και υπό την πίεση διεθνών οργανισμών που παρέχουν οικονομική βοήθεια – και κυρίως υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – η κυβέρνηση των Τιράνων ολοκλήρωσε εκτενές σχέδιο δράσης, για την συστηματική παρακολούθηση του φαινομένου της μετανάστευσης, την πρόληψη της λαθραίας μετανάστευσης και την οργάνωση της επιστροφής των μεταναστών, που σήμερα είναι διασκορπισμένοι σε πολλές χώρες της Ευρώπης (και της Αμερικής). Πρόκειται για δύο εκτενείς εκθέσεις, που συνετάγησαν από την αλβανική κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Διεθνή Οργάνωση για την Μετανάστευση (ΙΟΜ) και το κοινοτικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα CARDS (Community Assistance for Reconstruction, Development and Stabilisation).
Οι εκθέσεις αυτές είναι η Εθνική Στρατηγική για την Μετανάστευση και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Μετανάστευση.[17]Πρόκειται για την πρώτη συστηματική προσπάθεια συνολικής στρατηγικής και δράσης της αλβανικής κυβέρνησης για το όλο μεταναστευτικό ζήτημα, το οποίο, για την γείτονα χώρα, αντιπροσωπεύει την μεγαλύτερη πηγή εσόδων, αλλά ταυτόχρονα και τη σημαντικότερη πηγή ανησυχιών. Οι εθνικοί δημόσιοι φορείς που ορίζονται ως καθ’ ύλην αρμόδιοι επί του θέματος της μετανάστευσης είναι το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής (INSTAT).
«Η έμφαση αυτής της στρατηγικής έγκειται περισσότερο στη διαχείριση των ροών της αποδημίας, ως μια άμεση προτεραιότητα, παρά στην ανάπτυξη μιας πολιτικής για τον επαναπατρισμό των μεταναστών, δεδομένου ότι η Αλβανία θα παραμείνει για μια ορισμένη χρονική περίοδο χώρα της αποδημίας. Εντούτοις, μακροπρόθεσμα, η Αλβανία είναι πιθανόν να γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών με τον ίδιο τρόπο που τα νότια κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν γίνει υποδοχείς μεταναστών κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών. Η ανάπτυξη ενός νομικού πλαισίου για τον επαναπατρισμό και την υποδοχή μεταναστών, ως όρος ένταξης στην Ε.Ε., θα απαιτήσει τη βαθμιαία ενσωμάτωση του κεκτημένου της Ε.Ε. σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της μετανάστευσης και του ασύλου, παράλληλα με την εμβάθυνση της Διαδικασίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης. Εντούτοις, λόγω της περιορισμένης τρέχουσας σημασίας των ζητημάτων υποδοχής, αυτές οι αλλαγές υπερβαίνουν το πεδίο και το περιεχόμενο της παρούσας στρατηγικής, η οποία περιορίζεται σε μια περίοδο πέντε ετών, από το 2005 μέχρι το 2010. Η εξέλιξη της Αλβανίας, από χώρα της αποστολής σε μια χώρα υποδοχής μεταναστών, δεν πρέπει επίσης να εξεταστεί μέσα σε ένα περιορισμένο νομικό πλαίσιο, αλλά μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών αλλαγών και ανάπτυξης της πολυπολιτισμικότητας.» (Albanian Government, 2005, National Strategy on Migration.)
«Λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία της αλβανικής κοινής γνώμης προς την κατάσταση των μεταναστών στις χώρες υποδοχής, τα δικαιώματα των αλβανών πολιτών στο εξωτερικό αποτελούν ένα ζήτημα βασικής σπουδαιότητας για τις διπλωματικές υπηρεσίες του αλβανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Είναι καθήκον της αλβανικής κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα των Αλβανών στο εξωτερικό γίνονται σεβαστά.» (Albanian Government, 2005).
Η Αλβανία θεωρείται από την Ε.Ε. ως μια από τις πρώτες χώρες στις επιδόσεις λαθραίας μετανάστευσης και αυτό το γεγονός αναφέρεται ρητώς στην έκθεση. Παρατίθενται στην έκθεση συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Όταν η Ε.Ε. δημιούργησε την Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου Σχετικά με το Άσυλο και τη Μετανάστευση, το 1998, προκειμένου να προετοιμασθούν προγράμματα δράσης βάσει της εκτίμησης κατάστασης σε ορισμένες χώρες αποστολής μεταναστών, η Αλβανία εμφανιζόταν ως ένας από τους έξι στόχους. Το σχετικό πρόγραμμα δράσης για την Αλβανία, που υιοθετήθηκε στο τέλος του 1999 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, συνίστατο στα εξής: (1) ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θετικών πρωτοβουλιών δημιουργίας θέσεων εργασίας, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω αποδημία, (2) ευρωπαϊκή πίεση στις αλβανικές αρχές, ώστε αυτές να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να καταπολεμήσουν την λαθραία μετανάστευση, (3) ευρωπαϊκή χρηματοδότηση εκστρατειών πληροφόρησης για να παρασχεθούν αξιόπιστες πληροφορίες για την νόμιμη μετανάστευση προς τις χώρες της Ε.Ε., (4) ευρωπαϊκή πίεση στην Αλβανία, ώστε αυτή να επιβάλει πλήρως τις ήδη υπάρχουσες συμφωνίες για την επιστροφή και τον επαναπατρισμό (θετική υποδοχή των επαναπατριζομένων),[18] (5) ευρωπαϊκή στήριξη προγραμμάτων και πρωτοβουλιών ενθάρρυνσης της εθελοντικής επιστροφής μεταναστών στην Αλβανία.
Τον Νοέμβριο του 2002, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έβαλε στο στόχαστρο την Αλβανία, για δεύτερη φορά, ως χώρα προέλευσης παράνομης μετανάστευση. Ένας κατάλογος εννέα χωρών (στον οποίο κατάλογο περιλαμβάνεται και η Αλβανία)[19]καταρτίσθηκε από την Ε.Ε., προκειμένου να ενταθεί η συνεργασία μέσω γενικευμένου διαλόγου αλλά και μέσω ενός ρητού συνυπολογισμού του όλου μεταναστευτικού ζητήματος (για την κοινή διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων) εν όψει οποιασδήποτε συμφωνίας της Ε.Ε. με τις συγκεκριμένες χώρες.[20]
Ενδεικτικές προτάσεις, που γίνονται στην προαναφερθείσα έκθεση της αλβανικής κυβέρνησης, αφορούν ελλείψεις και κενά που διαπιστώνονται στην σημερινή αλβανική κοινωνία, συγκρινόμενη με σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και ελλείψεις και κενά που δημιουργήθηκαν λόγω της ενσκήψασας διάλυσης των συστημάτων υγείας, παιδείας, κατάρτισης καθώς και λόγω της ενσκήψασας αστυφιλίας και εγκατάλειψης της παραδοσιακής γεωργίας. Η εγκατάλειψη των αλβανικών αγρών οφείλεται στο ότι οι Αλβανοί γεωργοί είτε μετανάστευσαν στο εξωτερικό είτε συνέρευσαν μαζικώς στα Τίρανα, το Δυρράχιο και άλλες πόλεις. Ενδιαφέρον έχει να καταλάβουμε ότι η αλβανική γεωργική γη έχει εγκαταλειφθεί, την ίδια στιγμή που Αλβανοί εργάζονται στις αντίστοιχες γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα και την Ιταλία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Αλβανία εισάγει σήμερα σχεδόν το σύνολο των γεωργικών προϊόντων, και το σύνολο των γεωργικών προϊόντων που εισάγει είναι προϊόν των μεταναστών που αυτή εξάγει!
Για να εφοδιάσει τους επαναπατριζόμενους Αλβανούς με τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, η αλβανική κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα στήριξης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης. Επίσης, η αλβανική κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα στήριξης της νέας επιχειρηματικότητας. Από την θεωρία, όμως, των εξαγγελιών μέχρι την πράξη της παντελούς ανυπαρξίας ενός συστήματος κατάρτισης νέων επαγγελματιών και επιχειρηματιών υπάρχει μια μεγάλη απόσταση. (Πεδίον δράσης της ελληνικής low εξωτερικής πολιτικής μπορεί να γίνει η μορφωτική συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης – πράγμα που είναι απολύτως συμβατό και με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Αλβανία έναντι της Ε.Ε.. Κάτι τέτοιο – όπως και κάθε άλλη ιδέα low εξωτερικής πολιτικής – θα βελτίωνε τα μάλα τις σχέσεις των δύο χωρών.)
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δημιουργούνται σήμερα στην Αλβανία, χρηματοδοτούνται με αρχικά κεφάλαια που αντλήθηκαν από την μεταναστευτική δραστηριότητα. Δεν διαφαίνεται δε ότι η αλβανική κυβέρνηση έχει σήμερα την δυνατότητα να στηρίξει ενεργά την νέα επιχειρηματική δραστηριότητα στην χώρα. Ίσως, αυτό που μπορεί σ’ αυτή την φάση να κάνει είναι να οργανώσει την χωροταξία των διαφόρων οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Το ζήτημα της δημιουργίας κοινωνικών και τεχνικών υποδομών είναι ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει η Αλβανία να συνεργασθεί με την Ε.Ε. – και κυρίως στο κρίσιμο θέμα της διαχείρισης των κονδυλίων (έχοντας μάλιστα κατά νου και την ελληνική εμπειρία κακοδιαχείρισης τέτοιων κονδυλίων).[21]
Ένα από τα κύρια μελήματα της αλβανικής Εθνικής Στρατηγικής για την Μετανάστευση είναι η αντιμετώπιση της εικόνας του ‘κακού Αλβανού’ στις φιλοξενούσες χώρες, και πρώτα απ’ όλα στην Ελλάδα και την Ιταλία. Τονίζεται, εδώ, η ανάγκη δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης για την προβολή της ειρηνικής αλβανικής κουλτούρας και παράδοσης.[22]
«Οι αλβανοί μετανάστες, ειδικά στην Ελλάδα και την Ιταλία, όπου η πλειοψηφία των αλβανών μεταναστών ζει, βρέθηκε για αρκετά χρόνια στο κέντρο ενός μη-ευνοϊκού κλίματος, το οποίο σε μερικές περιπτώσεις εκδηλώθηκε με μορφές φυλετικής διάκρισης και ξενοφοβίας. Μια αντι-αλβανική προπαγάνδα εξαπολύθηκε από μερικά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των χωρών υποδοχής… Η μεταναστευτική αποδημία ξεκίνησε μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που χαρακτηρίζονται από χαμηλή εκπαίδευση και χαμηλά πολιτιστικά πρότυπα. Η χρήση της ξενοφοβίας στην πολιτική και προεκλογική συζήτηση για τη μετανάστευση, στις χώρες υποδοχής, άσκησε μεγάλη επίδραση στην κοινή γνώμη των χωρών υποδοχής. Η αλβανική μεταναστευτική αποδημία χαρακτηρίσθηκε ως ενοχλητικό στοιχείο για τις κοινωνίες των χωρών υποδοχής… Κατά τη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών, η εικόνα των Αλβανών μεταναστών έχει αρχίσει να βελτιώνεται λόγω της θετικής συμβολής μερικών επιτυχών μεταναστών, όπως οι μαθητές ή οι σπουδαστές που παίρνουν τα υψηλότερες βαθμολογίες στο σχολείο που παρακολουθούν… Παρά την υποχρέωση του Υπουργείου Εξωτερικών να προωθήσει μια καλύτερη εικόνα της Αλβανίας στο εξωτερικό, μόνο μερικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί μέχρι τώρα, με τη μάλλον συμβολική υποστήριξη της κυβέρνησης της Αλβανίας… Γενικά, οι πολιτιστικές διμερείς συμφωνίες πρέπει άμεσα να συναφθούν, πρώτα απ’ όλα με την Ελλάδα και την Ιταλία, προκειμένου να αυξηθούν οι πολιτιστικές ανταλλαγές και να υπογραμμιστούν οι κοινές πτυχές της κληρονομιάς και προέλευσης χωρών υποδοχής και χωρών αποστολής των μεταναστών… Ένας άλλος τρόπος να βελτιωθεί η εικόνα των Αλβανών στο εξωτερικό είναι να προωθηθούν οι επιτυχημένες περιπτώσεις των αλβανών μεταναστών στις χώρες υποδοχής (από τους καλύτερους μαθητές, σπουδαστές, επιχειρηματίες, αθλητές, επιστήμονες ή καλλιτέχνες). Πρέπει, σε συνδυασμό με μια σχετική εκστρατεία προβολής, να απονέμεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο τίτλος του ‘πρεσβευτή της Αλβανίας’ σε τέτοιες προσωπικότητες.» (Albanian Government, 2005).
Εν τω μεταξύ, το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) αναπτύσσει ένα πρόγραμμα αποκαλούμενο ‘Εικόνα της Αλβανίας’ σε στενή συνεργασία με το αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στόχος είναι να βελτιωθεί η ποιότητα και η ποσότητα πληροφοριών που αφορούν τον πολιτισμό της Αλβανίας, ώστε να διαμορφωθεί η θετικότερη δυνατή εικόνα της χώρας και των ανθρώπων της στις χώρες υποδοχής.
«Η αλβανική αποδημία έχει δημιουργήσει μια αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων στα φιλοξενούντα κράτη, με ένα χάσμα μεταξύ της επίσημης οικονομίας και παραοικονομίας με τους χαμηλούς μισθούς, κυρίως Αλβανών. Οι συνθήκες κατοικίας παραμένουν πολύ κακές. Τα κύρια σημεία κρίσιμης σπουδαιότητας είναι η ιατρική περίθαλψη. Αλβανοί που κατοικούν στην Ελλάδα παράνομα δεν έχουν καμία πρόσβαση στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών, ακόμη και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Η κακή μεταχείριση από τα αστυνομικά τμήματα είναι ο κανόνας. Η φυλετική διάκριση είναι ένα πολύ διαδεδομένο φαινόμενο. Τα βίαια γεγονότα στα ελληνο-αλβανικά σύνορα είναι ένα θέμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Ορισμένοι ελληνικοί κύκλοι και μερίδα του ελληνικού τύπου έχουν καλλιεργήσει το σπόρο της καχυποψίας και της ξενοφοβίας, ειδικά προς τους Αλβανούς μετανάστες. Συνήθεις είναι οι δηλώσεις που συνδέουν την παράνομη μετανάστευση με την αυξανόμενη εγκληματικότητα και οδηγούν στη βία ενάντια στους μετανάστες. Παρά τις επίσημες δηλώσεις και τις καταγγελίες από τα ελληνικά πολιτικά, κοινωνικά και θρησκευτικά ιδρύματα, παραμένει διαδεδομένη η ξενοφοβία και καχυποψία.» (Albanian Government, 2005).
Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει η προσπάθεια που, τελευταίως, αναλαμβάνεται για τον συντονισμό των αποδήμων Αλβανών ανά τον κόσμο, κατά τα πρότυπα της παγκόσμιας οργάνωσης των απόδημων άλλων χωρών (όπως π.χ. της δικής μας οργάνωσης της διασποράς με το ΣΑΕ, Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού, για το οποίο έγινε λόγος στο προηγούμενο κεφάλαιο). Το Εθνικό Ίδρυμα Αλβανικής Διασποράς (που είναι ο φορέας ο αντίστοιχος τους δικού μας ΣΑΕ) είναι σήμερα τμήμα του αλβανικού Υπουργείου Εξωτερικών και επιφορτίζεται με την συλλογή πληροφοριών για την αλβανική διασπορά, προετοιμάζοντας, προς το παρόν, τον γεωγραφικό και δημογραφικό άτλαντα και την οργάνωση των επαφών κάθε επιπέδου μεταξύ της διασποράς και της Αλβανίας (διακρίνοντας κατ’ αρχήν τις πιο διακεκριμένες προσωπικότητες Αλβανών που ζουν στο εξωτερικό της χώρας). Επιδιώκεται, μέσω του Ιδρύματος αυτού, να οργανωθεί ένα αντιπροσωπευτικό και συμβουλευτικό σώμα των απόδημων κοινοτήτων, που σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υπηρεσιών θα ορίζει τις σχετικές πολιτικές προτεραιότητες. Πρέπει να αναμένουμε ότι στο μέλλον (κατά τα πρότυπα της ανά διετία συνέλευσης του δικού μας ΣΑΕ στην Θεσσαλονίκη) θα οργανώνονται τακτικές συναντήσεις στα Τίρανα των εκπροσώπων των αποδήμων Αλβανών, όπου θα συζητούνται και θέματα δικού μας, ελληνικού, ενδιαφέροντος.[23]5. Οι Νόμοι
«Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων… Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας.» (Άρθρο 5 του ελληνικού Συντάγματος). Παρόμοιες διατάξεις περιέχονται σε όλα τα συντάγματα των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτές είναι οι διατάξεις που ορίζουν και την κοινή ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα, πάνω στην οποία αξίζει, νομίζουμε, να οικοδομηθεί το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι. Από τις διατάξεις και τις διακηρύξεις, όμως, μέχρι την ωμή πραγματικότητα της πιο δύσκολης καθημερινότητας, υπάρχει μια απόσταση μεγάλη, η οποία πρέπει να διανυθεί με ανοιχτά μάτια και ειλικρινή λόγο από όλους.
Σήμερα, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια μεγάλη επιχείρηση ‘σκούπα’ (και για λόγους ρεαλιστικούς και, πάνω απ’ όλα, για λόγους ανθρωπιστικούς) ούτε είναι δυνατόν, από την άλλη πλευρά, να αδιαφορούμε για τις πηγές και τις αιτίες που προκαλούν την (επίσημη και ανεπίσημη) μετανάστευση. Κανείς δεν εγκαταλείπει τον τόπο του χωρίς πόνο. Εκτός από μια μειοψηφία τυχοδιωκτών, η πλειοψηφία των μετακινουμένων πληθυσμών μεταβαίνει και εγκαθίσταται σε μια σχετικώς ευημερούσα ευρωπαϊκή χώρα για να βρει δουλειά και τροφή και, μάλιστα, σε συνθήκες σχετικής ελευθερίας. Επιβάλλεται, λοιπόν, σε κοινοτικό ευρωπαϊκό επίπεδο, να ενισχυθούν οι προληπτικές πολιτικές που σκοπό θα έχουν να συγκρατήσουν το μεταναστευτικό ρεύμα, κάνοντας πιο υποφερτές τις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες προέλευσης της μετανάστευσης. Το διεθνές περιβάλλον και τα επικρατούντα οικονομικά δόγματα, παγκοσμίως, δεν συναινούν προς τούτο. Όμως, αυτή πρέπει να παραμείνει η προοπτική μακροπρόθεσμα. Η μετακινήσεις των πληθυσμών – πανάρχαιο φαινόμενο, κατά τα άλλα – θα είναι ένα φαινόμενο που θα αναπτύσσεται παράλληλα με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Το ζητούμενο, σήμερα, είναι να υπάρξουν εκείνες οι πολιτικές που θα εξορθολογίζουν τα πράγματα, ώστε να αποτραπεί η οπισθοδρόμηση σε μεσαιωνικές καταστάσεις διακρίσεων φύλου και θρησκεύματος. Η παγκόσμιος μεταναστευτικός πληθυσμός αναμένεται να αυξηθεί.[24]
Ως προς την χώρα μας, ιστορικώς, ο πρώτος νόμος περί μετανάστευσης αλλοδαπών προς την χώρα μας ήταν ένας νόμος του 1925. Ο δεύτερος ήταν του 1929. Οι νόμοι αυτοί απαγόρευαν την είσοδο αλλοδαπών στην Ελλάδα με σκοπό την εργασία, αν αυτοί δεν είχαν εκ των προτέρων εφοδιασθεί με άδεια εργασίας. Μετά από 62 χρόνια, το 1991, ψηφίσθηκε ο τρίτος περί μετανάστευσης αλλοδαπών νόμος. Όλα αυτά τα 62 χρόνια, την χώρα μας δεν απασχόλησε ιδιαίτερα το φαινόμενο, μια και, τα περισσότερα από αυτά, ήταν χώρα αποστολής μεταναστών.[25]
Ο νόμος του 1991 (ν.1975/1991) συντάχθηκε υπό την πίεση των ραγδαίων διεθνών αλλαγών και διαπνεόταν από μια έντονη γραφειοκρατική αντίληψη, λες και η γραφειοκρατία θα ανέκοπτε το κοσμογονικό μεταναστευτικό ρεύμα από τις χώρες του άρτι καταρρεύσαντος υπαρκτού σοσιαλισμού προς τις επικρατήσασες δυτικές δημοκρατίες. Η γραφειοκρατική αντίληψη συνίστατο σε μια πληθώρα τυπικών προϋποθέσεων και πιστοποιητικών, τα οποία υποτίθεται ότι θα απέτρεπαν τους αλλοδαπούς από το να αναζητήσουν δουλειά στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν η τερατώδης διόγκωση της παράνομης μετανάστευσης και της μαύρης εργασίας που και προβλήματα κοινωνικού αποκλεισμού προκάλεσαν αμέσως (με απότομη αύξηση παραβατικών και εγκληματικών συμπεριφορών) και προβλήματα άνισων όρων στην αγορά εργασίας δημιούργησαν (με σοβαρές τις επιπτώσεις στον φορολογικό και ασφαλιστικό τομέα, από την φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή). Δεν διανοούντο οι συντάκτες του νομοθετήματος του 1991 ότι το ζήτημα υπερέβαινε κατά πολύ τις πρόχειρες νομικές διατυπώσεις τους. Χρειάζονταν άμεσα νέοι θεσμοί υποδοχής, θετικής και δημιουργικής οργάνωσης και μελέτης του φαινομένου. Χρειάσθηκε μια εξαετία, μέχρι το 1997, για να ληφθούν τα πρώτα σοβαρά μέτρα σε μια χώρα που ακόμη αντιδρούσε με αμυντικά ανακλαστικά – ενίοτε δε εμφανώς ρατσιστικά και με την αναπαραγωγή επικίνδυνων στερεότυπων, ελέω και των απαίδευτων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Το 1997, εκδόθηκαν δύο προεδρικά διατάγματα δια των οποίων, χωρίς να καταργείται ο προηγούμενος νόμος, επιχειρήθηκε να δοθεί μία ευκαιρία στους μη καταγεγραμμένους μετανάστες να ‘νομιμοποιηθούν’, λαμβάνοντας την ‘λευκή’ και την ‘πράσινη’ κάρτα, αντιστοίχως.[26] Οι κάρτες αυτές συνιστούσαν άδειες προσωρινής και περιορισμένης παραμονής και εργασίας. Και εδώ, όμως, οι προϋποθέσεις αποδείχθηκαν τελικώς πολύπλοκες και γραφειοκρατικές, και μόνον ένα μικρός αριθμός μεταναστών ανταποκρίθηκε. Την ‘λευκή κάρτα’ πήραν μόνον 370.000 μετανάστες, ενώ την ‘πράσινη κάρτα’ πήραν ακόμη λιγότεροι, 213.000. Φυσικά, οι υπόλοιποι εξακόλουθησαν να εργάζονται παράνομα και με το στίγμα του κοινωνικού αποκλεισμού επάνω τους. Κατά τα άλλα, συνεχίσθηκε κανονικώς το ρεύμα της παράνομης εισόδου, παραμονής και εργασίας νέων μεταναστών από διάφορες χώρες.
Το 2001, ψηφίσθηκε ο τέταρτος, ιστορικώς, νόμος περί μετανάστευσης αλλοδαπών προς την χώρα.[27] Παράλληλα, σε κυβερνητικό και ρητορικό επίπεδο, αποφασίσθηκε η λήψη δραστικών μέτρων για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και για την χάραξη μιας νέας μεταναστευτικής πολιτικής. Ο νέος νόμος ήταν ένας συνδυασμός νομικών διατάξεων του νόμου του 1991 και των προεδρικών διαταγμάτων του 1997. Και αυτός, όμως, ο νόμος μπορούμε να πούμε ότι τελικώς απέτυχε να καταγράψει και νομιμοποιήσει τους εν Ελλάδι μετανάστες στο σύνολό τους. Πάλι, προβλέπονταν πολύπλοκες και πολυδαίδαλες διαδικασίες, ώστε στην πραγματικότητα να αποθαρρύνονται όχι νέοι μετανάστες να εισέλθουν στην χώρα (όπως ήταν υποτίθεται ο σκοπός του νέου νομοθετήματος), αλλά οι ήδη εν Ελλάδι διαβιούντες να καταγραφούν και ενταχθούν ομαλώς στον κοινωνικό ιστό της χώρας.
Η ένταξη των μονίμως διαβιούντων εν Ελλάδι αλλοδαπών στον κοινωνικό ιστό της χώρας, ως προς την παιδεία, την υγεία, την εργασία, την ασφάλιση, τον συνδικαλισμό, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις (ακόμη και τις στρατιωτικές τοιούτες για τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενεάς, αργότερα) αποτελεί πλέον μια πολιτική προτεραιότητα για όλες τις κυβερνήσεις αυτού του τόπου. Και επειδή το πρόσφατο γαλλικό παράδειγμα εξέγερσης των ‘αθλίων’ των γκετοποιημένων προαστίων του Παρισιού προερχόταν από τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενεάς (που θεώρησαν εαυτές κοινωνικώς αποκλεισμένες), πρέπει από τώρα να καταλάβουμε ότι, μιλώντας για μεταναστευτική πολιτική σήμερα στην Ελλάδα, μιλάμε ταυτόχρονα και για το ομαλό ή ανώμαλο αύριο της χώρας. Το όλο ζήτημα υπερβαίνει τις οργανωτικές ικανότητες ενός υπουργείου και καθίσταται ζήτημα στο οποίο εμπλέκονται όλα ανεξαιρέτως τα υπουργεία – εφ’ όσον πρόκειται, πλεον, για ένα κύριο δημογραφικό μέγεθος με όλα τα κοινωνιολογικά ενδιαφέροντα. Το δημογραφικό αυτό μέγεθος επηρεάζει πλείστες όσες πτυχές της καθημερινότητας και θα είναι καταστροφικό το να μεταθέσουμε το θέμα της επισημοποίησης των ξένων μεταναστών στο απώτερο μέλλον, νομίζοντας ότι έτσι θα καταφέρουμε να επισημοποιήσουμε τελικώς λιγότερους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επικίνδυνης επιπολαιότητας και προχειρότητας, σε επίπεδο κεντρικής διοικητικής αντιμετώπισης των μεταναστών αποτελεί η περίπτωση της ‘Εγκυκλίου Παπαδόπουλου’, προερχομένη μάλιστα από ένα υπουργό Υγείας σοσιαλιστή και διεθνιστή. Αξίζει τον κόπο η παρουσίασή της, για να αντιληφθούμε και την όλη ‘υπευθυνο-ανευθυνότητα’ των ελληνικών πολιτικών αρχών. Υπενθυμίζουμε ότι μια από τις πιο σοβαρές διαστάσεις των μαζικών μετακινήσεων του πληθυσμού είναι ακριβώς η διάσταση της διάδοσης ασθενειών με τις συνεπαγόμενες πολλαπλασιαστικές επιδημικές ή πανδημικές συνέπειες. Στο πλαίσιο των ‘δραστικών’ πολιτικών που, την εποχή εκείνη, 2000-2001, εξαγγέλθηκαν για την μετανάστευση, εκδόθηκε η περίφημη εγκύκλιος Παπαδόπουλου.[28] Η εγκύκλιος αυτή ξεσήκωσε μεγάλη αντίδραση μεταξύ του ιατρικού κόσμου και των ευαισθητοποιημένων πολιτών της χώρας, με αποτέλεσμα να ακυρωθούν στην πράξη οι πλέον επικίνδυνες διατάξεις της. Ένας υπουργός εισήγαγε ουσιαστικά την αρχή της φυλετικής διάκρισης στο πιο λεπτό ζήτημα, το ζήτημα της Υγείας, υπό το πρόσχημα μιας ακόμη σωτηρίας, της σωτηρίας του Εθνικού Συστήματος Υγείας, που κινδύνευε, κατά τον Υπουργό, να καταρρεύσει εξ αιτίας των μεταναστών.[29] Ούτε λίγο ούτε πολύ, με την εγκύκλιο αυτή, οι γιατροί εκαλούντο να καταπατήσουν τον ιπποκράτειο όρκο τους, αρνούμενοι να παράσχουν τις υπηρεσίες τους σε παράνομους μετανάστες υποχρεούμενοι να καταδώσουν τους παράνομους μετανάστες στην αστυνομία (εκτελώντας τελικώς κατασταλτικά καθήκοντα). Η εγκύκλιος αυτή, ισχύει μέχρι και σήμερα, κατά ένα μεγάλο της μέρος.
Ήταν βέβαιο ότι, σε περίπτωση εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων, που προέβλεπε η εγκύκλιος Παπαδόπουλου, μερίδα των αλλοδαπών θα απέφευγε την επίσκεψη σε ένα νοσοκομείο υπό τον φόβο μήπως συλληφθεί – και βεβαίως το τυχόν μεταδοτικό νόσημα δεν θα εθεραπεύετο, αλλά, αντιθέτως, θα μεταδιδόταν ανεξέλεγκτα. Αναφέρει μια ιατρική μελέτη επί του συγκεκριμένου θέματος: «Οι παράνομοι μετανάστες, στην περίπτωση που νοσήσουν από φυματίωση, δεν είναι αναμενόμενο να προσέλθουν σε κρατικές υπηρεσίες φροντίδας υγείας, ούτε θα έχουν την οικονομική ευχέρεια να νοσηλευθούν από ιδιώτες γιατρούς και άρα θα αποτελέσουν εστίες διασποράς του νοσήματος για ολόκληρη την κοινωνία.»[30]
Στις 23 Αυγούστου 2005, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο σήμερα ισχύων νόμος, ο πέμπτος ιστορικώς περί μετανάστευσης αλλοδαπών νόμος της χώρας μας.[31] Η Ελλάδα με τον νόμο αυτό, εκτός των άλλων, ενσωμάτωσε πρόσφατες ευρωπαϊκές κοινοτικές οδηγίες περί ‘οικογενειακής επανένωσης’, περί ‘μακροχρονίως διαμενόντων’ και περί ‘αδειών διαμονής σε θύματα εμπορίας ανθρώπων’.
Ως προς τα θετικά στοιχεία του νέου νόμου, παραθέτουμε τις σχετικές παρατηρήσεις του Κερκυραίου βουλευτή του κυβερνητικού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, Νίκου Δένδια, όπως αυτές δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκή εφημερίδα: «Ο νέος νόμος (1) προβλέπει ενιαία άδεια διαμονής – εργασίας και συντομεύει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, (2) καθιστά μία και μόνη υπηρεσία, την Περιφέρεια, αρμόδια για την έκδοση αδειών, (3) συστηματοποιεί και κωδικοποιεί τον απίστευτο δαίδαλο των τροποποιήσεων και των ερμηνευτικών εγκυκλίων, (4) προβλέπει ειδική άδεια διαμονής για τα θύματα του εμπορίου ανθρώπων, (5) αποκαθιστά σε πολύ μεγάλο βαθμό την ενότητα του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου με το ευρωπαϊκό… Το νομοθέτημα αυτό διατυπώνει μια κεφαλαιώδη διάταξη για την ελληνική έννομη τάξη αλλά και για την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Θεωρεί, στο άρθρο 66, ως γνώμονα της ομαλής προσαρμογής και της κοινωνικής ένταξης των υπηκόων των τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα, τη διατήρηση της διαφορετικότητας και της πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας. Ανάγει, δηλαδή, η ελληνική έννομη τάξη το διαφορετικό και το πολιτισμικά ιδιαίτερο όχι μόνο σε αντικείμενο σεβασμού και προστασίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του μετανάστη αλλά σε γνώμονα του τρόπου κοινωνικής ένταξής του στην Ελλάδα.» (Δένδιας 2005).
Ο νέος νόμος πράγματι απλοποιεί τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και καινοτομεί ως προς την ρητή αναφορά στον σεβασμό περί της «διαφορετικότητας και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας» – αξιομνημόνευτο αυτό, όταν μάλιστα πρόκειται για νομοθέτημα που προήλθε από την γραφίδα ενός συντηρητικού κόμματος. Όμως, την ίδια στιγμή, ο νέος νόμος παραλείπει να αναφερθεί στους μετανάστες της δεύτερης και τρίτης γενιάς, οι οποίοι, ελλείψει προνοίας, θα υφίστανται το ίδιο μεταναστευτικό καθεστώς αν και θα έχουν φοιτήσει αποκλειστικώς σε ελληνικά σχολεία και θα έχουν, πιθανώς, απωλέσει την στενή επαφή με την πατρίδα των γονέων τους.
Ο νέος νόμος δέχθηκε την αρνητική κριτική της αντιπολίτευσης (μείζονος τε και ελάσσονος): Με την προβλεπόμενη από τον νέο νόμο απαγόρευση αλλαγής επαγγελματικής ειδικότητας, όπως και με την επίσης προβλεπόμενη απαγόρευση αλλαγής γεωγραφικού χώρου, κατά τη διάρκεια της χορηγηθείσας άδειας, θα έχουμε μια παρωχημένη διαχείριση ενός σύγχρονου φαινομένου. Ένας που παίρνει άδεια διαμονής ως οικοδόμος, αν χάσει τη δουλειά του, δεν θα μπορεί να εργαστεί ως σερβιτόρος ή ως καθαριστής. Αυτό θα τον σπρώξει στην ανεργία, αν δεν βρει πάλι δουλειά ως οικοδόμος, και άρα στην παρανομία, γιατί δεν θα μπορέσει ελλείψει ενσήμων να ανανεώσει την άδεια διαμονής. Ένας που παίρνει άδεια για ένα συγκεκριμένο νομό, δεν θα μπορεί να περάσει σε ένα άλλο νομό, παρά μόνο με πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Με τέτοιες προβλέψεις, δεν μπορεί να επιτευχθεί η κοινωνική ένταξη, που κατά τα άλλα είναι ο διακηρυσσόμενος σκοπός του εν λόγω νομοθετήματος.
Τέλος, απορίας άξιον είναι αν οι περιφερειακές διοικήσεις θα ενισχυθούν ουσιαστικώς και οργανωτικώς, για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικώς το ζήτημα, μια και αυτές θα είναι οι υπηρεσίες που καλούνται πλέον να διεκπεραιώσουν όχι μόνον το γράμμα αλλά και το πνεύμα του νόμου (σε ό,τι αφορά την κοινωνική ένταξη!).6. Οι Φορείς
«Η μετανάστευση θα είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα του 21ου αιώνα. Σε ένα κόσμο που θα φαίνεται όλο και πιο μικρός, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα προσβλέπουν στη μετανάστευση, προσωρινή ή μόνιμη, ως ευκαιρία στην απασχόληση, την εκπαίδευση και την ελευθερία. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναπτύξουν υγιείς μεταναστευτικές πολιτικές και πρακτικές. Με την κατάλληλη διαχείριση, η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην ευημερία, την ανάπτυξη και την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων. Η IOM λειτουργεί για να βοηθήσει τους μετανάστες, αλλά και για να βοηθήσει τις κυβερνήσεις στη διαχείριση της μετανάστευσης επ’ αγαθώ όλων.» (Brunson McKinley, Γενικός Διευθυντής της ΙΟΜ, International Organization for Migration, Μάϊος 2000).
Το σημερινό μεταναστευτικό ζήτημα, με τις διαστάσεις που έχει προσλάβει και την κοινωνική ένταση που προκαλεί σε παγκόσμια κλίμακα, ξεπερνάει τις δυνατότητες ενός μεμονωμένου κράτους ή μιας μικρής ομάδας κρατών. Αν και η μετανάστευση θα παραμείνει ζήτημα ευθύνης του τυπικού έθνους-κράτους, όλοι αντιλαμβάνονται ότι χωρίς διμερείς, πολυμερείς, περιφερειακές και παγκόσμιες συνεννοήσεις και συμφωνίες δεν είναι δυνατόν αυτή να αντιμετωπισθεί σε όλες της τις διαστάσεις, τις ανθρωπιστικές, τις κοινωνικές, τις οικονομικές και τις πολιτικές, τις βραχυπρόθεσμες και τις μακροπρόθεσμες.
Οι μετανάστες που ενδιέφεραν τους διεθνείς οργανισμούς, μέχρι το 1990, ήταν οι πολιτικοί και οι οικονομικοί πρόσφυγες, αυτοί δηλαδή των οποίων η ζωή στη χώρα τους διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, είτε επειδή εδιώκοντο πολιτικώς είτε επειδή στερούντο των στοιχειωδών. Μετά το 1990, τα δεκάδες εκατομμύρια των νέων μεταναστών έπαυσαν να χαρακτηρίζονται ως πολιτικοί και οικονομικοί πρόσφυγες. Το φαινόμενο, ελέχθη, ήταν διαφορετικό. Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, που λειτουργεί ως η ανώτατη επιβλέπουσα αρχή σε ένα ζήτημα που άπτεται ανθρωπιστικών αρχών και αρχών βασικών ελευθεριών, φάνηκε ότι δεν ήταν πρόθυμη να περιλάβει υπό την ευθύνη της του νέους μετανάστες των χωρών της ανατολικής Ευρώπης καθώς και τα εντεινόμενα ρεύματα μετανάστευσης από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου και προς άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου και προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Σήμερα, αν και όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και όλα τα διεθνή φόρουμ κάνουν, κατά πρώτη προτεραιότητα, αναφορά συστηματική και επισταμένη στο ζήτημα της διεθνούς μετανάστευσης, δεν έχουν, εν τούτοις (πέραν των κατασταλτικών πολιτικών τύπου συνθήκης Σένγκεν) αναλάβει καμία συντονισμένη σε παγκόσμια κλίμακα πρωτοβουλία. Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ανά τον κόσμο τίθενται συστηματικώς ως πρώτης προτεραιότητας θέμα στις γενικές συνελεύσεις του ΟΗΕ, όμως αυτό το γεγονός δεν μετατρέπεται σε συγκεκριμένη απόφαση και συντονισμένη πολιτική πράξη (π.χ. παραγραφή των χρεών των φτωχών και γονατισμένων από τα χρέη χωρών!).
Η Διεθνής Οργάνωση για την Μετανάστευση (ΙΟΜ, International Organization for Migration),[32] εκείνη ο διεθνής οργανισμός που περισσότερο από κάθε άλλο εμπλέκεται ενεργά στην μεγάλη διεθνή συζήτηση για την μετανάστευση των ημερών μας. Από το 2005 επιχειρεί να διαμορφώσει και κωδικοποιήσει ένα κοινό διεθνές δίκαιο για την παγκόσμια μετανάστευση. Αν και τυπικώς η ΙΟΜ δεν ανήκει σε αυτό που στις διεθνείς σχέσεις ονομάζουμε Σύστημα του ΟΗΕ, συνεργάζεται στενά με τον ΟΗΕ.
Με πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ, στις 9 Δεκεμβρίου 2003, δημιουργήθηκε στη Γενεύη η Παγκόσμια Επιτροπή για την Διεθνή Μετανάστευση (Global Commission on International Migration). Η επιτροπή αυτή, αποτελούμενη από 19 ανεξάρτητους επιτρόπους, ανέλαβε το καθήκον να συντάξει μια συνολική απάντηση στο ζήτημα της διεθνούς μετανάστευσης. Στις 5 Οκτωβρίου 2005, δημοσιοποιήθηκε η έκθεση της επιτροπής (μια έκθεση 90 σελίδων) υπό τον τίτλο ‘Μετανάστευση σε ένα Κόσμο Αλληλεξάρτησης: Νέες Κατευθύνσεις Δράσης’. Στην έκθεση αυτή προτείνεται και η τυπική ένταξη της ΙΟΜ στο Σύστημα του ΟΗΕ και η ανάληψη εκ μέρους της περισσοτέρων πρωτοβουλιών προς την κατεύθυνση συγκέντρωσης γνώσης και πληροφοριών, ώστε να ενημερωθούν θετικώς και υπευθύνως οι κατά τόπους υπηρεσιακώς ασχολούμενοι με το ζήτημα της μετανάστευσης.
Με έδρα την Γενεύη, η ΙΟΜ, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, επιχειρεί να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των χωρών αποστολής μεταναστών και των χωρών υποδοχής μεταναστών, στο επίπεδο των στελεχών που διαχειρίζονται το θέμα της μετανάστευσης με κάθε τρόπο. Με γραφεία και υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της γης, η ΙΟΜ επιδιώκει: (1) να παράσχει γρήγορη ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις ξαφνικής μετακίνησης πληθυσμών, (2) να προωθήσει προγράμματα επιστροφής των μεταναστών στις πατρίδες τους, (3) να βοηθήσει τους μετανάστες στη νέα ζωή τους, (4) να καταρτίσει στελέχη που θα διαχειρισθούν το όλο ζήτημα, (5) να αντιμετωπίσει την λαθραία διακίνηση-εμπορία (τράφικινγκ) προσώπων, (6) να επιληφθεί ζητημάτων ιατρικών και δημόσιας υγείας, (7) να επιληφθεί ζητημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης των μεταναστών, (8) να προωθήσει την έρευνα του όλου φαινομένου της σύγχρονης μετανάστευσης και να διακινήσει τις σχετικές πληροφορίες.
Εν αναμονή της μεγάλης συζήτησης για την μετανάστευση και την ανάπτυξη (High-level Dialogue on International Migration and Development), που θα γίνει στο πλαίσιο της Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2006, η ΙΟΜ προετοιμάζει την ατζέντα με ανάλογες συζητήσεις. Το 2001, η ΙΟΜ ξεκίνησε μια προσπάθεια διεθνούς διαλόγου για την μετανάστευση (International Dialogue on Migration – IDM), που κατέληξε, το 2004, σε συνδυασμό με μια αντίστοιχη πρωτοβουλία της ελβετικής κυβέρνησης, στην ‘Διεθνή Ατζέντα για την Διαχείριση της Μετανάστευσης’ (International Agenda for Migration Management – ΙΑΜΜ), ένα μη δεσμευτικό σύστημα αναφοράς των κρατών για την καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος. H IAMM ήταν το αποτέλεσμα αυτού που, στην διεθνή ορολογία, ονομάσθηκε ‘Πρωτοβουλία της Βέρνης’ (Verne Initiative) – μια και το συγκεκριμένο σχέδιο εκπονήθηκε με την στήριξη της ελβετικής κυβέρνησης. Η IAMM είναι διαθέσιμη σε όλους τους κυβερνητικούς φορείς για την χάραξη πολιτικής και την οικοδόμηση της ικανότητας να ρυθμισθεί η μετανάστευση αποτελεσματικώς και να διευκολυνθεί η προς τούτο διακρατική συνεργασία.
Στο πλαίσιο της ΙΑΜΜ συνετάχθησαν τέσσερα περιφερειακά ντοκουμέντα και μια συνολική έκθεση-ανάλυση για την κατάσταση σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό που ανέδειξαν αυτά τα περιφερειακά ντοκουμέντα ήταν η αυξανόμενη σημασία των περιφερειακών συμβουλευτικών διαδικασιών. Μια ερώτηση-κλειδί που τίθεται στην παγκόσμια έκθεση-ανάλυση αφορά την δυνατότητα οι περιφερειακές συμβουλευτικές διαδικασίες να γίνουν δομικές μονάδες για τη μεγαλύτερη διακρατική συνεργασία.
Εννοείται ότι κρίσιμη θα είναι η μελλοντική συνεργασία της ΙΟΜ με την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας IOL, η οποία από την πλευρά της έχει εκπονήσει, το 2004, το δικό της σχέδιο δράσης για την διεθνή μετανάστευση (‘Plan of Action on Migrant Workers’). Το σχέδιο αυτό προτείνει την ανάπτυξη ενός μη δεσμευτικού πολυμερούς πλαισίου συνεργασίας για μια βασισμένη σε κεκτημένα εργατικά δικαιώματα προσέγγιση στη μετανάστευση της εργασίας, καθώς και για την προώθηση του ευρύτερου αιτήματος περί διεθνών στάνταρντς συνθηκών εργασίας.
Ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την περίοδο της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997) και μετά, υπάρχει μια σταδιακή ανάδειξη πολιτικών περί την μετανάστευση, που επιδιώκουν να επιλύσουν το δίλημμα ανάμεσα στην ασφάλεια και την ελευθερία (δίνοντας, για την ώρα, μάλλον την έμφαση στην ασφάλεια παρά στην ελευθερία!). Η Συνθήκη του Άμστερνταμ θέτει την νομική βάση για την διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, το 1999, διατύπωσε τους όρους για τη δημιουργία «ενός ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης»: «Μακροπρόθεσμα, οι κοινοτικοί κανόνες πρέπει να οδηγήσουν σε μια κοινή διαδικασία ασύλου και μια ενιαία θέση έναντι εκείνων στους οποίους το άσυλο χορηγείται». Τα συμπεράσματα του Τάμπερε όρισαν τέσσερα σκέλη για τη μεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε.: (1) συνεργασία με τις χώρες προέλευσης των μεταναστών, (2) κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου, (3) δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών, (4) διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κλήθηκε να υλοποιήσει τις προτάσεις και να ενημερώνει το Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο με εξαμηνιαίες αναφορές.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάακεν, το 2001, διευκρίνισε ότι η ΕΕ έπρεπε να προχωρήσει με εντονότερους ρυθμούς στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής και ότι έπρεπε να ενταθεί η προσπάθεια προς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή πολιτική γύρω από τα εξής ζητήματα: (1) συμφωνίες μεταξύ Ε.Ε. και τρίτων χωρών για τον επαναπατρισμό των μεταναστών βάσει ενός συγκεκριμένου προγράμματος δράσης, (2) πρόγραμμα δράσης για την καταπολέμηση της λαθραίας διακίνησης-εμπορίας ανθρώπων (τράφικινγκ), (3) ευρωπαϊκό σύστημα πληροφοριών για το άσυλο, τη μετανάστευση και τις χώρες προέλευσης, (4) εφαρμογή συστήματος δακτυλικών αποτυπωμάτων, (5) καθιέρωση κοινών διαδικασιών ασύλου, (6) πρόνοια και οργάνωση της οικογενειακής επανένωσης των μεταναστών και (7) καθιέρωση ειδικών προγραμμάτων για να καταπολεμηθεί η φυλετική διάκριση και ο ρατσισμός.
Ως προς τα προγράμματα της Ε.Ε., που αφορούν την μετανάστευση, πρέπει να μνημονεύσουμε το πρόγραμμα ‘Αινείας’ (Aeneas) και το πρόγραμμα CARDS (Community Assistance for Reconstruction, Development and Stabilisation) – αν και το δεύτερο είναι πρόγραμμα που δεν αφορά αποκλειστικώς την μετανάστευση. Το πρώτο πρόγραμμα χρηματοδοτεί τρίτες χώρες, χώρες προέλευσης των μεταναστών. Το δεύτερο αφορά γεωγραφικώς τα δυτικά Βαλκάνια και τα αναπτυξιακά τους προβλήματα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε, το 2003, το πρόγραμμα ‘Αινείας’, με σκοπό την τεχνική και χρηματοδοτική βοήθεια προς τρίτες χώρες σε ζητήματα μετανάστευσης και ασύλου: συνεργασία μεταξύ κρατών της Ε.Ε. και τρίτων χωρών, δημιουργία νομικού πλαισίου και υποδομών για τις μεταναστευτικές ροές των τρίτων χωρών, έλεγχος και πάταξη του λεγόμενου τράφικινγκ (σωματεμπορίας), οργανωμένη υποδοχή των επαναπατριζομένων κλπ.[33]
Tο 2000, η Ε.Ε. υιοθέτησε το πρόγραμμα CARDS. Ο ευρύτερος στόχος του CARDS είναι να υποστηριχθεί η συμμετοχή των χωρών των δυτικών Βαλκανίων (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σερβία και Μαυροβούνιο, Π.Γ.Δ.Μ) στην Διαδικασία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης. Η Διαδικασία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της εν λόγω περιοχής. Με το CARDS επιδιώκεται η προώθηση της σταθερότητας στην περιοχή και, μακροπρόθεσμα, της ένωσής της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην χώρα μας, και μετά από παλινωδίες χρόνων, επιχειρείται να υπάρξει συντονισμός της μεταναστευτικής πολιτικής. Το ελληνικό κράτος, στα πρώτα χρόνια του μεταναστευτικού κύματος της δεκαετίας του 1990, αντιλαμβανόταν την μεταναστευτική πολιτική ως αντι-μεταναστευτική πολιτική, μια ακόμη κατασταλτική πολιτική. Την μεταναστευτική πολιτική, επί χρόνια, και ελλείψει άλλων οργανωμένων θεσμών, άσκησε ουσιαστικά το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα, χωρίς την στοιχειώδη διάκριση μεταξύ κρατουμένων για κοινά εγκλήματα και ανεπίσημων μεταναστών (και υπό συνθήκες κράτησης των ανεπίσημων μεταναστών άθλιες).[34]
Η μεταναστευτική πολιτική γίνεται αντιληπτό σήμερα ότι είναι αρμοδιότητα πολλών υπουργείων (Εσωτερικών, Υγείας, Παιδείας, Πολιτισμού, Ασφάλειας, Άμυνας, Δικαιοσύνης, Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Εργασίας κλπ). Το κάθε υπουργείο εμπλέκεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το ένα δέκατο που πληθυσμού του εν Ελλάδι διαβιούντος, που τυχαίνει να ανήκει στην κατηγορία του επίσημου ή ανεπίσημου μετανάστη.[35]
Μόλις τον Μάϊο του 2003, άρχισε να λειτουργεί στην Ελλάδα το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ).[36] Σκοπός του ΙΜΕΠΟ είναι, αφ’ ενός, η συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για την έρευνα και μελέτη του φαινομένου της μετανάστευσης, αφ’ ετέρου, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας «βιώσιμης και ρεαλιστικής μεταναστευτικής πολιτικής στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Είναι, με λίγα λόγια, το ΙΜΕΠΟ ο σύμβουλος της κυβέρνησης επί θεμάτων μεταναστευτικής πολιτικής. Στον φιλόδοξο προγραμματισμό του περιλαμβάνει επιστημονικές έρευνες, δημιουργία βάσης δεδομένων, συνέδρια, εκδόσεις, επικοινωνιακή πολιτική, συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, ινστιτούτα, κυβερνητικούς φορείς, μη-κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις μεταναστών.
Από όλα τα ανωτέρω, που αφορούν τους διεθνείς και τους εθνικούς οργανισμούς, φαίνεται ότι οι σημαντικές πρωτοβουλίες γύρω από το ζήτημα της μετανάστευσης, και σε παγκόσμιο και σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, ανελήφθησαν μόλις την τελευταία πενταετία. Την δεκαετία του 1990, ο κόσμος λειτούργησε περισσότερο με τα ψυχολογικά ανακλαστικά της ξενοφοβίας, χωρίς πολιτικές και προγράμματα. Η μετανάστευση, την δεκαετία του 1990, έγινε συνώνυμο της αγωνίας, για τους μετανάστες, και της απειλής, για τις φιλοξενούσες χώρες. Η έλλειψη νομοθεσίας οδήγησε τους μετανάστες στους σκοτεινούς δρόμους της παρανομίας και, ενίοτε, της εγκληματικότητας. Μια πραγματικότητα, που θα μας συνοδεύει σε όλο τον 21ο αιώνα, αντιμετωπίσθηκε με τον πιο αρνητικό τρόπο και από την πιο αρνητική της πλευρά.
Όλες οι μετά το 2000 προαναφερθείσες πρωτοβουλίες και τα μετά το 2000 προαναφερθέντα προγράμματα κατατείνουν στο να κοιτάξουν την πραγματικότητα της μετανάστευσης από την πιο δημιουργική της πλευρά. Πρόκειται, πάνω απ’ όλα, για ανθρώπινα πλάσματα ανάμεσα σε άλλα ανθρώπινα πλάσματα, ανεξαρτήτως πίστης και εθνικότητας. Η πρόκληση της πολυπολιτισμικής κοινωνίας έχει την θετική της πλευρά, εφ’ όσον βέβαια οι άνθρωποι είναι εξοπλισμένοι με κλασική παιδεία και κλασικό πολιτισμό που αντέχουν στην πρόκληση που προβάλλει η σύγχρονη μετανάστευση. Η τομή ανάμεσα στις ελευθερίες, τον σεβασμό του Άλλου, την δημόσια ασφάλεια, την δημόσια υγεία είναι δυνατόν να βρεθεί στο μέλλον, αν κοιτάξουμε κατάματα τις αιτίες που αποκληρώνουν τους ανθρώπους και τους κάνουν να ακολουθούν τα δύσβατα μονοπάτια της μετανάστευσης. 

Βιβλιογραφία:
Βέργος, Κ., 2004, Γεωπολιτική των Εθνών. Αθήνα: Παπαζήσης
Δένδιας, Ν., 2005, ‘Ο Νέος Νόμος για τους Μετανάστες: τα Συν και τα Πλην. H Πραγματική Σημασία του.’ Το Βήμα 07/08/2005.
Ζολώτας, Ξ., 1966, Μετανάστευσις και Οικονομική Ανάπτυξις. Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος.
Καψάλης, Α., 2003, Εθνική Έκθεση σε Θέματα Κοινωνικού Αποκλεισμού και Υγείας Μεταναστών. Αθήνα: Ευρωπαϊκό Δίκτυο Συνεργασίας και Ανταλλαγών σε Θέματα Κοινωνικού Αποκλεισμού και Υγείας Μεταναστών.
Κοππά, Μ., 2005, ‘Το Μεταναστευτικό Νομοσχέδιο’. Ανακοίνωση Τύπου ΠΑΣΟΚ 5/7/2005.
ΣΑΕ (Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού) – Περ. Ευρώπης, 2002, Ο Απόδημος Ελληνισμός στην Ευρώπη. Πρακτικά Συνεδρίου. Φραγκφούρτη.
ΣΑΕ (Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού) – Περ. Αμερικής, 2005, Συμπόσιο για την Παιδεία. Πρακτικά Συμποσίου. Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ.
Χλέτσος, Μ., Κόλλιας, Χ., κλπ, 2005. Οικονομικές Διαστάσεις της Μετανάστευσης. Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Αθήνα.
Albanian Government, 2005, National Strategy on Migration. Tirana.
Albanian Government, 2005, National Action Plan on Migration. Tirana.
Baldwin-Edwards, M., κλπ, 2004, Statistical Data on Immigrants in Greece. An Analytic Study of Available Data. Athens: Mediterranean Migration Observatory, Panteion University.
Barjaba, K, 2002, Ondate senza ritorno. Rome: IOM.
Cohen, R., 1997, Παγκόσμια Διασπορά. Αθήνα: Παπαζήσης.
Council of European Union, 2004, The Hague Programme. Strengthening Freedom, Security and Justice in the European Union. Brussels, 13 December 2004
GCIM (Global Commission on International Migration), 2005, Migration in an Interconnected World. New Directions for Action. Geneva.
Huntington, S., 2004, Who Are We? The Challenges to America’s National Identity. New York: Simon & Schuster.
IOM (International Organization for Migration), 2005, Essentials of Migration Management. (Vol.1,2,3). Geneva.
Toynbee, A. J., 1962, A Study of History. London: Oxford University Press.
UNDP (United Nations Development Program), Annual Reports 2001, 2002, 2003,2004, 2005, Human Development Report. New York.

[1] Αν και ο Toynbee, μιλώντας για τα κύματα αυτά του μέλλοντος, είχε στο μυαλό του διασπορές κοινών πνευματικών και επαγγελματικών ενδιαφερόντων, που θα υπερέβαιναν τα όρια του τυπικού εθνικού κράτους, παραμένει το γεγονός της μελλοντικής σύστασης των οργανωμένων εθνικών διασπορών ως νέων πολιτικών υποκειμένων, που θα υπερβαίνουν τα όρια του εθνικού κράτους.
[2] Φωτεινή εξαίρεση ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος και οι αγαθοεργές πρωτοβουλίες του προς όλο τον ντόπιο πληθυσμό, ανεξαρτήτως θρησκεύματος! Θα υπομνήσουμε ότι με την εκεί τοποθέτησή του υπήρξαν έντονες αλβανικές αντιδράσεις, οι οποίες με τον καιρό ατόνησαν.
[3] Αν και αυτό για ορισμένα δημογραφικά μεγέθη (π.χ. σε ό,τι αφορά τον πραγματικό πληθυσμό της ελληνικής μειονότητας της Βόρειας Ηπείρου/ νότιας Αλβανίας ή σε ότι αφορά το ζήτημα που εγείρει το αλβανικό κράτος έναντι του ελληνικού κράτους, περί αποζημιώσεων των Τσάμηδων) φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο προς το παρόν.
[4] Πρέπει να κάνουμε την διάκριση μεταξύ διεθνών και εσωτερικών μεταναστών. Εσωτερικοί μετανάστες είναι οι μετανάστες στην ίδια τους την χώρα. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των εσωτερικών μεταναστών έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Είναι προφανές ότι είναι δύσκολο να έχουμε μια αξιόπιστη εκτίμηση για τον πραγματικό αριθμό των εσωτερικών μεταναστών.
[5] Χαρακτηριστική περίπτωση μεγάλης χώρας αποστολής μεταναστών, προορισμού μεταναστών και περάσματος μεταναστών είναι σήμερα η Ρωσία.
[6] Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι σε απόλυτα μεγέθη, οι διεθνείς μετανάστες Νότου-Νότου έχουν αυξηθεί σε απόλυτα μεγέθη. Σύμφωνα με στατιστικές των Ηνωμένων Εθνών, σήμερα στην Ασία υπάρχουν 49.000.000 διεθνείς μετανάστες, στην Αφρική 16.000.000 και στην Λατινική Αμερική 6.000.000. Αν σ’ αυτά τα μεγέθη προσθέσουμε και τους εσωτερικούς μετανάστες (που είναι πάντα μετανάστες Νότου-Νότου), τότε αντιλαμβανόμαστε το πραγματικό μέγεθος του ζητήματος.
[7] Ακολούθησε τροποποίηση του Προεδρικού Διατάγματος τον Νοέμβριο του 1999.
[8] Το Προεδρείο αποτελείται από τον Πρόεδρο, τον Αναπληρωτή Πρόεδρο, τους τέσσερις Αντιπροέδρους-Συντονιστές Περιφερειών, έναν Αντιπρόεδρο για Θέματα Κύπρου, έναν Ταμία και τρεις Γραμματείς.
[9] Το μέγεθος των 7.000.000 αμφισβητείται: «Το σύνολο των ελληνικής καταγωγής πολιτών στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την απογραφή του 2000, προσδιορίζεται σε 1.179.064. Αν προσθέσουμε 520.000 που ζουν στον Καναδά, στην κεντρική και στη Νότια Αμερική, τότε το σύνολο στην αμερικανική ήπειρο φτάνει τα 1.700.000. Αν συμπεριλάβουμε στον αριθμό αυτόν 600.000 στην Ωκεανία και 550.000 στην Ευρώπη, 650.000 σε ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Ασία και Αφρική, το σύνολο δεν ξεπερνά τα 3.500.000.» Εμείς πιστεύουμε ότι η διαφορά μεταξύ 3.500.000 και 7.000.000 έχει να κάνει με ομογενείς που διατηρούν μια πολύ χαλαρή σχέση με την πρώτη τους πατρίδα.
[10] Η Ομοσπονδίας Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης διεσπάσθη πρόσφατα και μόνον η παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην 5η Λεωφόρο την αναγκάζει να κρατάει τα προσχήματα!
[11] Το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού εκτιμά ότι περί τους 800.000 Έλληνες διαβιούσαν στην Σοβιετική Ένωση, λίγο πριν την διάλυσή της και το άνοιγμα των συνόρων της. (ΣΑΕ – Περ. Ευρώπης, 2002).
[12] Από τα πρώτα χρόνια του ερχομού των Ποντίων στην Ελλάδα, η ελληνική νομοθεσία τους χαρακτήρισε ως ‘παλιννοστούντες’ και όχι ως ‘πρόσφυγες’, αν και σε διάφορα νομοθετικά κείμενα έχουν χρησιμοποιηθεί και όροι όπως, ‘Έλληνες που έρχονται για μόνιμη εγκατάσταση από κράτη της Ανατολικής Ευρώπης’, ‘Έλληνες Πόντιοι παλιννοστούντες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.’, ‘Έλληνες Πόντιοι’, ‘Ομογενείς από το Εξωτερικό’, ‘επαναπατριζόμενοι Έλληνες’. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, από το 1980 μέχρι και σήμερα, ο όρος ‘παλιννοστούντες’ χρησιμοποιείται για τους έλληνες ομογενείς Ποντίους, ενώ, για τους ομογενείς από την Αλβανία χρησιμοποιείται είτε ο όρος ‘ομογενείς από την Β. Ήπειρο’ είτε ο όρος ‘ομογενείς από την Αλβανία’.
[13] Όποιος και αν είναι ο αριθμός, γεγονός είναι ότι η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, εκτός από το ότι παρακμάζει πληθυσμιακώς, σπαράσσεται από απείρου γραφικότητας έριδες. Είναι θεάρεστον το ότι ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Αλβανίας είναι ο Αναστάσιος, φωτεινή και ειρηνική, συμφιλιωτική προσωπικότητα.
[14] Η νομική αντιμετώπιση αυτών των δύο κατηγοριών ομογενών δεν είναι απολύτως η ίδια. Η κρατική νομική προστασία για τους βορειοηπειρώτες Έλληνες είναι μικρότερης διάρκειας από αυτή που αποδίδεται στους Πόντιους με αποτέλεσμα να βιώνουν εντονότερα τον κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού. Πολλά νομικά κείμενα αποδίδουν διάφορα ευεργετήματα στους ομογενείς του Πόντου ενώ συστήνονται και ειδικοί κρατικοί φορείς υποδοχής τους, όπως είναι το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων.
[15] Διδακτική προς τούτο είναι η ξανα-ανάγνωση του πονήματος του Ξ. Ζολώτα (Ζολώτας 1966) για τις συνέπειες (θετικές και αρνητικές) της ελληνικής μετανάστευσης στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, την δεκαετία του 1960.
[16] Προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ανεργία στην Αλβανία και η ανάγκη για τη ακόμη μεγαλύτερη αποδημία εργασίας, οι διάφορες συμφωνίες απασχόλησης έχουν υπογραφεί μεταξύ της Αλβανίας και άλλων χωρών, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γερμανία.
[17] Διευκρινίζεται, στην εισαγωγή των εκθέσεων, ότι την ευθύνη των κειμένων αυτών φέρει μόνον η αλβανική κυβέρνηση.
[18] Η Ε.Ε. και η Αλβανία πρέπει περαιτέρω να συνάψουν μια γενική συμφωνία επαναπατρισμού στο πλαίσιο μιας νέας Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης.
[19] Στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνονται: Αλβανία, Κίνα, Π.Γ.Δ.Μ., Μαρόκο, Ρωσία, Τυνησία, Ουκρανία, Λιβύη και Τουρκία.
[20] Στο σχετικό έγγραφο, που αφορά την περίπτωση της Αλβανίας, οι προτεραιότητες που ορίστηκαν από την Ε.Ε. αφορούν το άσυλο και τη μετανάστευση: (α) να παλέψει η χώρα αποτελεσματικά ώστε να παρεμποδισθεί η παράνομη μετανάστευση και (β) να αναπτύξει η χώρα τις επαρκείς δομές ασύλου και υποδοχής μεταναστών. Το έγγραφο αυτό αναφέρει την Αλβανία και ως σημαντική χώρα διέλευσης για τους πρόσφυγες τους αναζητούντες άσυλο στην Ευρώπη.
[21] Το αλβανικό Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων εξήγγειλε ότι, σε συνεργασία με το INSTAT (Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής), θα συντάξει μια μελέτη για να προσδιορισθούν οι γεωγραφικές περιοχές της χώρας, που επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα υψηλά επίπεδα αποδημίας. Βάσει δεικτών, που θα προσδιορισθούν έτσι, θα σχεδιαστεί ένα πρόγραμμα επενδύσεων και δημιουργίας υποδομών, ώστε να ενθαρρυνθεί η δημιουργία νέων μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων κυρίως στις περιοχές αυτές.
[22] Παρουσιάζεται στην σχετική έκθεση η περίπτωση μιας ιδιωτικής πρωτοβουλίας Αλβανών μεταναστών στην Βιέννη, όπου επιχειρήθηκε το 2003 με επιτυχία το άνοιγμα ενός αλβανικού πολιτιστικού ιδρύματος από την εκεί αλβανική μεταναστευτική κοινότητα με ιδίους πόρους της μεταναστευτική κοινότητας.
[23] Η ανάλυση μιας πολιτικής τύπου λόμπυ (ομάδων πιέσεως) εκφεύγει της παρούσας εργασίας, πρέπει, όμως, μιλώντας για παγκόσμια οργάνωση εθνικών διασπορών να έχουμε κατά νου ότι για τέτοια πολιτική ζωή μιλάμε.
[24] Σύμφωνα με μελέτη του ΟΗΕ, ο πληθυσμός της Ελλάδας, το 2015, εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 14,2 εκατ., από τα οποία 3,5 εκατ. θα προέρχονται από χώρες εκτός E.E.. (Δένδιας 2005).
[25] Πρόκειται για τους ν. 3275/1925, 4310/1929 και.1975/1991.
[26] Πρόκειται για τα π.δ. 358/1997 και 359/1997.
[27] Πρόκειται για. Τον ν. 2910/2001.
[28] Πρόκειται για την εγκύκλιο Υ4α/οικ.8992 της 13/7/2000, υπό τον τίτλο ‘Ιατροφαρμακευτική και Νοσοκομειακή Περίθαλψη Αλλοδαπών’ (κοινοποιηθείσα αμέσως στους προέδρους και τα διοικητικά συμβούλια των δημόσιων νοσοκομείων της χώρας και στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας)
[29] Αναφερόταν ρητά αυτό στην εισαγωγή της εγκυκλίου.
[30] Τελικώς, τον Δεκέμβρη του 2002, κάτω από το βάρος και της αντίδρασης της κοινής γνώμης, το Υπουργείο Υγείας, με νέα εγκύκλιο, κατήργησε και επισήμως την υποχρέωση των ιατρών να ειδοποιούν τις αρμόδιες αρχές στην περίπτωση που αντιληφθούν ότι πρόκειται για παράνομο μετανάστη. Παραμένουν, όμως, όλα τα δυσμενή μέτρα που λαμβάνονται εις βάρος των παράνομων μεταναστών, όπως η διάταξη με την οποία δεν γίνονται δεκτά τα μέλη αυτής της κατηγορίας του πληθυσμού στα ‘Μη Επείγοντα Περιστατικά’. Η Μη-Κυβερνητική Οργάνωση ‘Γιατροί Χωρίς Σύνορα’, σε ανοιχτή επιστολή-διαμαρτυρία προς τον Υπουργό Υγείας, ανέφερε ότι η διάκριση επειγόντων και τακτικών περιστατικών, την οποία, κατά το γράμμα της εγκυκλίου, θα διενεργούσαν ενυπόγραφα οι υπεύθυνοι των Εφημερείων, ήταν από ιατρικής πλευράς και ανέφικτη και επικίνδυνη. Ιατρικώς ανέφικτη, διότι ένας τέτοιος διαχωρισμός είναι εκ των προτέρων επισφαλής αφού, για παράδειγμα, είναι δύσκολη η απάντηση σε ένα ερώτημα του τύπου: «Μια πάθηση του αναπνευστικού – η οποία χωρίς θεραπεία μπορεί να εξελιχθεί σε μοιραία οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια – είναι οξύ ή σταθεροποιημένο χρόνιο περιστατικό;».
[31] Πρόκειται για τον ν. 3386/2005 περί ‘Εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια’.
[32] Στην ΙΟΜ, που είναι ένας διεθνής διακυβερνητικός οργανισμός που συστήθηκε το 1951, σήμερα μετέχουν 116 κράτη, ενώ ακόμη 20 κράτη έχουν την ιδιότητα του παρατηρητή.
[33] Το ύψος της δαπάνης του προγράμματος ανέρχεται στα 250 εκατομμύρια ευρώ και το σύνολο του ποσού αυτού θα εκταμιευθεί στο διάστημα 2004-2008.
[34] Είναι ενθαρρυντική και διδακτική, οφείλουμε να πούμε σήμερα, η ομιλία του προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων, Δ. Κυριαζίδη, σε ημερίδα με θέμα τον ‘Αντιρατσιστικό Χάρτη της Αστυνομίας’, στις 30 Νοεμβρίου 2005, καθώς και ακόμη πιο προωθημένες ιδέες των ίδιων των αστυνομικών, που ακούσθηκαν στην ίδια ημερίδα, για την αναγκαία κοινωνική ένταξη των μεταναστών. Ακόμη και ιδέα για πρόσληψη αριθμού μεταναστών στην Ελληνική Αστυνομία ακούσθηκε στην εν λόγω ημερίδα!
[35] Οι ουδέτεροι όροι ‘επίσημος’ και ‘ανεπίσημος’ μετανάστης προτιμώνται πλέον, και στην χώρα μας, αντί των φορτισμένων όρων του ‘νόμιμου’ και ‘παράνομου’ μετανάστη.
[36] Το ΙΜΕΠΟ συστήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 188/2002, ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών.

Αναρτήθηκε από Κ. ΒΕΡΓΟΣ στις 6:49 π.μ.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: