Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Δαγκωτό!


Αναδημοσίευση απο το ιστολόγιο  oxy-moron.

Γράφει ο Φώτης Μπατσίλας

51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Δαγκωτό!

39ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γεγονός: 39o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Επίσημη αφίσα της διοργάνωσης.

39ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γεγονός: 39o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Επίσημη αφίσα της διοργάνωσης.*

Άφησα επίτηδες να περάσει μία βδομάδα από την επίσημη λήξη του φεστιβάλ, κι αυτό διότι ήμουν πολύ θυμωμένος και δεν ήθελα να αδικήσω κανέναν. Δεν ήθελα να αδικήσω τον Υπουργό Πολιτισμού, το Πρόεδρο του φεστιβάλ και τους «ειδικούς» (ναι, αυτούς που πληρώνονται για να βλέπουν ταινίες και να μας λένε ποιες «πρέπει» και ποιες «δεν πρέπει» να δούμε…), οι οποίοι ενί στόματι και με αγαστή σύμπνοια χαρακτήρισαν το 51ο φεστιβάλ ως το καλύτεροτων τελευταίων χρόνων, διότι, είπαν, το διαγωνιστικό του τμήμα (το διεθνές) ήταν κατά πολύ ποιοτικότερο των αντίστοιχων των τελευταίων ετών. Αδυνατώ να μπω στη διαδικασία να διερευνήσω και να προσδιορίσω τι είναι «ποιοτικό» και τι όχι. Δε μ’ ενδιαφέρει (και δεν είναι αυτή η «δουλειά» μου, άλλωστε …). Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει ως θεατή και, μπορώ να πω, ως ένθερμο θιασώτη του φεστιβάλ είναι το εάν ήταν ή δεν ήταν καλό το φεστιβάλ, με την έννοια ότι εάν αυτοί που έχουν επιφορτισθεί (και πληρώνονται γι’ αυτό) με την οργάνωση και διεξαγωγή του ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του έργου που ανέλαβαν ή στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και των συγκεκριμένων αναγκών. Υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, μπορώ να πω ότι το 51ο φεστιβάλ ήταν το χειρότερο όλων αυτών που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Και, φυσικά, υπ’ αυτήν την έννοια, όλοι οι ανωτέρω«υπεύθυνοι» και «ειδικοί» θα έπρεπε να ντρέπονται διότι, αντί να ζητήσουν συγγνώμη απ’ όλους εμάς που με απόλυτα προσωπικό κόστος (δίχως «επιδοτήσεις» ή «οδοιπορικά») ανεβήκαμε για άλλη μια φορά στη Θεσσαλονίκη, αυτοί έχουν το θράσος και πανηγυρίζουν και θεωρούν (και διαδίδουν) ότι το φεστιβάλ ήταν«το καλύτερο» των τελευταίων χρόνων. Εξηγούμαι: φεστιβάλ (καθώς και κάθε άλλη εκδήλωση ή γιορτή ή, εν γένει, δραστηριότητα) που όχι μόνον δεν ρίχνει το βάρος στον άνθρωπο αλλά τον αγνοεί επιδεικτικά, λυπάμαι που το λέω, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Και, δυστυχώς, το εν λόγω φεστιβάλ έριξε το βάρος αποκλειστικώς στην «ποιότητα» των ταινιών (κι όχι όλων, της βιτρίνας μόνον, του διαγωνιστικού τμήματος δηλαδή) και τον άνθρωπο, τον θεατή, αυτόν που ήρθε από την Αθήνα, την Επαρχία ή που κατέβηκε απ’ τη Θεσσαλονίκη στις Αποθήκες σε συνθήκες πολικού ψύχους (μιλώ για τις τελευταίες μέρες του φεστιβάλ) τον έγραψε κανονικά, κανονικότατα, πάρα πολύ κανονικά! Ο στόχος για την «ηγεσία» επετεύχθη: βρήκε καλές (και φθηνές) ταινίες, περιόρισε τα έξοδα, έκοψε μεταξύ άλλων και τις «γκλαμουριές», τώρα αν οι θεατές «το δάγκωσαν» στις αίθουσες «Τώνια Μαρκετάκη» και «Φρίντα Λιάππα», αυτό δεν έχει καμμία (μα καμμία!) σημασία ούτε για την «ηγεσία» ούτε για τους «ειδικούς». Το φεστιβάλ πέτυχε, οι θεατές αρρώστησαν! Ναι, αλλά «κόπηκαν» τα έξοδα (και δεν θα μας μαλώσει η Τρόικα), άρα το φεστιβάλ πέτυχε! Μπράβο! Αλλά, στ’ αλήθεια, «ποιο» φεστιβάλ πέτυχε; Ή, καλύτερα, «τι» είναι για σας το φεστιβάλ; Απ’ ό,τι φαίνεται, κύριοι «ειδικοί» και «πολιτιστικοί ηγέτες», μιλάμε για εντελώς διαφορετικά πράγματα. Γι’ αυτό θα σας πω τι είναι για μένα το φεστιβάλ, γι’ αυτό της Θεσσαλονίκης μιλώ, ώστε να μην χαλάμε άδικα τις καρδιές μας. Το φεστιβάλ, λοιπόν, είναι:

• Να κλείνεις «εγκαίρως» εισιτήρια για τη Θεσσαλονίκη, δήθεν για να μην ψάχνεις την τελευταία στιγμή, στην πραγματικότητα για να σου βγουν πιο φθηνά.
• Να σ’ αποχαιρετούν στην Αθήνα όλοι οι φίλοι σου, η Σάντυ, ο Κώστας, ο Σωτήρης, η Κατερίνα, διότι το φεστιβάλ είναι το γεγονός των ημερών, όλοι χαίρονται που πας, κι όλοι σε μακαρίζουν και σε που εσύ πας (κι εκείνοι, για διάφους λόγους, δεν μπορούν να έρθουν).
• Να σε περιμένουν όλοι οι φίλοι σου κι οι δικοί σου άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη, από την Κατερίνα και τη Δέσποινα, έως την Αφροδίτη, τη Ρίνα και τον Θανάση (και τον Τάκη και τη Λίτσα, κι άλλους) και συ να χαίρεσαι και να λυπάσαι ταυτόχρονα, που όλους θέλεις να τους δεις, μα δεν τους προλαβαίνεις όλους, διότι οι μέρες είναι λίγες κι έχεις να δεις κι έναν σωρό ταινίες.
• Να μετατρέπεις το αναψυκτήριο των Αποθηκών σε δεύτερο σπίτι σου, ορμητήριο, καφέδες και σάντουιτς και ποτά, κι έντυπα πολλά,«πρώτο πλάνο» (κουτσουρεμένο φέτος κι αυτό, στο βωμό της «επιτυχίας») και «εξώστης» κι άλλα πολλά φανζίνς, κι ένα βλέμμα πλάγιο, φορές κι ευθύ, στα κορίτσια του διπλανού τραπεζιού, και τι κρίμα που έκοψες το τσιγάρο και δεν μπορούσες φωτιά να της ζητήσεις.
• Να ρίχνεις το βάρος στις ελληνικές ταινίες, ό,τι κι αν είναι αυτές, κακές συνήθως, δεν πειράζει, «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» κι«Αριστοτέλειο» παλιότερα, «Ολύμπιον» έως πέρσι (κι αυτό κόπηκε από τις Ελληνικές την «πετυχημένη» φετινή χρονιά») και τώρα Αποθήκες, «Λιάππα» και «Μαρκετάκη» και «Κασσαβέτης».
• Βόλτα στην πόλη, Αριστοτέλους και Ναυαρίνου, και μετά στα μαγαζιά, «Νίκης 35» και «de facto», «Ερμής» και «Παπαρούνα», και κάθε χρόνο κάτι νέο, ώσπου να γίνει παλιό, ανάμνηση, όπως το «Ντορέ» με τον Βακαλόπουλο και το «Γκροτέσκ» με την Κατερίνα.
• Να γνωρίζεις νέους ανθρώπους, τον Μιχάλη, και να μαθαίνεις καλύτερα άλλους, παλιότερα τη   Μένη και φέτος τη Μαρία. Να ξέρεις ότι τις επόμενες χρονιές κι αυτοί θα σε περιμένουν, προστιθέμενοι στους παλιούς ή αντικαθιστώντας κάποιους που δεν τους νοιάζει πια, να γίνεστε όλοι μια παρέα, μαζί στις ταινίες, στις βόλτες και στα μαγαζιά, άλλη διάθεση ο καθένας, άλλο ποτό ο καθένας, και, φορές, άλλη ταινία ο καθένας (κι ας είδατε την ίδια!).
• Να ζητάς κονιάκ και να σου φέρνουν «3 αστέρων» (κηδεία έχουμε;) αλλά να βλέπεις το βράδυ το «Μοντεβιδέο» των ΚΙΝΕ και να λες «ναι, κηδεία έχουμε», διότι αν αυτό είναι ταινία εγώ είμαι …πλανητάρχης (είδατε, δεν είμαι πια θυμωμένος!), κι ύστερα τις «37 μνήμες» του Άγγελου Σπάρταλη, που κάτι είχε, κάτι δεν είχε, αλλά, γενικώς, δεν μ’ άρεσε, με κούρασε (χώρια το κρύο, αυτό που«αγνοήθηκε επιδεικτικά» από τους ειδικούς – ίσως επειδή είναι «ειδικοί» και μπορούν να το αγνοήσουν ενώ όλοι εμείς οι μαλάκες, που δεν ξέρουμε, κρυώναμε …).
• Να επιμένεις με τις ελληνικές ταινίες, ψηφιακές ή σε φιλμ, να βλέπεις τον «Ξεναγό» του Ζαχαρία Μαυροειδή, να βλέπεται τουλάχιστον, να σκάει λίγο το χειλάκι σου (ανέβηκε κι θερμοκρασία), αλλά «καλή η προσπάθεια» και πάλι, τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα σπουδαίο.
τέλος, η έκπληξη να έρχεται από ’κει που δεν το περίμενες (αν και θα ’πρεπε), από την Τουρκία, με το «Cosmos» του Reha Erdem, μια ταινία «φυσική», λίγο ελεγειακή, λίγο συμβολική, πολύ ανθρώπινη κι άλλο τόσο ονειρική, με φυσικό, φυσικότατο ντεκόρ, την τουρκική επαρχία τον Χειμώνα, όπου με τη Νέα Σελήνη καταφθάνει τρέχοντας, σαν κυνηγημένος ένας άνθρωπος –C

Σκηνή από την τουρκική ταινία Cosmos.

• Κι ύστερα να δοκιμάζεις και τις ξένες, των Νέων Οριζόντων, που άνοιξαν κι έγιναν «Ανοιχτοί Ορίζοντες», η «Άκρη», μια γαλλική ταινία, αδιάφορη κι ακατανόητη, παρά τη φαινομενικά απλή πλοκή της, με έναν γιατρό να αποσπάται σε μια νέα πόλη της γαλλικής Επαρχίας, όπου μια σειρά από εφήβους επιτηδεύονται σε επικίνδυνα παιχνίδια προκειμένου να διασκεδάσουν την πλήξη τους, και μετά το «ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι νεκρός», εξίσου αδιάφορη, αν και ρόουντ-μούβι, εκτυλισσόμενη στα χιόνια, στον αρκτικό κύκλο (με πολύ, τσουχτερό κρύο, στη «Μαρκετάκη»…), όπου, αν κατάλαβα καλά, καταφεύγουν ένας παραγωγός του σινεμά κι ένας «άρρωστος» ηθοποιός προκειμένου να πληροφορηθούν ότι τις ταινίες δεν τις κάνουν πλέον οι άνθρωποι αλλά οι Πολυεθνικές, και τέλος, η έκπληξη να έρχεται από ’κει που δεν το περίμενες (αν και θα ’πρεπε), από την Τουρκία, με το «Cosmos» του Reha Erdem, μια ταινία «φυσική», λίγο ελεγειακή, λίγο συμβολική, πολύ ανθρώπινη κι άλλο τόσο ονειρική, με φυσικό, φυσικότατο ντεκόρ, την τουρκική επαρχία τον Χειμώνα, όπου με τη Νέα Σελήνη καταφθάνει τρέχοντας, σαν κυνηγημένος ένας άνθρωπος – ξωτικό, που δεν ήλθε να δώσει «μάχαιραν» αλλά «αγάπη» και που άμα τη εμφανίσει του, το μεν αρχίζουν τα θαύματα στον μικρό αυτό τόπο, το δε εμφανίζονται κι οι πρώτες εγκληματικές πράξεις, οι κλοπές, ώσπου τα θαύματα τα διαδέχονται οι τραγωδίες, κι οι άλλοτε εύπιστοι χωρικοί αντιλαμβάνονται πλέον τον ξένο όχι ως άγιο αλλά ως διάολο, δεν τον θέλουν κι εκείνος, ενώ το φεγγάρι γεμίζει, φεύγει και πάλι όπως ήρθε, σαν κυνηγημένος, μες στα χιόνια. Να βλέπεις, δηλαδή, μια ταινία (που παραλίγο να χάσεις διότι … χάθηκαν τα εισιτήρια), να σου δημιουργούνται χίλια δυο ερωτηματικά, κι εν τούτοις να την απολαμβάνεις ίσως ακριβώς γι’ αυτό (περισσότερα για την ταινία διαβάστε εδώ: http://bar-naufrage.blogspot.com/2010/12/kosmos-by-reha-erdem.html ).

• Να φεύγουν γρήγορα οι μέρες και να πρέπει να γυρίσεις, έναν καφέ ακόμα, λίγο ακόμα, γιατί να μηνγίνεται;, με την Κατερίνα στο σταθμό και τον Παναγιώτη στο αεροπλάνο, καλή διάθεση δήθεν, γέλια και παιχνιδίσματα, μα στο τέλος θλίψη γι’ αυ΄τά κι αυτούς που πίσω μας αφήσαμε…
• Άνθρωποι, δηλαδή, που μαζεύτηκαν για να δουν ταινίες, ή με αφορμή την προβολή ταινιών, κι όχι ταινίες που προβλήθηκαν σχεδόν φύρδην μίγδην κι η προβολή τους σημείωσε«επιτυχία».
Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2010
Φώτης Μπατσίλας
Υ.Γ. Αλήθεια, ποιος απ’ τους «υπεύθυνους» του πιο «επιτυχημένου» φεστιβάλ των τελευταίων χρόνων είδε και επέτρεψε την προβολή του «Μοντιβιδέο»; Αναρωτήθηκε (άραγε) κανείς απ’ τους «ειδικούς» ότι η προβολή και μόνο της εν λόγω «ταινίας» (;;;) δικαιώνει περίτρανα όλους όσοι όλ’ αυτά τα χρόνια έβριζαν το φεστιβάλ διότι «έκοβε» τις ταινίες τους;
*Η  αφίσα βρίσκεται  την  ιστοσελίδα του φεστιβάλ κινηματογράφου.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: