Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Παπυρόγνωμοι και μακαρονιστάδες: μια επιστολή του Ιωάννη Βηλαρά


Παπυρόγνωμοι και μακαρονιστάδες: μια επιστολή του Ι.Βηλαρά

-"Μώμε κ'εσύ παιγνιδιστή, Θύρση, δειλέ βοσκάρη, από της Τουρκαρβανιτιάς το λύκο σαστισμένε, πρόδρομε, που δεν όκνεψες να κονταροχτυπήσης, και μέσ' στα μαύρα Γιάννενα τα κατασκλαβωμένα, για κάποιο μέγα λυτρωμό μελλόμενο του Λόγου. Στης λυτρωμένης Ήπειρος τις ράχες και τις λίμνες προσμένει σε η φλογέρα σου ποιμενική με κάποιους πιο γλυκούς ήχους άπαιχτους, για να τους παίξεις τώρα, αν όπου ζούσες άμοιρος, μακαριστός γυρίσεις."*

Στις αρχές του 18ου αιώνα και αργότερα, μακαρονιστάδες λέγονταν υποτιμητικά και ειρωνικά όσοι χρησιμοποιούσαν μακροσκελείς και ακατανόητες φράσεις στο λόγο τους, ενώ παπυρόγνωμους αποκαλούσαν αυτούς που διαμόρφωναν τη γνώμη τους κυρίως με βάση τη μελέτη αρχαίων παπύρων-κειμένων. Οι πρώτοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να αλλοιώσουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού με την φυσική γλυκάδα της και οι δεύτεροι ως αναχρονιστές. Αυτά στα πλαίσια μιας εκτεταμένης γλωσσικής, ιδεολογικής και τελικά πολιτικής αντιπαράθεσης τις παραμονές του εθνικοαπελευθερωτικού  αγώνα. Πριν προχωρήσω στην επιστολή, η οποία εκτιμώ ότι έχει κάποια αξία και σήμερα, ας δούμε λίγα βιογραφικά για το συντάκτη της.

Ο Ιωάννης Βηλαράς (1771 – 1823)  γεννήθηκε στα Γιάννενα, ο πατέρας του ήταν Γιαννιώτης επιφανής γιατρός και η μητέρα του ονομαζόταν Τάρσα ή Ταρσίτσα με καταγωγή από την Τρίπολη.  Έζησε και εργάστηκε ως γιατρός στην αυλή του Αλή Πασά, ήταν μάλιστα προσωπικός γιατρός του γιου του Βελή Πασά και υπεύθυνος για το χαρέμι, είχε  σπούδασει  ιατρική στην Πάδοβα και τη Μπολώνια. Υπήρξε γλωσσομαθής, ιατροφιλόσοφος, ποιητής και λόγιος. Επηρεάστηκε βαθύτατα από τις ιδέες του Γαλλικού διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης. Αν και κατηγορήθηκε μεταγενέστερα ότι έμενε παθητικά «σκλάβος» και «ραγιάς» στην αυλή των Ιωαννίνων, φαίνεται ότι είχε κάποια συμμετοχή στην Ελληνική επανάσταση, καθώς  μετά την πολιορκία των Ιωαννίνων από τουρκικά στρατεύματα εγκατέλειψε τον Αλή Πασά και κατέφυγε στο Τσεπέλοβο, όπου και πέθανε. Ασχολήθηκε ακόμη με τη γλωσσολογία και ήταν υπέρμαχος της απλής δημοτικής την οποία υπερασπιζόταν με ιδιαίτερη ζωντάνια και πάθος. Ανέπτυξε στενή πνευματική σχέση με τον Σολωμό, όχι μόνο στο θέμα της γλώσσας, αλλά και της ποίησης. Στο βιβλίο του «Ρομέηκη Γλόσα,», που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1814, διατυπώνονται οι ριζοσπαστικές του απόψεις για τη γλώσσα και προτείνει, μεταξύ άλλων, και την φωνητική ορθογραφία, ενώ  την ίδια περίοδο δημοσιεύονται ποιήματα του και μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Ο εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός δε φαίνεται να αγνοούσε τη Ρομέηκη Γλόσα και τα  χειρόγραφα του Βηλαρά, πιθανότατα  μάλιστα βοήθησε στην έκδοση των έργων του μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο και άλλους επιφανείς Επτανήσιους.

Οι απόψεις του για τη γλώσσα, κατά τη συνήθεια της εποχής,  ανα­πτύσσονται  και σε μια σειρά επιστολές όπως η παρακάτω, την οποία  απευθύνει στον Αθανάσιο Ψαλίδα, σημαντικό Γιαννιώτη λόγιο, υπέρμαχο επίσης της δημοτικής γλώσσας.

[Επιστολή στον Αθανάσιο Ψαλίδα]**

Σοφολογιότατε :

 

Γραμματόσημο με τον Αδαμάντιο Κοραή (27 Απριλίου 1748, Σμύρνη – 6 Απριλίου 1833 Παρίσι).

Και πως γελούν το ξέρω και πως μας κατηγορούν οι γραμματισμένοι και σοφοί των σκολειών μας. Όμως εμένα, να σου ειπώ την αλήθεια, ολίγο με μέλει ή το σωστότερο δε με μέλει ολότελα. Ας φωνάζουν όσο θέλουν και όσο μπoρούν. Εγώ δεν ξέρω παρά τη γλώσσα μου και σε αυτήν αγαπώ να ξηγώ τες ιδέες μου, γιατί μ’ αυτή μπορώ να τες συγκοινωνήσω και στους ομογλώσσους μου και να με καταλαβαίνουν κι αυτοί τι τους λαλώ. Δε στοχάζομαι ευγένεια της γλώσσας το -ιον και -ιος, μόν’ στοχάζομαι ευγενική τη γλώσσα οπού παρασταίνει και ξηγάει τες ιδέες του ανθρώπου συντομότερα, φανερότερα και νοστιμότερα για τη γλυκή αρμονία του ρυθμού της. Όσοι λεν πως η Ελληνική γλώσσα είχε όλες τες χάρες οπού μπορούν να στολίσουν μια γλώσσα καλλιεργημένη, λεν την αλήθεια. Γιατί μ’ όλον οπού αυτή δε σώζεται πλια παρά καθώς μια εκατοχρονίτισσα γριά ζαρωμένη κι άδεια από όλες τες χάρες και θέλγητρα, οπού την εστόλίζαν νια, μένουν όμως ακόμα σημάδια, για να συμπεράνει κανείς  τι πλάσμα εστάθη. Μα όσοι φλυαρούν πως η Γραικική γλώσσα όσο σιμώνει στην Ελληνική, τόσο καλύτερη γίνεται, μου φαίνεται το ίδιο σαν να επιμελιόνταν μια νια φυσικά όμορφη και χαριτωμένη να διορθώνει και να σιάζει το πρόσωπο της σαν της γριάς, για να μοιάσει στην ομορφιά οπού εκείνη είχε στα νιάτα της και πλιο δεν την έχει. Στοχασμός παράξενος και άξιος για τα μυαλά των γραμματισμένων! Η γλώσσα μας είναι φυσικά όμορφη, γιατί είναι θυγατέρα εκεινής, οπού απόχτησε αγαπητικούς όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, μα είναι ακόμα στα σπάργανα, δε μπορεί να δείξει για τώρα ούτε το ανάστημα, ούτε τες χάρες ή τα χρώματα, οπού θα την στολίσουν, αφού φτά­σει σε νόμιμην ηλικία. Ας γνοιαστούμε λοιπόν να την αναθρέψουμε με όλες τες δύναμές μας και χωρίς να της λείψει τίποτες από όσα της κάνουν χρεία ν’ αυξήσει. Ας αγρυπνούμε όμως στα κινήματα και πανουργίες των Μακαρονι- στάδων, γιατί δεν έχουν άλλο στο νου τους, από φτόνο τους, παρά να την πνί­ξουν με τα πολλά συγγράμματα και μεταγλώττισες τους. Μα περσότερο απ’ όλα να τη φυλάξομε από το θανατηφόρο φαρμάκι του ύφους τους.

Αυτοί οι αερόμυαλοι προκομμένοι κατηγορούν τη μητρική τους γλώσ­σα, γιατί την έχασαν, και επαινούν μια γλώσσα όπου δεν την ξέρουν. Έχασαν τη φυσική τους γλώσσα ευθύς οπού αρχίνησαν στα σκολειά να παπαγαλίζουν το Λάσκαρη και να ξερομασούν το Γαζή. Δεν ξέρουν τη γλώσσα οπού αγωνίζονται να ορθώσουν, γιατί δε μπορούν ποτέ να τη μι­λήσουν καθώς τη γράφουν, ούτε θα τη γράψουν ποτέ καθώς τη φαντάζο­νται. Τι είναι λοιπόν αυτή η διάλεχτο, οπού τόσο μας εκθειάζουν και μας εχάλασαν τόσο τ’ αυτιά με την τραχιά και άνοστη προφορά της; Σωστός κι ακέριος τραγέλαφος! Είναι μια γλώσσα οπού την ονομάζουν αυτοί ελ­ληνικότερη από την κοινή, μια οπού δε θα την εκαταλάβαιναν οι Έλλη­νες, αν εματάρχονταν στον κόσμο, οπού δεν την καταλαβαίνουν οι τω­ρινοί Έλληνες κι οπού αυτοί οι ίδιοι λεν την καταλαβαίνουν, μα δεν μπο­ρούν να τη μιλήσουν, παρά τη γράφουν. Εξαίρετα! Αφήστε λοιπόν τ’ αλέ­τρι οι γεωργοί, το καράβι οι ναύτες και τα κοπάδια σας οι βοσκοί κι ελά­τε στα σκολειά να μάθετε τα κορακιστικά των παπυρόγνωμων μακαρονιστάδων, αν επιθυμάτε να ωφεληθείτε περσότερο στες τέχνες και δου-λειές σας, γιατί στη γλώσσα οπού μιλείτε εσείς αυτοί δεν μπορούν να σας διδάξουν. Αφήστε την τέχνη σας και την επιστήμη σας και τρεχάτε στα σκολειά μας όσοι αγαπάτε να μάθετε σ’ είκοσι χρόνους πώς πρέπει να μι­λείτε, για να φαίνεστε προκομμένοι, μα όχι και να είστε. Κι όσα δε μας εδίδαξαν οι Όμηροι, Πλάτωνες, Δημοσθένηδες, Αρχιμήδηδες, Θουκυδίδηδες, Ξενοφώντηδες, Πρωτογένηδες και λοιποί, ξοδέψτε σ’ άλλα μέρη εκείνο οπού δεν έχετε, για να τα μάθετε σε μια γλώσσα, οπού ή μοναχοί σας θα την καταλαβαίνετε, ή και πολλά ολίγοι συμπατριώτες σας θα σας απεικάζουν. Αυτά μας συμβουλεύουν με προθυμιά μεγάλη και κάθε μέ­ρα μας ξεκουφαίνουν οι πολυμαθέστατοι μακαρονιστάδες. Αμ’ ο Δημο­σθένης, παρακαλώ να μου ειπείτε, όταν ομιλούσε των Αθηναίων, τον κα­ταλάβαιναν αυτοί ή τους εξηγούσε κανένας άλλος όσα τους έλεγε; Τάχα άλλα είπε τότε και άλλα μας άφησε γραμμένα; Ο Ξενοφώντας στην Ανα­χώρηση του με τες δέκα χιλιάδες σε τι γλώσσα τους εμιλούσε, σ’ εκείνην οπού διηγέται τα όσα είπε κι έκαμε μαζί τους, ή μην είχε κι αυτός διερμηνευτάδες, για να τους ξηγούν όσα τους επαράγγελνε κι όσα χρειάζονταν να τους διορίσει μέσα στες μάχες; Ή τάχα μ’ άλλη γλώσσα τότε τους εμι­λούσε και μ’ άλλην εσύγγραψε τα συγγράμματά του;

 

Γραμματόσημο με το Διονύσιο Σολωμό (1798-1857).

Καλά, φίλε, μου λεν οι μακαρονιστάδες χαμογελώντας, σ’ αυτά έχεις δί­κιο, μα εκείνοι ήξεραν όλοι τα Ελληνικά και τους εκαταλάβαιναν. Πολλά καλά, αφεντάδες μου, μα δεν ημπορούμε κι εμείς χωρίς την Ελληνική γλώσσα να καταλαβαινόμαστε με τη γλώσσα του καιρού μας; Όχι, μου αποκρένονται· γιατί, αν δεν ξέρομε τα Ελληνικά, δεν είναι τρόπος να μιλήσομε για επιστήμες και τέχνες και χωρίς αυτή τη γλώσσα καμιά ιδέα φιλο­σοφική δεν μπορεί να ξηγηθεί καθώς πρέπει. Σωστός λογαριασμός!

Όλα λοιπόν τα έθνη, οπού δεν έμαθαν τα Ελληνικά, ή δεν τα ξέρουν, ούτε επι­στήμες και τέχνες μπορούν να έχουν, ούτε ξέρουν να φιλοσοφήσουν. Χαρά στην προκοπή σας! Έτζι είναι, έχετε όλα τα δίκια. Ωστόσο μου φαίνεται πως, αν η θυγατέρα δανειστεί φόρεμα ή άλλο στολίδι από τη μητέρα της, ούτε εντροπή είναι, ούτε ασυνήθιστο πράμα (τούτα τα γράφω της σοφολογιότης σου), μα στοχάζομαι και πρέπιο κι αναγκαίο το φόρεμα αυτό να το δοκιμάσει πρώτα αν της έρχεται καλά κι έτζι να το φορέσει και να βγει στον κόσμο. Γιατί, αν δεν της έρχεται καλά και της είναι ή πλατύ ή μακρύ ή έχει κανένα άλλο σφάλμα και το ντυθεί χωρίς να το διορθώσει και να το κάμει του κορμιού της, όσοι την ιδούν θα την περιγελάσουν. Το ίδιο και το στολίδι, αν της μοιάζει, να το βάλει, ειδεμή να το ρίξει. Γιατί, αν το βάλει χωρίς να της πιάνει, την ασκημαίνει περσότερο κι αντίς να παινεθεί, κατηγοριέται.

Τώρα, αν η γλώσσα μας δανειστεί από τη μάνα της την Ελληνική όσες λέξεις δεν έχει και της χρειάζονται, ούτε κατηγορημένο είναι, ούτε ντροπερό πράμα. Πρέπει όμως, μου φαίνεται, όσες λέξες δανειζόμαστε α­πό την Ελληνική να τες τορνεύομε και να τες σιάζομε κατά τον ιδιωτισμό της γλώσσας μας, δίνοντάς τους την προφορά και τον τόνο οπού είναι συ­νηθισμένα κι οπού τ’ αυτί μπορεί να δεχτεί με λιγότερη δυσκολία.

Η Ελληνική γλώσσα είναι βρύση αστείρευτη σ’ όσα της έμειναν. Μα όσα δε μπορούμε να βρούμε σ’ αυτή, ή αν τα βρούμε δεν είναι πλιο για εμάς, α- ναγκαζόμεστε ή να τα δανειστούμε από ξένες γλώσσες ή να τα φκιάσομε καινούρια. Δυο πράματα, λογιάζω, πρέπει να παρατηρούμε με προσοχή με­γάλη σ’ αυτήν την υπόθεση· το ένα για τες ξένες λέξεις οπού ανταμώνομε με τη γλώσσα μας, και είναι να τες προσαρμόζομε όσο δυνατό στες κατάληξες οπού συνηθίζομε επειδή αλλιώς τα ανώμαλα πηγαίνουν στο άπειρο και η γλώσσα χάνει πολύ από τη φυσική της νοστιμάδα και χάρη, και να τες προ­σαρμόζομε ακόμα στην προφορά, οπού μπορούν να μας δώσουν τα γράμματά μας. Γιατί αλλιώς θα γεμίσομε το αλφάβητο μας από γράμματα περίσσια και τη γλώσσα μας από φωνές ασύμφωνες με τη φυσική της γλυκάδα. Το άλ­λο είναι για τες λέξες οπού κάμει χρεία να φτιάσομε, να φυλαγόμεστε πά­ντοτε από τη διπλή κι αμφίβολη σημασία, οπού μπορούν να δεχτούν, και να επιμελιόμεστε, οπού δίνοντάς τους ή διαφορετικό γύρισμα, ή βγάζοντάς τες από άλλες συνηθισμένες, να είναι ευκολοσυμπέραστες. Γιατί αλλιώς θα γράφομε πάλε και θα μιλούμε τα κορακίστικα των μακαρονιστάδων…

Προφασίζονται πως η γλώσσα μας δεν είναι πλούσια, μα για να τη γνω­ρίσομε τέτοια, πρέπει, μου φαίνεται, να τη σπουδάζομε πρόθυμα και να τη μελετούμε με καρδιά και με θάρρος, όχι να την καταφρονούμε ονομάζοντάς τη βάρβαρη κι ανεπιτήδεια, για να χρησιμέψει σε κείνα που θέλομε να τη μεταχειριστούμε.

Η γλώσσα μας είναι πλουσιότατη, φτάνει να θελήσομε να γνωρίσομε τα πλούτη της. Εμείς από μια λέξη μπορούμε να φτιάσομε πολλές άλλες ή με τη σύνθεση ή με μια διαφορετική κατάληξη ή με μια πρόθεση και να γένονται εύκολες στον καθένα. Αυτός ο πλούτος είναι μικρός; Μα η Ελληνική είχε περσότερη δύναμη σ’ αυτό. Μα είπαμε δα για τα Ελληνικά, τώρα δεν έχουν πέραση. Φτάνει! Η τωρεσνή έχει άλλη δύ­ναμη, οπού η Ελληνική δεν την είχε.

Ας πάρομε μια λέξη για περιέργεια να ιδούμε πόσα σημαινόμενα μπορούμε να της δώκομε. Ποδάρι, ποδα­ράκι, ποδαρόπουλο, πόδι, ποδόπουλο, πόδαρος, ποδάρα, ποδαρούκλα, ποδαρώνα, ποδαρούσα, καλοπόδαρος, πλατυπόδαρος, ασκημοπόδαρος, ορθοπόδαρος, στραβοπόδαρος, στεγνοπόδαρος, στενοπόδαρος, χοντρο- πόδαρος, λιανοπόδαρος, ποδαράς, μακρυπόδαρος, κοντοπόδαρος. Όλα αυτά και πλήθος άλλα, οπού αφήνω για συντομία, σε ποια άλλη γλώσσα τα βρίσκομε ή και μερικά στην ίδια την Ελληνική; Μα επροείπα, χρειάζεται να μελετήσομε τη γλώσσα μας, για να τη γνωρίσομε από σιμότερα.

* Πέρα από το αναγνωρισμένο ταλέντο του στην ποίηση, αποτελεί μια επιβλητική φυσιογνωμία του Νεoλληνικού Διαφωτισμού. Στην ιστορία των γραμμάτων και κυρίως στην ποίηση, ο τίτλος του «Προδρόμου» έχει αποδοθεί σε δύο ποιητές, τον Ι. Βηλαρά και τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, και αυτό γιατί οι μελετητές και οι ιστορικοί τους βλέπουν σαν συνεχιστές και ανανεωτές της δημοτικής παράδοσης στον έντεχνο ποιητικό λόγο. Το ποιήμα του Παλαμά το βρήκα εδώ.

**Η επιστολή υπάρχει στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α’Λυκείου, εκδόσεις ΟΕΔΒ. Τα γραμματόσημα τα βρήκα εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: