Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Το σκοτεινό τρυγόνι: 100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Το σκοτεινό τρυγόνι: 100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Γράφει ο Ερανιστής (το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Τηλεγραφείο)

«Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

«Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

«Σαν να χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου».

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911 στη Σκιάθο από ιφλουέντζαν (πνευμονία), ενώ διέμενε τα τελευταία χρόνια στο νησί με τις ανύπαντρες αδερφές του. Ήταν παπαδοπαίδι με θεοσεβούμενη μητέρα και μεγάλωσε φτωχικά ανάμεσα σε εννιά αδέλφια (τα δύο πέθαναν σε μικρή ηλικία,) στις παραλίες και  τα ξωκκλήσια του νησιού. Για τα παιδικά του χρόνια θα πούμε και στη συνέχεια, ας δούμε για την ώρα τι γράφει  ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του:

«Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.
Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας

Σε ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό απόσπασμα από Τα δαιμόνια στο ρέμα διαβάζουμε για την ασυμπαθή και άστοργη συντροφιά των παιδικών του χρόνων:

Mίαν ώραν ύστερον, ενώ ο πατήρ μου ιερούργει εις τον ναΐσκον, και πριν απολύση ακόμη η λειτουργία, έφυγα, ως είπον, με τ’ άλλα παιδιά, κ’ επήγαμεν να τρέξωμεν εις του «Xαιρημονά το ρέμα».
Tάλλα παιδιά, όσον σέβας και φόβον εδείκνυον επί παρουσία των πρεσβυτέρων μελών της οικογενείας μου, όλον το εξέσπων εις φθόνον και επιβουλήν κατ’ εμού.[…]

Tα παιδιά, η ασυμπαθής και άστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, έτρεχον, εχάνοντο· εκυλίοντο, οιονεί, τον κατήφορον, κ’ εκυνηγούσαν τα καβούρια, μέσα εις τους διαφόρους λάκκους του νερού. Έτρεχα, επλανώμην κ’ εγώ κατόπιν των. Έψαχνα να εύρω καβούρια.
Mε το σήκωμα της πέτρας, εθόλωναν τα νερά, και τα καβούρια εκρύπτοντο. Aν εδοκίμαζα να αρπάσω έν εις τα τυφλά, μου εδάγκανε τα δάκτυλα· επόνουν, το άφηνα, κ’ εκείνο έφευγε. Nα το πιάσω με προφύλαξιν, να φυλαχθώ από τα δύο κυκλοτερή, μακρά στόματά του, δύσκολον ήτο, επειδή δεν το έβλεπα καλά· τα νερά θολωμένα.
Kαθώς μ’ εδάγκαναν τα καβούρια, ούτω με ωνείδιζαν και τα παιδιά. Δύο ή τρία εξ αυτών, άνευ αιτίας, ήρχισαν να με «αναγορεύουν», όπως λέγουν εις την γλώσσαν των, να με προσφωνούν δηλαδή με υβριστικά επίθετα. Eγώ ήρχισα να κλαίω.
Kαθώς μ’ έφευγαν τα καβούρια, ούτω μ’ έφυγαν, μετ’ ολίγον, και τα παιδιά. Eίχαν αλλάξει διεύθυνσιν έξαφνα, κ’ επήγαιναν προς τα άνω του ρεύματος. Eκείνα έτρεχαν, εγώ έμενα οπίσω.
Δύο εξ αυτών ήσαν περίπου συνομήλικά μου. Άλλοι τρεις ή τέσσαρες ήσαν από δώδεκα έως δεκατεσσάρων ετών. Ήσαν δε, όσον δεν ημπορούσα να εκτιμήσω, πανούργοι, παμπόνηροι. Eθόλωναν τα νερά, εστραβοπατούσαν, έφευγον τρέχοντα. Ωμοίαζον πολύ με του ρεύματος τα καβούρια.
Έτρεχον εγώ απηλπισμένος κατόπιν των.
― Kαρτερείτε κ’ εμέ!
Tου κάκου. Έτρεχαν, έτρεχαν. Δεν ημπορούσα να τους φθάσω. Έκλαιον εις μάτην.
― Eσύ δεν είσαι για να πιάνης καβούρια· είσαι για να τρως χαράμια!
― Eίσαι για τυφλοψώμια!
Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερομένους εις τους ναούς. Mε εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι. Eκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Oι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Kαι διά τούτο εμέ μ’ επεριφρονούσαν.
― Kαρτερείτε κ’ εμένα!
― Nά! τώρα θα σε φάνε τα κρούσματα…
― Mια στιγμή, καρτερείτε!
― Θα σε φάνε τα στοιχειά…

Πηγή: Τα δαιμόνια στο ρέμα.


Αποσπάσματα όπως το προηγούμενο, με αυτοβιογραφικά δηλαδή στοιχεία, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον, προκριμένου να ανασυστήσουν την «προσωπικότητα»  και το χαρακτήρα του Παπαδιαμάντη και να «ερμηνεύσουν» το έργο του. Στο παρόν σημείωμα θα σταθούμε μόνο μερικώς στον όγκο των κριτικών κειμένων για το έργο του Π., να σημειώσουμε μόνο ότι στον καιρός του ούτε η αποδοχή  ήταν αυτονόητη , ούτε το έργο του διαβάστηκε με τον ίδιο τρόπο στο πέρασμα των χρόνων.  Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα γραφτά  του  Παπαδιαμάντη αναδείχθηκαν κυρίως από το χώρο των δημοτικιστών, αν και ορισμένοι από τους τελευταίους στάθηκαν ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντί του. Επικριτικός στάθηκε αργότερα και ο Κ. Θ. Δημαράς, ενώ ο Παλαμάς, αν και έγραφε πώς θα φιλούσε ευλαβικά το χέρι του Παπαδιαμάντη, μεταξύ των δύο έδινε την ψήφο του στον Καρκαβίτσα.

Κατά την άποψη μας, αν η (ποιητική) λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη περιορίζονταν απλώς στην περιγραφή μιας κοινοτικής ζωής που χάνεται, αν ήταν απλώς νοσταλγία δηλαδή για μια κοινωνική οργάνωση που διαλύονταν στη νεοελληνική νεωτερικότητα, αν αντλούσε αποκλειστικά  ή κυρίως από το συναίσθημα του «ιερού»  και τη βυζαντινή παράδοση, ή λειτουργούσε ως «μαγικός καθρέπτης» για τον αναγνώστη, θα είχε γίνει στάχτη, όπως συνέβη με το έργο πάμπολλων  συγγραφέων  και ποιητών της ίδιας περιόδου που στον καιρό τους λογαριάζονταν σπουδαίοι.  Ο ταπεινός συρράπτης επιφυλλίδωνδεν εξαφανίστηκε όμως. Ας συνεχίσσουμε  με λίγα βιογραφικά του ακόμα:

Ο Π. κατεβαίνει  στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία και στα 1874 εγγράφεται τελικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ακροάται τακτικώς για ένα διάστημα, αλλά δίπλωμα δε θα πάρει ποτέ. Όπως γράφει  ο ίδιος σε μια επιστολή στην Αθήνα πορεύεται πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Το 1878 γνωρίζεται με τον δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις» Βλάση Γαβριηλίδη και δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» στο περιοδικό «Μη χάνεσαι». Μια εικόνα της ζωής του στην Αθήνα μπορούμε ενδεχομένως να σχηματίσουμε και από το επόμενο απόσπασμα:

Ερρέμβαζεν εξηπλωμένος επί της κλίνης του, ο Σπύρος ο Βεργουδής, πτωχός σπουδαστής, πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής, όστις και αν ήθελε να εισέλθει εις τον κόσμον δεν είχε τα μέσα.

Είναι αληθές ότι αι δύο κόραι τον είχον προσκαλέσει να μετάσχει της εσπερινής διασκεδάσεως, αλλά πώς να υπάγει αυτός, δειλός, άπειρος του κόσμου, κακοφορεμένος, εν μέσω τόσων αγνώστων; Έπειτα προς την μίαν αυτών, την Κούλαν, έτρεφε αβρόν συναίσθημα ερωτικόν, και ήτο ζηλιάρης• δεν θα ηνείχετο να την βλέπει να χορεύει με τόσους και τόσους… και αυτός να μην ηξεύρει ευρωπαϊκόν χορόν! Είχε δειπνήσει την εβδόμην ώραν κι επειδή την εσπέραν εκείνην ενωρίς τα καφενεία έκλεισαν, ησθάνετο δε και ελαφρόν πόνον εις τους οδόντας, απεσύρθη από της ογδόης εις το δωμάτιόν του με το παράπονον εκείνο, οίον ο ξένος έχει μέσα του εις τοιαύτας ημέρας.

Ήθελε να είπει ναι, και έλεγεν όχι. Δεν του εφαίνετο αξιοπρεπές να υπάγει «ν’ αποκρέψει» με την πλύστραν του, άλλως δε θα τον έτυπτεν η συνείδησις, διότι ο μετά τόσων γυναικών, ων τινες ήσαν νέαι, συγχρωτισμός δεν θα ήτο ακίνδυνος δι’ αυτόν, και η πρόθεσίς του, αν εδέχετο την πρόσκλησιν, αδύνατον να ήτο αθώα. Μάλλον θα επροτίμα να φιλήσει εκεί εις τα κρυφά την μικράν κορασίδα, την οποίαν απερισκέπτως έστελλε προς αυτόν η ψυχομάννα της, αλλά δεν ήτο τολμηρός, ούτε απολύτως διεφθαρμένος.

Απέπεμψε την παιδίσκην αλώβητον, και αυτός εξηπλώθη φιλοσοφικώς επί της σκληράς μαθητικής στρωμνής του. Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν, ήτο ήσυχος τώρα, σχεδόν ευτυχής.

Πηγή: Αποκριάτικη νυχτιά.

Τα διηγήματα που θα ακολουθήσουν (160 περίπου), δημοσιεύονται  κυρίως σε εφημερίδες και περιοδικά για βιοποριστικούς λόγους. Σταχωμένο βιβλίο του δεν αξιώθηκε να δει ο Π. όσο ζούσε. Επί 27 χρόνια συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, μονήρης, άφροντις και απόμακρος, αν και το όνομα του αρχίζει να γίνεται σιγά σιγά γνωστό στους λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους. Να θυμίσουμε ο προλετάριος της γραφής,πράγμα σπάνιο για την εποχή, ασχολείται επαγγελματικά με μεταφράσεις, η μετάφραση μάλιστα έργων του Ντοστογιέφσκι και η επαφές του με τα ρεύματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και την ορθόδοξη παράδοση της Ρωσίας πυροδότησαν πλήθος μελέτες και κριτικές μέχρι σήμερα.

Ο Παπαδιαμάντης μετέφρασε ακόμη, για λογαριασμό του εκδότη Γιάννη Βλαχογιάννη, την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Γεωργίου  Φίνλεϊ. Το χειρόγραφο άφησε για δεκαετίες στα συρτάρια η νεοελληνική ακηδία μέχρι την έκδοσή του από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Ας δούμε ένα απόσπασμα του Φίνλεϊ από την εν λόγω μετάφραση το οποίο αναφέρεται στους κλέφτες:

“Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών.Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέφτας”.

Το βιβλίο υπάρχει εδώ. Η επιλογή βεβαίως του Φίνλει, όσο κι αν ο συγγραφέας μετέφραζε για βιοποριστικούς λόγους, έχει τη σημασία της, είναι δύσκολο να το αναλύσουμε περισσότερο εδώ, να πούμε μόνο ότι ο Φίνλει στις 900 μεταφρασμένες παπαδιαμαντικές σελίδες του δε λέει καθόλου ευχάριστα πράγματα για όσους αντιλαμβάνονται την Ιστορία ως δοξολογία του παρελθόντος.

Ο σύγχρονός του ποιητής  Μιλτιάδης Μαλακάσης  τον περιγράφει τον ως «μια σιλουέτα με ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή,λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα, ξεθωριασμένο ημίψηλο, με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα, ένα είδος κολάρου, συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το παλτό, να σημειώσουμε, ήταν δώρο του  Αλέξανδρου Πάλλη από το Λονδίνο. Ανεκδοτολογικά αναφέρεται ακόμη ότι ο γνωστός Συγγρός κάποτε τον πέρασε για ζητιάνο, και μόνο την τελευταία στιγμή δεν του έδωσε χρήματα, αυτά συνέβησαν στα γραφεία της εφημερίδας Ακρόπολη, αν θυμάμαι καλά το αναφέρει και ο  κριτικός Π. Μουλλάς στο βιβλίο του Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος. Ο τελευταίος στο πόνημα του θεωρεί τον Π. έναν μάλλον μέτριο συγγραφέα επιφυλλίδων και επιχειρεί μια σχεδόν  ακατάστατη ψυχαναλυτική προσέγγιση στο έργο του. Σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση του Π. Μουλλά, η οποία όζει Παρισίων, όπως σημειώνει κάπου ο Κωστής Παπαγιώργης, ένας πολλαπλώς «ακρωτηριασμένος ¨άνθρωπος» παράγει  «ακρωτηριασμένο» έργο.

Ο Κωστής Παπαγιώργης στο  βιβλίο του αποτιμά τα ίδια στοιχεία με εντελώς διαφορετικό τρόπο: με ολόκληρο το έργο του ο Π.  προσπαθεί να μετατρέψει μια προβληματική ζωή σε έργο τέχνης. Ο Παπαγιώργης μεταξύ άλλων υποστηρίζει ακόμη, αν το αντιλαμβάνομαι έγκυρα, ότι ο Π., αφού απέτυχε στις σχέσεις του με τους άλλους, στον έρωτα, στις σπουδές και στο μοναχισμό, σκηνοθετεί το παιδικό τραύμα του και καταφεύγει στη διηγηματογραφία ως μνημονική ανάδραση. Ζει έτσι τη ζωή που δεν έζησεκαι ο κόσμος των διηγημάτων του, καθώς προικοδοτείται από τη μνήμη αλλά και τη φαντασία κατά την εκτίμησή μας, γίνεται » ένα ιατρείο ψυχής που δεν έχει ανάγκη την πιστότητα, την ειλικρίνια και την ακρίβεια». Αρκετά μπήκα όμως στα χωράφια των σοφολογιότατων και είναι καιρός να προχωρήσουμε στα διηγήματα:

«Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελίχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπεσία φωνή της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπισθεί διά να εξέλθει και απολαύσει την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της, με τα μακρά ματόκλαδα ως πτεροφόρος οϊστός, σ’ εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς, δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν! Η Πολύμνια σ’ εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως παραχθείσα διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο ότι δεν εσήκωνες περισσότερον.» Πηγή: Ολόγυρα στη λίμνη.

«Ο είς των μαθητών της Γ’ τάξεως, υψηλός, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, φαινόμενος να είναι τουλάχιστον δεκαεξαέτης, δεν απέσπα το βλέμμα του από την ταράτσαν εκείνην, την υψηλήν. Έως τότε ψυχή δεν εφαίνετο επάνω εις την ταράτσαν, αλλά μετ’ ολίγον  ωραίον κοράσιον, δεκατεσσάρων ετών, με τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα εφάνη επί της ταράτσας. Κατόπιν άλλο της αυτής ηλικίας επίσης με ξανθά μαλλιά, και έν άλλο με μαύρα μαλλιά. Ο μαθητής τότε εκείνος, όστις έπασχε φαίνεται, από πρώιμον έρωτα, ηκούσθη να ψιθυρίζη:

—Αχ! βασανάκια, βασανάκια!

Ο γείτων του, όστις εφαίνετο γνωρίζων την αδυναμίαν του, κύψας εις το ούς, του εψιθύρισε το εξής δίστιχον, το οποίον ίσως αυτός ή άλλος κανείς μεγαλυτέρας ηλικίας είχε συνθέσει:

«Γίνε, Μαριώ μου, βόιβοδας, και συ, Λενιώ μου, μπέης,

και συ, μικρό Κατερινιώ, κριτής για να με κρένεις»

……………………………

Τα τρία κορίτσια εγύριζαν, εγύριζαν, έφερναν βόλτες επάνω εις την ταράτσαν, επεριπατούσαν, εστέκοντο, εκοίταζαν εις τον ουρανόν, συνομι­λούσαν, έρριπταν ματιές προς το μέρος της θύρας του σχολείου, όπου ήσαν οι μαθηταί, και δεν είχαν ησυχίαν. Οι μαθηταί εξέχασαν και το σχολείον, και τα βιβλία, και τον διδάσκαλον, και αυτόν τον παπαγάλον, και εσηκώθησαν, κι εκινούντο, και οιστρηλατούντο εις τρόπον επίφοβον. Τα τρία βασανάκια, ως τα ωνόμαζεν ο πτωχός εκείνος μαθητής, δεν έμειναν επί πολλήν ώραν μόνα των επάνω εις την ταράτσαν. Και άλλα κατόπιν των βάσανα, και άλλα βασανάκια, εφάνησαν πλησίον των. Φαί­νεται ότι η ταράτσα εκείνη εχρησίμευεν ως συνεντευκτήριον όλων των κοριτσιών της γειτονιάς. Το θέρος, όταν έπεφτεν ο ήλιος, ή τον χειμώνα, όταν ήτο αιθρία ηλιοφεγγής ημέρα, ως η ημέρα εκείνη του Δεκεμβρίου, τα κοράσια ανέβαιναν εκεί, καταβιβάζοντα τα λευκά τουλουπάνια των έως τους οφθαλμούς, στρέφοντα τα νώτα προς τον ήλιον, διά να μη μαυρίσουν. Και ηκούετο εκεί επάνω φαιδρόν λάλημα και εύθυμος μινυρισμός παρθένων, και κελαδήματα ανθρωπίνων χελιδόνων μόλις έναρθρα, αλλ’ όχι ολιγώτερον κενά εννοίας από τα κελαδήματα των πτερωτών χελιδόνων του έαρος.»

Πηγή: Ωχ! βασανάκια!

Στο ίδιο να σημειώσουμε εικόνα της γριάς Βότσαινας:

Ήτον αυτή, η ιδία Βότσαινα η μάγισσα. Ημέραν μεσημέρι, διερ­χόμενοι έξω της οικίας της, όλοι εσταυροκοπούντο. Την νύκτα ουδείς θα ετόλμα να διέλθει. Είχε μεγάλην φήμην εις την τέχνην της. Εάν συνέ­βαινε κανέν εντόπιον πλοίον να μην έχει ακουσθεί από καιρόν και να είναι ύποπτον, αυτή ήτο ικανή να δείξει μέσα εις έν αυγόν, εις την γυναίκα ή την μητέρα του εν υποψία ναυτικού, την τύχην του πλοίου. Πότε το πλοίον ήτο σώον μετά του πληρώματος, και αυτή το εδείκνυε βουλιαγμένον μέσα εις το αυγόν. Πότε το πλοίον είχε ναυαγήσει πράγματι, κι εκείνη το εδείκνυεν  ορθοπλοούν μέσα εις τον  κρόκον.  Τούτο εκανονίζετο  όχι  από την αμοιβήν την οποίαν ήλπιζε να λάβει, αλλ’ από τα αισθήματα τα οποία έτρεφεν η ιδία προς την γυναίκα ή την μητέρα του καραβοκύρη. Αλλ’ η έκβασις δεν εζημίωνε μεγάλως την φήμην της. Ήτο πάντοτε η Βότσαινα η μάγισσα.  Πώς τα κατάφερνε!

Έτρεχε πάλλουσα εις την χείρα την πελωρίαν τρικοκκιάν,  με το έν τσουλούφι των μαλλιών της σειόμενον επί του ώμου της, με τους σκλη­ρούς και χελωνοδέρμους πόδας της πλήττοντας το έδαφος ως πέταλα φορβάδος.Πηγή: Ωχ! βασανάκια!

Ας αφήσουμε τη γριά με το τσουλούφι σειόμενον να καταδιώκει τους αγγυιοπαίδες κι ας δούμε τώρα τι επώλει ο Νικόλας ο Μανάβης στην περιοχή του Ψυρρή και πώς εθεράπευε τους μουστερήδες του και τη νόσον του μπαρμπα- Στέργιου του Παρκιώτη. Ξίκικα πάντως δεν επώλει το βεβαιώνει κι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης,  σχεδόν γοητευμένος από το θέαμα, ώστε αν εάν είχε λεπτά διαθέσιμα θα αγόραζε , όχι μόνον όλα τα λαχανικά του Νικόλα, μαζί με τα κοφίνια, αλλά και αυτόν τον γάιδαρόν του:

«Τα ηγάπα πράγματι ολοψύχως, τα ηγάπα πολύ – όχι όμως περισσότερον παρ’ όσον ηγάπα ο μπαρμπα-Στέργιος ο Παρκιώτης τα ιδικά του πέντε ή έξ παιδιά, μισήν δωδεκάδα σωστήν. Και ο μεν Δημήτρης ο Χωριανός ήτο νέος και ακμαίος ακόμη, ο δε μπαρμπα-Στέργιος ήτο γέρων και ασθενής. Έπασχεν από την νόσον την οποίαν ιάτρευε κρυφά ο Νικόλας ο Μανάβης.

Ο Νικόλας ο Μανάβης είχε την δικαιοδοσίαν του εκτεινομένην τριγύρω εις του Ψυρρή, εις του Τάτση την Βρύσιν, εις του Τριγκέτα, εις τον Αι-Θανάσην, μέχρι της πλατείας Κουμουνδούρου. Ήτον σχεδόν τόσον κρυφός εις το εμπόριον, όσον και εις την ιατρικήν. Αυτός και ο γάιδαρός του δεν έβγαζαν ποτέ λέξιν ούτε φωνήν. Είναι ο μόνος μανάβης όστις διατρέχει τακτικά, κάθε πρωγί και μεσημέρι και βράδυ, με το γαϊδουράκι του, όλους αυτούς τους δρόμους και τους δρομίσκους, χωρίς να εξέρχεται γρυ από το στόμα του. Κάποτε μουρμουρίζει ή μασά κάτι τι – λάχανα, σέλινα ή κουνουπίδια – αλλά τόσον χαμηλά, ώστε μόνος αυτός τ’ ακούει.

Και το γαϊδουράκι του ποτέ δεν ηκούσθη να βγάλει ογκανισμόν. Ορμεμφύτως μιμείται τον αφέντην του. Καμμίαν φοράν, ο Νικόλας, ενώ διατρέχει τους δρόμους, περιμένων να τον ιδεί καμμία πτωχή οικοκυρά να τον κράξει, διά να σταματήσει (ίσως έχει τακτικούς μουστερήδες, κρυφούς όσον και αυτός, έχοντας πεποίθησιν ότι δεν πωλεί ξίκικα), το απομεσήμερον, ή το βράδυ-βράδυ, βάλλει τον μικρόν τριετή υιόν του εις τα κάπουλα, ανάποδα βλέποντα προς την ουράν, ακουμβώντα τα νώτα επί των καλάθων, και του λέγει να κρατεί την ουράν τού γαϊδάρου, αλλ’ ο μικρός δεν έχει την ικανότητα, όθεν ο πατήρ αναγκάζεται να βαδίζει σιμά-σιμά, κρατών αυτός την ουράν του ζώου, διά να μη γλιστρήσει και πέσει ο υιός του.

Αυτό και μόνον το θέαμα θα με καθίστα ένθουν, εάν είχα λεπτά διαθέσιμα, ώστε ν’ αποφασίσω ν’ αγοράσω, όχι μόνον όλα τα λαχανικά του Νικόλα, μαζί με τα κοφίνια, αλλά και αυτόν τον γάιδαρόν του.

Πλην δεν είμαι βέβαιος αν τον πωλεί, διότι πού να εύρει άλλο γαϊδουράκι τόσον κρυφόν, βωβόν και διακριτικόν, ικανόν να μιμείται τον αφέντην του, όστις είναι τόσον κρυφός, ώστε μόνον κατά συγκυρίαν συνέβη να μάθω την ιατρικήν ειδικότητα, την οποίαν έχει εις το να θεραπεύει κρυφήν νόσον;»Πηγή: Οι φιλόστοργοι.

Λίγα στενά παρακάτω, στις γειτονιές του Ψυρρή, ο Βαγγέλης, μπεκιάρης, πτωχός, τουρκομερίτης, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος  και αιωνίως βαλαντωμένος νοικιάζει μια κάμαρα στα χαμόγεια της κυρα-Γιάνναινας:

«Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώσει την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.

Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κι εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είναι «αποκαής». Δεν είναι βέβαιον αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.

Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρα-Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο εις τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση.

Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάσει το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζει μοναχός του. Ύστερ’ απ’ ολίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την φέρει εδώ. Η κυρα-Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».

— Αυτά δεν τ’ ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ’ εργένης· για εργένη σ’ έβαλα. Αν εννοείς να μου φέρεις εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσεις την κάμαρα … σαν τελειώσει ο μήνας που έχεις πληρώσει.

Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ’ ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεβάτι κι ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:

Βασίλω μ’, κάτσε φρόνιμα,

σαν τ’ άλλα τα κορίτσια…

Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,

σου δίνω το βοτάνι…

Πηγή: Ο γείτονας με το λαγούτο.

Ας κλείνουμε σιγά σιγά με μερικά απόσπάσματα ακόμη από την υπέροχη Τρελή βραδιά:


«Ο γερο-Καλοειδής ήτον πρώτος μερακλής και πρώτος γλεντζές του χωρίου, πρόθυμος εις όλα, αυτός και το καπηλείον του. Είχε μείνει έως τότε με το άχτι του, και με τον κορμόν του τον κοντόν και κυρτόν, και με τα μακρά σκέλη του, επειδή τοιούτος ήτον εκ νεότητός του: πλασμένος με ραχίτιν, οιονεί με το καυκίον του εξελθών εκ κοιλίας μητρός, και καμμία δεν τον εζήλευε να τον πάρει. Ακολούθως κατώρθωσε να ξεγελάσει μίαν, ταχέως εχήρευσεν, είτα ενυμφεύθη δευτέραν φοράν και ευθύς ύστερον απέθανε. Τότε ήτον ακόμη άγαμος· δεν είχε πενηνταρίσει ακόμη.

Εκ των άλλων, οι δύο ήσαν νέοι άγαμοι, και τον τρίτον, τον Προκόπην, τον είχε διώξει η γυναίκα του. Είχαν στρωθεί εκεί την εσπέραν εκείνην, τρώγοντες οστρείδια, αχινούς, λαχανόπιτταν, πεταλίδας, καλόγνωμες και κοχύλια.

Είτα έπιαν, έπιαν. Τα βαρέλια του γερο-Καλοειδή ήσαν εύθυμα, λάλα, διαχυτικά, όπως ο νοικοκύρης των. Ύστερον ήρχισαν τα τραγούδια:

«Πόσες φορές τα κύματα!….» Όχι! πολύ ρεμβώδες.

«…Η ζωή θε να φανεί;…. Ο χωρισμός…πονεί!» Ω, μονότονον.

«Κοιμάσαι, πλάσμα που λατρεύω…» Ω, σχολαστικότης!

Δεν ήσαν τραγούδια αυτά, και ο ορίζων δεν τα έστεργε. Ούτε υπήρχε κοινόν δια να τους ακούσει. Τα κορίτσια της γειτονιάς εκλειδώνοντο ενωρίς, όμοια με τα πουλιά που κατιάζουν ενωρίς εις τας φωλεάς των.

Ούτε η γυναίκα του Προκόπη εκτίμησε το άσμα του γερο-Καλοειδή, βρήκε μάλιστα την ευκαιρία να του ορμαθιάσει κάμποσα:

Ως να ηλεκτρίσθη από την γοητείαν του άσματος, παραδόξως ένα παράθυρον έτριξε κιεφάνη εις το ασθενές φέγγος της εις σύννεφα πλεούσης σελήνης μία σκιά εις το στενόν άνοιγμα.

Ήτον η Μαρούδα, η γυνή του Προκόπη, η οποία τον είχε διώξει από το σπίτι της προ ημερών. Οι γέροντες οικοκυραίοι του τόπου ισχυρίζοντο πάντοτε ότι η σχεδόν απαράβατος συνήθεια τού ν’ αποτελεί οικία μέρος της προικός είχε τούτο το καλόν, ότι δεν ηδύνατο ποτέ ο ανήρ ν’ αποπέμψει την γυναίκα, αλλά παν τουναντίον.

Ηκούσθη τότε οξύς ψιθυρισμός εις την σιγήν και το υπόφαιον σκότος, τόσον συριστικός και διάτορος, ώστε ενίκα και την πλέον στεντόρειον βαρυφωνίαν.

-Α! τραγούδα τώρα, γλέντα, μπεκρολόγα, μεθοκόπα, ξενύχτα, ξερνοβόλα, γκάριζε! Αχ! βαγένι, πιθάρι, βαρέλα, μπουκάλα, γαλόνι, ταμετζάνα, στάμνα, στέρνα, καρούτα, μαστέλα, κρασοκανάτα! Που να σκάσεις!

Ευθύς ηκούσθη δεύτερος τριγμός και το παράθυρον εκλείσθη μετά πείσματος.

Εσηκώθησαν και οι τρεις, αυτός, και ο Παύλος, ο πρώην Μεχμέτης, και ο Μάρκος, ο πρώην Χασάνης, και έλαβον ο πρώτος την γκάιδαν του, ο δεύτερος το λαγούτον, και ο τρίτος το κλαρινέτον, και εν τω άμα τα εχόρδισαν. Και τότε ήρχισε δαιμονιώδης χορός, εκεί, εις την μικράν πλατείαν, εις τα Γύφτικα, γύρω-τριγύρω εις μίαν καλύβην ημισκεπή και ημίφρακτον, χρησιμεύουσαν ως σιδηρουργείον. Και η γκάιδα βραχνόφωνα εφαίνετο να λέγει βαθιά, με φθόγγους εγγαστριμύθου, τους αδήλους καημούς του συζύγου της Αηλές, και το λαγούτον έμελπε λίαν παραπονετικά τα άγνωστα ντέρτια του Παύλου, του πρώην Μεχμέτη, και το κλαρινέτον διελάλει, εις τα σκότη της νυκτός, εις τας κοιλάδας και εις τα όρη, τα άρρητα βάσανα του πρώην Χασάνη, του Μάρκου. Όλη η γειτονιά έχασε λίαν παράωρα τον ύπνον της, και όλον το χωρίον αντήχησεν από την αλλόκοτον, την μεγαλόφθογγον αρχήστραν.» Πηγή: Τρελή βραδιά.

Η ψυχή μου ήτο πάντοτε προς τα μέρη εκείνα, αν και το πλείστον χρόνον απεδήμουν σωματικώς, και ενθυμούμην κάποτε τον στίχον του Σκώτου αοιδού: «Η καρδιά μου είναι στα Ψηλώματα, η καρδιά μου δεν είν΄εδώ». Πηγή: Αμαρτίας φάντασμα.

Τα μαθητικά χρόνια

Ακούστε εμέ να σας πω! Να μην ανοίγετε χαρτί!…Να μην ακούτε το δάσκαλο!…Να μη φοβάστε τσ’ πατεράδες σας!…Να δέρνετε τσ’ μαννάδες σας!..

Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου, του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός, ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλυτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζει συλλαβιστά. Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρει την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήταν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήταν όλοι μεγάλοι. « Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος που πέθανε, ο Φλάσκος, Φλάσκο – μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!». Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοχτώ χρόνων, υψηλός, με ανωρθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήσει το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, τον «Φλάσκο Φλάσκο – μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείσει εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλίδες, πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ’ η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήσει τους οικείους του μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλαδή λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζει (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το η με το π και το ζ με το ξ), ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξει  τ’ αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρει με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι’ αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες, δια να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του να τον αποσύρουν ευσχήμως. Πηγή: Η δασκαλομάνα.

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και που συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακες και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τις αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε». Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διαβόλοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον». Πηγή: Η δασκαλομάνα.

Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα. Είχε γίνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον, εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους δυσκόλως θα εσωφρόνιζε και αν είχε την συνήθειαν να «τους μαρτυράει στο δάσκαλο» ( το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα κακής προδοσίας μεταξύ των παιδιών). Άλλην άρα καταφυγήν δεν είχεν, ειμή να κάμνει συχνά καυγάδες και να δέρνει τους συμμαθητάς του – ενίοτε και να τις τρώγει.

Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ’ ην έδειρε δύο τρεις εκ των συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον. Ο ίδιος δεν ήθέλησεν – εντράπη ή εδίστασε να πει εις τον δάσκαλον το επίθετον το οποίον κατ’ αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε το βάρος της οργής του δασκάλου έπεσεν επ’ αυτόν.

Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η οποία έτσουζε, αλλ’ «απεβλήθη προσωρινώς» από τα μαθήματα. Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήσει», η θεία του προσεφέρθη να υπάγει αυτή «ν’ αγκαλέσει[6]» στον δάσκαλον τα άλλα παιδιά, τα οποία του έλεγαν «έτσι κι έτσι» και του εφώναζαν «αυτό κι αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν και δεν επάτησε πλέον εις το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.

Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς να πταίει – ενώ άλλην φορά πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ Ιωακείμ, τον «ορμήνεψε» και του είπεν ότι σ’ αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις πταίομεν, εν άλλοις παιδευόμεθα» και προσεπάθησε να του εξηγήσει τι σημαίνει το απόφθεγμα: «οι αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς». Πηγή: Η φωνή του δράκου.

Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος;

Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του.

Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.

Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.

Ήτον λοταρτζής κι εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς την ημέραν. Τι να τας κάμει; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, με ομικρόν και με ωμέγα.

Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε. Του είπαν να παίξει το νάι. Έπαιξε.

Δεν τους ήρεσε. Ώ, αυτός δεν ήτον αμανές.

Δεν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ ο Δερβίσης τους έλεγε τον καθ’ αυτό αμανέν.[…]

Ο ξένος μουσουλμάνος είχε παγώσει εκεί όπου εκάθητο κι ενύσταζε. Διά να ζεσταθεί, έβγαλε το νάι του και ήρχισε να παίζει τον τυχόντα ήχον, όστις του ήλθε κατ’ επιφοράν εις την μνήμην.

Νάι, νάι, γλυκύ.

Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται.

Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν.

Νάι, νάι.

Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός.

Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.

Κάτω εις το βάθος, εις τον λάκκον, εις το βάραθρον, ως κελάρυσμα ρύακος εις το ρεύμα, φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα, ως μύρον, ως άχνη, ως ατμός, θρήνος, πάθος, μελωδία, ανερχομένη επί πτίλων αύρας νυκτερινής, αιρομένη μετάρσιος, πραεία, μειλιχία, άδολος, ψίθυρος, λιγεία, αναρριχωμένη εις τας ριπάς, χορδίζουσα τους αέρας, χαιρετίζουσα το αχανές, ικετεύουσα το άπειρον, παιδική, άκακος, ελισσομένη, φωνή παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος.

Τα βαρέα τείχη και οι ογκώδεις κίονες του Θησείου, η στέγη η μεγαλοβριθής, δεν εξεπλάγησαν προς την φωνήν, προς το μέλος εκείνο. Την ενθυμούντο, την ανεγνώριζον. Και άλλοτε την είχον ακούσει. Και εις τους αιώνας της δουλείας και εις τους χρόνους της ακμής.

Η μουσική εκείνη δεν ήτο τόσον βάρβαρος, όσον υποτίθεται ότι είναι τα αστιατικά φύλα. Είχε στενήν συγγένειαν με τας αρχαίας αρμονίας, τας φρυγιστί και λυδιστί.


Πηγή: Ο ξεπεσμένος δερβίσης.

Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος, παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, ταχέως και δυσκρινώς ομιλών, ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρόφαια μαλλία περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανόλης ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύσει μέχρι του τόπου της εκλογής, προσπαθών ν’ αρχίσει μετ’ αυτού ομιλίαν επί τετριμμένου θέματος·

–         Ε! πώς τα βλέπεις τα πράματα, μπαρμπα-Στεφανή;

–         Πώς θέλεις να τα βλέπω, εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός θαλασσινός.

–         Απ’ το άλλο κόμμα σκύλιασαν… Δεν είδες τι πηλάλα την έχουν;

–         Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπαρμπα-Στεφανής.

–         Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα, ο Μανόλης.

Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·

–    Για να σου πω, κυρ-Μανόλη, του είπε με την ραγδαίαν και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρείς πως είμαι βολικό πράμα, για να με μπαρκάρεις εσύ στο σκολειό μέσα;… Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις…οι άνθρωποι δεν είναι μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάτει από δω, μπάτει από κει…μη σας χρειάζεται ακόμα κανένας κάβος, καμμιά γούμενα, για να μας δέσετε, μη μπας και σας σκαπουλάρουμε;…τίποτες αμπάσες μούδες μη θέλετε, για να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει, φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν μπορείς να με σκαντζάρεις με το μυαλό το δικό σου. Ίσα τρίγκο, ίσα παρουκέτο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ’ επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!

Ο Μανόλης δεν ηδυνήθη να μη γελάσει κι έσπευσε να απαλλάξει τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος.

Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. «Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης.

Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής.

Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν.

Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον.

Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.

Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος εχαμήλωνεν.

Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος, παρεπιδημών προς καιρόν εν τη νήσω. Ο δε εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον, μελαψός, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει και μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.

–         Όχι δι’ αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτο τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθείς αλλ’ ουδέ να μ’ εννοήσεις και μου αποδώσεις εν μέρει δίκαιον τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω ότι παραιτούμαι δικαιώματος το οποίον δεν με ωφελεί, ουτ’ εμέ ούτε τους άλλους. Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βλελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί.

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.

–         Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.

–         Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα, εφ’ ω κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;

Πηγές: Ένας μποέμ κοσμοκαλόγερος, εφημερίδα το Βήμα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατό του, εφημερίδα το Βήμα. Πολλές πληροφορίες βρήκα στο βιβλίο Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Το σκίτσο είναι από εδώ.




 

Advertisements

One response to “Το σκοτεινό τρυγόνι: 100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

  1. Pingback: Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη « Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: