Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Η εξέλιξη της μνήμης: από την προφορικότητα στη γραφή, από την προϊστορία στην Αρχαιότητα


Η εξέλιξη της μνήμης, από την προφορικότητα στη γραφή, από την προϊστορία στην Αρχαιότητα*

Του Ζακ Λε Γκοφ

 

Στις κοινωνίες χωρίς γραφή, η συλλογική μνήμη δείχνει να διατάσσεται γύρω από τρία σπουδαία διαφέροντα: τη συλλογική ταυτότητα της ομά­δας που θεμελιώνεται πάνω στους μύθους, και ιδιαίτερα στους μύθους περί καταγωγής, το κύρος των κυρίαρχων οικογενειών το οποίο εκφράζε­ται μέσα από τις γενεαλογίες και την τεχνική γνώση που μεταβιβάζεται μέσα από πρακτικές συνταγές στις οποίες διεισδύει έντονα η θρησκευ­τική μαγεία.

Η εμφάνιση της γραφής συνδέεται με μια βαθιά μεταβολή στη συλ­λογική μνήμη. Ήδη στον «παλαιολιθικό μεσαίωνα», εμφανίζονται παρα­στάσεις, για τις οποίες έχει προταθεί να αντιμετωπίζονται ως «μυθογράμματα», παράλληλα με τη «μυθολογία» που αναπτύσσεται στο προ­φορικό επίπεδο. Η γραφή επιτρέπει στη συλλογική μνήμη μια διπλή πρό­οδο, την ανάπτυξη δύο μορφών μνήμης. Η πρώτη είναι η μνημόνευση, ο εορτασμός ενός αξιομνημόνευτου γεγονότος μέσα από ένα αναμνηστικό μνημείο. Η μνήμη παίρνει έτσι τη μορφή της επιγραφής, η οποία και δημιούργησε στη νεότερη εποχή μια επιστήμη βοηθητική της ιστορίας, την επιγραφική. Ασφαλώς, ο κόσμος των επιγραφών είναι πολυποίκιλος. Ο Louis Robert υπογράμμισε την ετερογένειά του:

«Υπάρχουν πολύ ανό­μοια πράγματα όπως οι ρούνοι, οι τουρκικές επιγραφές, οι φοινικικές ή οι «νεοκαρθαγενικές ή οι εβραϊκές ή οι ιρανικές επιγραφές, ή αυτές του Σάβα, των Χμερ, ή η αραβική επιγραφική».

Στην αρχαία Ανατολή, για παράδειγμα, οι αναμνηστικές επιγραφές έδωσαν αφορμή στον πολλα­πλασιασμό μνημείων όπως είναι οι στήλες και οι οβελίσκοι. Η Μεσοπο­ταμία υπήρξε η περιοχή των στηλών, εκεί όπου οι βασιλιάδες ήθελαν να απαθανατίσουν τα κατορθώματα τους μέσω συμβολικών αναπαραστά­σεων που, από την 3η χιλιετία, συνοδεύονταν από μία επιγραφή, όπως μαρτυρεί ο στήλος των Βωτούρ (Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου) όπου, γύρω στο 2470 π.Χ., ο βασιλιάς Εαννατούμ της Λαγκάς διατήρησε με παραστάσεις και επιγραφές την ανάμνηση μιας νίκης. Οι ακκάδιοι, κυρίως, βασιλιάδες κατέφευγαν σε αυτήν τη μορφή μνημόνευσης, και η πιο περίφημη από τις στήλες τους είναι εκείνη του Ναραμσίν, στα Σούσα, όπου ο βασιλιάς θέλησε να απαθανατίσει την παράσταση ενός θριάμβου που είχε καταγάγει επί των λαών του Ζαγκρός (Παρίσι, Μου­σείο του Λούβρου). Στην ασσυριακή εποχή, η στήλη πήρε τη μορφή του οβελίσκου, όπως είναι αυτός του Ασσουρμπελκάλα (τέλη της 2ης χιλιε­τίας) στη Νινευί (Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο) και ο μαύρος οβελίσκος του Σαλμανάσσαρ Γ’ που προέρχεται από το Νιμρούδ, και ο οποίος απα­θανατίζει μια νίκη του βασιλιά επί της χώρας του Μούζρι (853, Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο).

Περί το 1760 π.Χ. ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας Χαμουραμπί συντάσσει τον Κώδικα Χαμουραμπί που αποτελείται από ένα σύνολο κανόνων-νόμων που αποτελεί και το πρώτο νομοθετικό κώδικα στην ιστορία, διατηρήθηκε για πολλά χρόνια και αποτέλεσε μοντέλο και για άλλους λαούς.

Ορισμένες φορές, το μνημονευτικό μνημείο στερεί­ται επιγραφών, και η σημασία του παραμένει άγνωστη, όπως στην περί­πτωση των οβελίσκων του ναού με τους οβελίσκους της Βίβλου (αρχές της 2ης χιλιετίας). Στην αρχαία Αίγυπτο, οι στήλες άσκησαν πολλές λειτουργίες διαιώνισης μιας μνήμης: επιτάφιες στήλες που μνημόνευαν, όπως στην Άβυδο, ένα προσκύνημα σε οικογενειακό τάφο ή αφηγούνταν τη ζωή του νεκρού, όπως αυτή του Αμενεμχέτ υπό τον Τούθμωση Γ’, βασιλικές στήλες που μνημόνευαν νίκες, όπως η λεγόμενη του Ισραήλ υπό τον Μερνεπτά (περίπου 1230 π.Χ.), που είναι το μοναδικό αιγυ­πτιακό έγγραφο που αναφέρει το Ισραήλ, πιθανότατα τη στιγμή της εξό­δου, νομικές στήλες, όπως αυτή του Καρνάκ (θυμίζουμε πως η πιο περί­φημη από αυτές τις νομικές στήλες της Αρχαιότητας είναι εκείνη όπου ο Χαμμουραμπί, βασιλιάς της 1ης δυναστείας της Βαβυλώνας, 1792- 1750, περίπου, χάραξε τον Κώδικά του, η οποία και διατηρείται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι), ιερατικές στήλες όπου οι ιερείς έβαζαν να χαράσσουν τα προνόμια τους .

Αλλά η μείζων εποχή των επιγραφών ήταν αυτή της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, αναφορικά με την οποία ο Louis Robert είπε ότι «θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο στις ελληνικές και ρωμαϊκές περιοχές για ένα πολιτισμό της επιγραφικής».

Στους ναούς, στα νεκροταφεία, στις πλατείες και στις μεγάλες οδούς των πόλεων, κατά μήκος των δρόμων και μέχρι «όσο πιο βαθιά στο βουνό, στη μεγάλη μοναξιά», οι επιγραφές συσσωρεύονταν και φόρτωναν τον ελληνορωμαϊκό κόσμο με μια εκπληκτική προσπάθεια για μνημόνευση και διαιώ­νιση της θύμησης. Η πέτρα, το μάρμαρο πιο συχνά, χρησίμευαν ως έρει­σμα σε μια προσαύξηση της μνήμης. Αυτά τα «αρχεία από πέτρα» προ- σέθεταν στη λειτουργία των αρχείων, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, ένα χαρακτήρα επίμονης δημοσιότητας, η οποία βασιζόταν στην επίδειξη και στη μονιμότητα αυτής της επιγραμματικής και μαρμαροειδούς μνήμης.

 

"Η Αττική διάλεκτος, «η ανώτατη έκφραση του ανθρωπίνου γλωσσοπλαστικού δαιμονίου» (W. Schulze), δεν είναι ασφαλώς η πιο καλόβολη διάλεκτος. Η δυστροπία φαίνεται να είναι το δορυφόρημα της ομορφιάς. Η προφορά, τα πολυπληθή μόρια -το άλας του λόγου- και η ποικίλη δράση των σημασιολογικών προσαρμογών θα πρέπει να προκαλούσαν δέος στους αλλόγλωσσους. Ακόμη και ο Τύρταμος, που επονομάσθη Θεόφραστος για την ευγλωττία του, μολονότι και είχε ζήσει για χρόνια στην Αθήνα και καταγόταν από τη γειτονική Εύβοια, δεν ήταν σε θέση να μιμηθεί ανεπίληπτα την αττική προφορά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Αττικής είναι τα συμπλέγματα ττ αντί του σσ (θάλαττα, θάλαττα!) και ρρ αντί ρσ (άρρην αντί άρσην). Η λεγόμενη ωστόσο αττική σύνταξη (τά παιδία παίζει: το «παιδομάνι») απαντά ήδη στον Όμηρο και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιομορφία διαλεκτική, αλλά υφολογική, όπως άλλωστε και το λεγόμενο αττικόν σχήμα (μάχομαι μάχην)."

Η άλλη μορφή μνήμης που συνδέεται με τη γραφή είναι το έγγραφο που έχει γραφεί πάνω σε ένα υπόβαθρο το οποίο είναι ειδικά προορισμένο για τη γραφή (μετά από τις προσπάθειες με οστά, ύφασμα, δέρμα, στά­χτες και γράμματα από άργιλο ή κερί στη Μεσοποταμία, με φλοιό σημύ­δας όπως στην αρχαία Ρωσία, με φύλλα φοινικόδεντρου όπως στην Ινδία ή με όστρακα χελώνας όπως στην Κίνα, και τελικά με πάπυρο, περγα­μηνή και χαρτί). Αλλά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, όπως έχω αλλού προσπαθήσει να καταδείξω , κάθε έγγραφο έχει, καθ’ εαυτό, το χαρακτήρα μνημείου και ότι δεν υπάρχει συλλογική μνήμη που να είναι ακατέργαστη.

Σε αυτόν τον τύπο εγγράφου, η γραφή ενέχει δύο βασικές λειτουρ­γίες: «Η μία είναι η αποθήκευση της πληροφορίας, που επιτρέπει την επικοινωνία διά μέσου του χρόνου και του χώρου και παρέχει στον άνθρωπο μια μέθοδο σημείωσης, απομνημόνευσης και καταγραφής», η άλλη συνίσταται, μέσα από «την εξασφάλιση του περάσματος από την ακουστική στην οπτική επικράτεια», στο να επιτρέπει «να εξετάζονται με διαφορετικό τρόπο, να ανασυντάσσονται και να διορθώνονται φράσεις ή ακόμα και μεμονωμένες λέξεις»28.

Για τον Andre Leroi-Gourhan, η εξέλιξη της μνήμης που συνδέεται με την εμφάνιση και τη διάδοση της γραφής εξαρτάται ουσιαστικά από την κοινωνική εξέλιξη, και ιδίως από την ανάπτυξη των πόλεων: «Η συλλογική μνήμη, στα πρώτα βήματα της γραφής, δεν είναι αναγκα­σμένη να διακόψει τον παραδοσιακό τρόπο κίνησής της, εκτός αν υπάρ­χει κάποιο συμφέρον που πρέπει κατ’ εξαίρεση να παγιωθεί στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συστήματος που μόλις γεννιέται. Δεν είναι λοιπόν από σύμπτωση που η γραφή σημειώνει ό,τι δεν κατασκευάζεται ούτε βιώνε­ται κανονικά, αλλά συνιστά το σκελετό μιας αστικοποιημένης κοινωνίας, για την οποία το κομβικό σημείο του φυτικού συστήματος βρίσκεται σε μια οικονομία κυκλοφορίας μεταξύ παραγωγών, θείων ή ανθρώπινων, και διευθυντών. Η καινοτομία αφορά στην κεφαλή του συστήματος και περι­λαμβάνει επιλεκτικά τις οικονομικές και θρησκευτικές πράξεις, τις τελετές, τις γενεαλογίες, όλα αυτά που, στις καινούργιες δομές των πόλεων, δεν μπορούν να παγιωθούν από μνήμης κατά τρόπο πλήρη ούτε στο πλαίσιο των νοημάτων ούτε σε αυτό των προϊόντων».

Οι μεγάλοι πολιτισμοί, στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα ή στην προκολομβιανή Αμερική, χρησιμοποίησαν αρχικά τη γραπτή μνήμη για το ημερολόγιο και τις αποστάσεις. «Η επιτομή των γεγονότων που πρέπει να διασχίσουν τις αλληλοδιάδοχες γενεές» περιορίζεται στη θρησκεία, στην ιστορία και στη γεωγραφία. «Το τριπλό πρόβλημα του χρόνου, του χώρου και του ανθρώπου συνιστά την αξιομνημόνευτη ύλη».

Μνήμη των πόλεων, μνήμη των βασιλιάδων επίσης. Όχι μονάχα «η πρωτεύουσα πόλη γίνεται ο κύριος άξονας του ουράνιου κόσμου και της εκπολιτισμένης έκτασης» —ας προσθέσουμε, και η εστία μιας πολιτικής της μνήμης— αλλά και ο βασιλιάς, σε ολόκληρη την έκταση πάνω στην οποία έχει εξουσία, εκτυλίσσει ένα πρόγραμμα απομνημόνευσης το κέντρο του οποίου είναι ο ίδιος.

Οι βασιλιάδες συστήνονται σε Θεσμούς-μνήμες: αρχεία, βιβλιοθήκες, μουσεία. Ο Ζίμρι-Λιμ (1782-1759 περίπου) μεταμορφώνει το παλάτι του στο Μαρί, όπου βρέθηκαν αναρίθμητες πλάκες, σε αρχειακό κέντρο. Στη Ρας Σάμρα, στη Συρία, οι ανασκαφές στο κτίριο των βασιλικών αρχείων του Ουγκαρίτ επέτρεψαν τον εντοπισμό τριών αξόνων συγκέ­ντρωσης των αρχείων: πρόκειται για διπλωματικά, οικονομικά και διοι­κητικών αρχεία. Στο ίδιο παλάτι, υπήρχε μια βιβλιοθήκη κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., και τον 7ο αιώνα π.Χ. περίφημη ήταν η βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιμπάλ στη Νινευί. Κατά την ελληνιστική εποχή, ακτινοβο­λούν η μεγάλη βιβλιοθήκη της Περγάμου, που ιδρύθηκε από τον Άτταλο, και η περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας που συνδυαζόταν με το περίφημο Μουσείο, δημιουργία των Πτολεμαίων.

Μνήμη βασιλική λοιπόν, γιατί οι βασιλιάδες εκθέτουν και, ορισμέ­νες φορές, χαράσσουν πάνω στην πέτρα (αποσπασματικά, τουλάχι­στον) Χρονικά στα οποία αφηγούνται κυρίως τα κατορθώματά τους και τα οποία μας οδηγούν στο σύνορο όπου η μνήμη καθίσταται «ιστο­ρία» .

Στην αρχαία Ανατολή, πριν από τα μέσα της 2ης χιλιετίας, δεν υφίστανται παρά κατάλογοι δυναστειών και αφηγήσεις θρύλων για βασι­λικούς ήρωες όπως ήταν ο Σαργών και ο Ναραμσίν. Στη συνέχεια, οι ηγεμόνες συντάσσουν μέσω των γραμματέων τους πιο λεπτομερειακές αφηγήσεις της βασιλείας τους, όπου αναδύονται στρατιωτικές νίκες, ευεργετήματα από τη δικαιοσύνη τους και πρόοδοι του δικαίου· πρόκει­ται για τους τρεις τομείς που άξιζαν να παρέχουν αξιομνημόνευτα παρα­δείγματα στους επερχόμενους ανθρώπους. Στην Αίγυπτο, φαίνεται ότι, από την επινόηση της γραφής, λίγο πριν τις αρχές της 3ης χιλιετίας, και μέχρι τα τέλη της ιθαγενούς βασιλείας στη ρωμαϊκή εποχή, βασι­λικά Χρονικά συντάσσονταν αδιάκοπα. Αλλά το μοναδικό πιθανότατα αντίτυπο που διατηρείτο πάνω στον εύθραυστο πάπυρο έχει εξαφανιστεί. Δεν απομένουν από αυτό παρά μερικά αποσπάσματα, χαραγμένα πάνω σε πέτρα .

Στην Κίνα, τα αρχαία βασιλικά χρονικά πάνω σε μπαμπού χρονολο­γούνται πιθανότατα στον 9ο αιώνα π.Χ., περιλαμβάνουν κυρίως ερωτή­σεις και απαντήσεις των μαντείων οι οποίες συστήνουν «ένα τεράστιο ρεπερτόριο συνταγών διακυβέρνησης», και «η ιδιότητα του αρχειοθέτη επιφυλάσσεται σιγά σιγά στους μάντεις: ήταν οι φύλακες των αξιομνη­μόνευτων γεγονότων που προσιδίαζαν σε κάθε βασιλεία» . Μνήμη επι­τάφια, τελικά, όπως μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, οι ελληνικές στήλες και οι ρωμαϊκές σαρκοφάγοι —μνήμη που έπαιξε κεφαλαιώδη ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπογραφίας.

Με τη μετάβαση από το προφορικό στο γραπτό, η συλλογική μνήμη, και ιδιαίτερα η «τεχνητή μνήμη», μεταβάλλεται σε βάθος. Ο Jack Goody πιστεύει πως η εμφάνιση μνημοτεχνικών μεθόδων, που επι­τρέπουν τη «λέξη προς λέξη» απομνημόνευση, συνδέεται με τη γραφή [βλ. ό.π., σελ. 114]. Εκτιμά όμως πως η ύπαρξη της γραφής «συνεπά­γεται επίσης μεταβολές ακόμα και στο εσωτερικό του ψυχισμού» και «ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα καινούργιο τεχνικό επιτήδευμα, για κάτι συγκρίσιμο, για παράδειγμα, με μια μνημοτεχνική μέθοδο, αλλά για μια καινούργια διανοητική ικανότητα»34.

Στην καρδιά αυτής της καινοφανούς πνευματικής δραστηριότητας, ο Jack Goody τοποθετεί τον κατάλογο, την ακολουθία λέξεων, εννοιών, νοημάτων, πράξεων προς εκτέλεση στο πλαίσιο μιας ορισμένης τάξης, η οποία και επιτρέπει να αποσπασθεί από τα συμφραζόμενα ή να επανεντα­χθεί με καινούργιο τρόπο σ’ αυτά, ένα λεκτικό δεδομένο, κατ’ εικόνα μιας «γλωσσικής ανακρυπτογράφησης» [«reco-dage linguistique»]. Για να στηρίξει αυτή τη θέση, θυμίζει τη σπουδαιότητα που είχαν στους αρχαίους πολιτισμούς οι λεξιλογικοί καταλογοι, τα γλωσσάρια, οι πραγ­ματείες ονομαστικής που ερείδονταν στην αντίληψη ότι «ονομάζειν εστί γνωρίζειν». Υπογραμμίζει τη σημασία των καταλόγων των Σουμερίων και βλέπει σε αυτούς ένα από τα όργανα της αίγλης της Μεσοποταμίας: «Εκείνο το είδος εκπαιδευτικής μεθόδου που εδραζόταν στην απομνημό­νευση λεξιλογικών καταλόγων βρήκε ένα πεδίο εξάπλωσης που εκτεινόταν πολύ πέρα από τη Μεσοποταμία και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση του πολιτισμού της Μεσοποταμίας και στην επίδραση που αυτός άσκησε στις γειτονικές ζώνες: Περσία, Αρμενία, Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, ακόμα και στην Αίγυπτο την εποχή της Νέας Αυτοκρατορίας».

Ας προσθέσουμε πως αυτό το μοντέλο οφείλει να αλλάζει απόχρωση ανάλογα με τον τύπο κοινωνίας και την ιστορική στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται η μετάβαση από τον έναν τύπο μνήμης στον άλλο. Δεν μπορεί κανείς να το εφαρμόσει αδιαφοροποίητα στη μελέτη του περάσμα­τος από το προφορικό στο γραπτό στις αρχαίες κοινωνίες, στις νεότερες η σύγχρονες «άγριες» κοινωνίες, στις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές κοινωνίες ή στις μουσουλμανικές. Ο Dale F. Eickelman κατέδειξε ότι, στο μουσουλ­μανικό κόσμο, ένας τύπος μνήμης που είναι θεμελιωμένος πάνω στην απομνημόνευση ενός πολιτισμού ο οποίος είναι ταυτόχρονα προφορικός και γραπτός αντέχει μέχρι το 1930 περίπου, μεταβάλλεται στη συνέχεια και ανακαλεί τους θεμελιακούς δεσμούς μεταξύ σχολείου και μνήμης σε όλες τις κοινωνίες.

Οι πιο παλιές αιγυπτιακές πραγματείες ονομαστικής, εμπνευσμέ­νες ίσως από αυτές των Σουμερίων, δεν χρονολογούνται παρά στο 1100 περίπου π.Χ. Αυτή του Αμένωφι δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Maspero με τον ενδεικτικό τίτλο «Ένα εγχειρίδιο αιγυπτιακής ιεραρ­χίας».

Οφείλει κανείς πράγματι να διερωτηθεί με τι συνδέεται, με τη σειρά της, αυτή η μεταμόρφωση της διανοητικής δραστηριότητας, την ανά­δυση της οποίας προκαλεί η γραπτή «τεχνητή μνήμη». Έχουμε λάβει υπόψη μας την ανάγκη απομνημόνευσης των ψηφιακών αξιών (κανονι­κές εγκοπές, χορδές δεμένες σε κόμπους) και σκεφθεί ότι συνδέεται με την ανάπτυξη του εμπορίου. Πρέπει όμως να πάμε πιο μακριά και να τοποθετήσουμε αυτή την εξάπλωση των καταλόγων στην εγκαθίδρυση της μοναρχικής εξουσίας. Η απομνημόνευση μέσω της καταγραφής, ο ιεραρχημένος κατάλογος, δεν είναι μονάχα μια προσπάθεια για μια και­νούργια οργάνωση της γνώσης αλλά και μια διάσταση της οργάνωσης μιας καινοφανούς εξουσίας.

 

Στην αρχαία Ελλάδα, στη βασιλική περίοδο είναι επίσης εκεί όπου οφείλουμε να ανατρέξουμε αναφορικά με αυτούς τους καταλόγους των οποίων τον απόηχο βρίσκουμε στα ομηρικά ποιήματα. Στη ραψωδία Β της ΐλιάδας, βρίσκουμε διαδοχικά τον κατάλογο των πλοίων, τον κατά­λογο των καλύτερων Αχαιών πολεμιστών και των καλύτερων αλόγων στη συνέχεια, και αμέσως μετά τον κατάλογο του τρωικού στρατού. «Όλοι μαζί αποτελούν το ήμισυ σχεδόν της ραψωδίας Β κοντά 400 στί­χοι, που έχουν συντεθεί σχεδόν αποκλειστικά από μια σειρά κύριων ονο­μάτων, πράγμα που προϋποθέτει μια αληθινή εκγύμναση της μνήμης» [J. P. Vemant, 1965, σελ. 55-56]. Με τους Έλληνες, αντιλαμβάνεται κανείς σε βάθος την εξέλιξη της συλλογικής μνήμης στο πλαίσιο μιας ιστορίας. Μεταφέροντας στη συλλογική μνήμη όπως αυτή εμφανίζεται στην αρχαία Ελλάδα μια μελέτη του Ignace Meyerson [στο, Journal de Psychologie, 1956] πάνω στην ατομική μνήμη, ο Ζ. II. Βερνάν υπο­γραμμίζει: «Η μνήμη, εφόσον διακρίνεται απο τη συνήθεια, αντιπροσω­πεύει μια δύσκολη εφεύρεση, την προοδευτική κατάκτηση από τον άνθρωπο του ατομικού του παρελθόντος, όπως η ιστορία συνιστά για την κοινωνική ομάδα την κατάκτηση του συλλογικού της παρελθόντος» [στο ίδιο, σελ. 51]. Στους Έλληνες, όμως, όπως η γραπτή μνήμη έρχεται να προστεθεί στην προφορική μνήμη —μετασχηματίζοντας την—, έτσι και η ιστορία έρχεται να αντικαταστήσει τη συλλογική μνήμη —μεταποιώ­ντας την, χωρίς όμως και να την καταστρέφει. Δεν έχουμε παρά να μελετήσουμε τις λειτουργίες και την εξέλιξη της τελευταίας, θεοποίηση της μνήμης, εκκοσμίκευσή της στη συνέχεια, γέννηση της μνημοτεχνίας: αυτή την πλούσια εικόνα προσφέρει η ελληνική συλλογική μνήμη ανάμεσα στον Ησίοδο και στον Αριστοτέλη, μεταξύ του 8ου και του 4ου αιώνα.

Τη μετάβαση από την προφορική στη γραπτή μνήμη είναι ασφαλώς δύσκολο να τη συλλάβουμε. Ένας θεσμός, όμως, και ένα κείμενο μπορούν ίσως να μας βοηθήσουν να ανασυστήσουμε αυτό που μπορεί να συνέβαινε στην αρχαϊκή Ελλάδα.

 

«Στον Φαίδρο [274Γ – 275Β], ο Πλάτωνας βάζει στο στόμα του Σωκράτη το θρύλο της επινόησης από τον αιγύπτιο θεό Θοτ —προστάτη των γραφέων και των εγγράμματων δημόσιων λειτουρ γών— των αριθμών, της μέτρησης, της γεωμετρίας και της αστρονο μίας, των επιτραπέζιων παιγνιδιών, των ζαριών και του αλφαβήτου. Και τονίζει πως ο θεός, κάνοντας αυτό το πράγμα, μεταμόρφωσε τη μνήμη, αλλά, πιθανότατα, συνετέλεσε περισσότερο στην αποδυνάμωσή της παρά στην ανάπτυξή της. Το αλφάβητο, «απαλλάσσοντας τους ανθρώπους από τον ·κόπο τού να ασκούν τη μνήμη τους, θα παραγάγει τη λήθη μέσα στην ψυχή αυτών που θα έχουν κατακτήσει τη γνώση του, εφ’ όσον, εμπιστευόμενοι τη γραφή, θα αναζητούν έξω από αυτή, στους ίδιους τους τους εαυτούς, το μέσο για να ξαναθυμηθούν-συνεπώς, δεν είναι για τη μνήμη, είναι μάλλον για τη διαδικασία της αναθύμησης που βρήκες μια θεραπεία». Κρίθηκε πως αυτό το χωρίο έκανε αναφορά σε μια επιβίωση των παραδόσεων προφορικής μνήμης [J. Α. Notopoulos, σελ. 476]».

Φωτό: ο Πλάτων.

Ο θεσμός είναι εκείνος του μνήμονα, ο οποίος μας «επιτρέπει να παρατηρήσουμε την ανέλιξη μιας κοινωνικής λειτουργίας της μνήμης». Ο «μνήμων» είναι ένα πρόσωπο που φυλάσσει την ανάμνηση του παρελ­θόντος ενόψει μιας δικαστικής απόφασης. Μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος «μνήμης» περιορίζεται σε ένα περιστασιακό εγχεί­ρημα. Για παράδειγμα, ο Θεόφραστος επισημαίνει πως στο νόμο του Θούριου οι τρεις πιο κοντινοί γείτονες της πωλούμενης εγγείου ιδιοκτη­σίας λαμβάνουν ένα νόμισμα «ένεκα ανάμνησης και μαρτυρίας». Μπορεί όμως να συνιστά επίσης ένα μόνιμο λειτούργημα. Η εμφάνιση αυτών των δημόσιων λειτουργών της μνήμης φέρνει στο νου φαινόμενα που έχουμε ήδη αναφέρει: το σύνδεσμο με το μύθο, το σύνδεσμο με την αστικοποί­ηση. Στο πλαίσιο της μυθολογίας και του θρύλου, ο μνημονας είναι ο υπηρέτης ενός ήρωα, που τον συνοδεύει αδιάκοπα για να του θυμίζει μια θεϊκή διαταγή, η λήθη της οποίας θα συνεπαγόταν το θάνατο. Οι μνήμο­νες χρησιμοποιούνται από τις πόλεις ως ανώτεροι άρχοντες που είναι επι­φορτισμένοι με το να συγκρατούν στη μνήμη τους ό,τι είναι χρήσιμο ανα­φορικά με θρησκευτικά (κυρίως γύρω από το ημερολόγιο) και νομικά ζητήματα. Με την ανάπτυξη της γραφής, αυτές οι «ζωντανές μνήμες» μετατρέπονται σε αρχειοθέτες.

Από την άλλη, στον Φαίδρο [274Γ – 275Β], ο Πλάτωνας βάζει στο στόμα του Σωκράτη το θρύλο της επινόησης από τον αιγύπτιο θεό Θοτ —προστάτη των γραφέων και των εγγράμματων δημόσιων λειτουρ­γών— των αριθμών, της μέτρησης, της γεωμετρίας και της αστρονο­μίας, των επιτραπέζιων παιγνιδιών, των ζαριών και του αλφαβήτου. Και τονίζει πως ο θεός, κάνοντας αυτό το πράγμα, μεταμόρφωσε τη μνήμη, αλλά, πιθανότατα, συνετέλεσε περισσότερο στην αποδυνάμωσή της παρά στην ανάπτυξή της. Το αλφάβητο, «απαλλάσσοντας τους ανθρώπους από τον ·κόπο τού να ασκούν τη μνήμη τους, θα παραγάγει τη λήθη μέσα στην ψυχή αυτών που θα έχουν κατακτήσει τη γνώση του, εφ’ όσον, εμπιστευόμενοι τη γραφή, θα αναζητούν έξω από αυτή, στους ίδιους τους τους εαυτούς, το μέσο για να ξαναθυμηθούν συνεπώς, δεν είναι για τη μνήμη, είναι μάλλον για τη διαδικασία της αναθύμησης που βρήκες μια θεραπεία». Κρίθηκε πως αυτό το χωρίο έκανε αναφορά σε μια επιβίωση των παραδόσεων προφορικής μνήμης [J. Α. Notopoulos, σελ. 476].

Το πλέον αξιοσημείωτο είναι αναμφίβολα «η θεοποίηση της μνήμης και η επεξεργασία μιας τεράστιας μυθολογίας της αναπόλησης στην αρχαϊκή Ελλάδα», όπως σωστά αναφέρει ο Ζ. Π. Βερνάν, ο οποίος και γενικεύει την παρατήρηση του:

«Στις διάφορες εποχές και στο εσωτε­ρικό των διαφορετικών πολιτισμών, υφίσταται μια αλληλεγγύη ανάμεσα στις εφαρμοζόμενες τεχνικές υπενθύμισης, στην εσωτερική οργάνωση της λειτουργίας, στη θέση της στο σύστημα του εγώ και στην εικόνα που έχουν οι άνθρωποι για τη μνήμη» [1965, σελ. 51].

 

Φωτό: Ο Πυθαγόρας. "Στους Πυθαγόρειους, οι πεποιθήσεις αυτές συνδυάζονται με ένα δόγμα μετενσάρκωσης των ψυχών, και ο δρόμος της τελειοποίησης είναι εκείνος που οδηγεί στην ενθύμηση όλων των προηγούμενων ζωών. Αυτό που καθιστούσε τον Πυθαγόρα, στα μάτια των μυημένων σε αυτές τις σέκτες, ένα ον ενδιάμεσο μεταξύ ανθρώπου και θεού ήταν το γεγονός ότι είχε συγκρατήσει την ανάμνηση των διαδοχικών του μετενσαρκώσεων —και, κυρίως, της ύπαρξης του, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Τροίας, με τη μορφή του Εύφορβου, τον οποίο είχε σκοτώσει ο Μενέλαος. Ο Εμπεδοκλής θυμόταν με τη σειρά του: «Πλάνης εξορισμένος από το Θείο τόπο... υπήρξα ήδη άλλοτε αγόρι και κορίτσι, λόχμη και πτηνό, βουβό ψάρι μέσα στη Θάλασσα...»..

Οι Έλληνες της αρχαϊκής εποχής παρέστησαν τη Μνήμη ως θεά: τη Μνημοσύνη. Είναι η μητέρα των 9 Μουσών, τις οποίες συνέλαβε κατά τη διάρκεια 9 νυκτών που πέρασε με τον Δία. Υπενθυμίζει στους ανθρώπους την ανάμνηση των ηρώων και των σπουδαίων κατορθωμάτων τους, προΐσταται της λυρικής ποίησης . Ο ποιητής διακατέχεται λοιπόν από τη μνήμη, ο αοιδός αποτελεί ένα μάντη του παρελθόντος, όπως ο κατ’ εξοχήν μάντης είναι ο μάντης του μέλλοντος. Ο αοιδός είναι ο εμπνευσμένος μάρτυρας του «παλιού καιρού», της ηρωικής εποχής και, μέσα από εκεί, ο μάρτυρας της αρχέγονης εποχής.

Η ταυτισμένη με τη μνήμη ποίηση παριστά την πρώτη ως γνώση, ακόμα κι ως σοφία [sophia]. Ο ποιητής τοποθετείται ανάμεσα σε αυτούς που είναι «κύριοι της αληθείας» και, στις απαρχές της ελληνικής ποι­ητικής, ο ποιητικός λόγος συνιστά μια ζωντανή επιγραφή, η οποία εγγράφεται στη μνήμη όπως και στο μάρμαρο [J. Svenbro]. Έχει ειπω­θεί ότι για τον Όμηρο «στιχουργείν ήτο ενθυμηθήναι»*. Η Μνημοσύνη, αποκαλύπτοντας στον ποιητή τα μυστικά του παρελθόντος, τον εισάγει στα μυστήρια του επέκεινα. Η μνήμη εμφανίζεται έτσι ως ένα χάρισμα για μυημένους, και η ανάμνησις, η ενθύμηση, ως ασκητική και μυστικιστική τεχνική. Η Μνήμη παίζει επίσης ρόλο πρώτης γραμ­μής στις ορφικές και πυθαγόρειες θεωρίες. Είναι το αντίδοτο της Λήθης. Στην ορφική κόλαση, ο νεκρός πρέπει να αποφύγει την πηγή της λησμο­νιάς, να μην πιει από τη Λήθη, αλλά να ποτιστεί στην κρήνη της Μνή­μης, η οποία αποτελεί πηγή αθανασίας.

Στους Πυθαγόρειους, οι πεποιθήσεις αυτές συνδυάζονται με ένα δόγμα μετενσάρκωσης των ψυχών, και ο δρόμος της τελειοποίησης είναι εκείνος που οδηγεί στην ενθύμηση όλων των προηγούμενων ζωών. Αυτό που καθιστούσε τον Πυθαγόρα, στα μάτια των μυημένων σε αυτές τις σέκτες, ένα ον ενδιάμεσο μεταξύ ανθρώπου και θεού ήταν το γεγονός ότι είχε συγκρατήσει την ανάμνηση των διαδοχικών του μετενσαρκώσεων —και, κυρίως, της ύπαρξης του, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Τροίας, με τη μορφή του Εύφορβου, τον οποίο είχε σκοτώσει ο Μενέλαος. Ο Εμπεδοκλής θυμόταν με τη σειρά του: «Πλάνης εξορισμένος από το Θείο τόπο… υπήρξα ήδη άλλοτε αγόρι και κορίτσι, λόχμη και πτηνό, βουβό ψάρι μέσα στη Θάλασσα…».

Στο πλαίσιο της πυθαγόρειας μάθησης, οι «ασκήσεις μνήμης» κατείχαν σπουδαία θέση. Ο Επιμενίδης, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη [Τέχνη Ρητοριχή, Γ’, 17, 10], περιερχόταν έτσι σε μια έκσταση ενθύ­μησης.

 

Αλλά, όπως παρατηρεί κατά τρόπο διεισδυτικό ο Ζ. Π. Βερνάν, «η μετάθεση της Μνημοσύνης από το επίπεδο της κοσμολογίας σε αυτό της εσχατολογίας μεταβάλλει ολόκληρη την ισορροπία των μύθων περί μνή­μης» [1965, σελ. 61]. Αυτή η αποβολή της Μνήμης από το χρόνο δια­χωρίζει ριζικά τη μνήμη από την ιστορία. Η μυστικιστική ιεροποίηση της μνήμης παρεμποδίζει κάθε «προσπάθεια εξερεύνησης του παρελθό­ντος» και «την κατασκευή μιας αρχιτεκτονικής του χρόνου» [στο ίδιο, σελ. 73-74], Έτσι, ανάλογα με τον προσανατολισμό της, η μνήμη μπο­ρεί να οδηγεί στην ιστορία ή να απομακρύνεται από εκείνη. Όταν τίθεται στην υπηρεσία της εσχατολογίας, τρέφεται, και αυτή, από ένα αληθινό μίσος για την ιστορία .

Η ελληνική φιλοσοφία, στα έργα των πιο σπουδαίων στοχαστών, δεν συμφιλίωσε σχεδόν καθόλου τη μνήμη με την ιστορία. Αν και η μνήμη στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη εκπορεύεται από την ψυχή, δεν εκδηλώνεται στο επίπεδο του τμήματος της που ανήκει στη διάνοια, αλλά μονάχα στο τμήμα που ανήκει στην αίσθηση. Σε ένα περίφημο χωρίο από τον Θεαίτητο [191 Γ – Δ] του Πλάτωνα, ο Σωκράτης μιλά για τον κέρινο τοίχο που υπάρχει μέσα στην ψυχή μας, ο οποίος είναι «το χάρισμα της μνήμης, μητέρας των Μουσών», και μας επιτρέπει να δια­τηρούμε εντυπώσεις, σαν να είχαμε μια δακτυλοειδή σφραγίδα. Η πλα­τωνική μνήμη έχει χάσει τη μυθική της διάσταση, αλλά δεν προσπαθεί να δημιουργήσει από το παρελθόν μια γνώση, θέλει να ξεφύγει από τη χρονική εμπειρία.

Ο Αριστοτέλης διακρίνει, κατ’ αρχάς, μεταξύ της μνήμης με την κυριολεκτική σημασία του όρου, της κατ’ εξοχήν μνήμης (mneme), της απλής ικανότητας συγκράτησης του παρελθόντος, και της ενθύμησης, της ανάμνησης [anamnesis], της εκούσιας ανάκλησης αυτού του παρελ­θόντος. Η μνήμη, απο-ιεροποίημενη, εκκοσμικευμένη, «περιλαμβάνεται τώρα μέσα στο χρόνο, αλλά σε ένα χρόνο που παραμένει, για τον Αριστο­τέλη τουλάχιστον, απειθής προς τη νόηση» [J. P. Vernant, 1965, σελ. 78]. Αλλά η πραγματεία του Περί Μνήμης και αναμνησεως, μεταφρα­σμένη στα λατινικά, θα ειδωθεί από τους μεγάλους σχολαστικιστές του Μεσαίωνα, τον Μέγα Αλβέρτο και τον Θωμά τον Ακινάτη, ως μια Τέχνη της μνήμης, συγκρίσιμη προς τη Ρητορική προς τον Ερέννιο η οποία αποδίδεται στον Κικέρωνα.

Τετράδραχμο με τον Διόνυσο πάνω σε όνο, 460-420 π.Χ."Ο Κικέρων, στο έργο του De Oratore (II, LXXXVI), αφηγείται με τη μορφή θρησκευτικού θρύλου την επινόηση της μνημοτεχνίας από τον Σιμωνίδη. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου που πρόσφερε ένας ευγενής από τη Θεσσαλία, ο Σκόπας, ο Σιμωνίδης τραγούδησε ένα ποίημα στο οποίο έψαλλε το διθύραμβο του Κάστορος και του Πολυδεύκη. Ο Σκό πας είπε στον ποιητή ότι δεν θα του πλήρωνε παρά το ήμισυ της συμ φωνημένης τιμής, και πως ο τελευταίος δεν είχε παρά να ζητήσει το άλλο ήμισυ από τους ίδιους τους Διόσκουρους. Λίγο μετά, ήρθαν να αναζητήσουν τον Σιμωνίδη λέγοντάς του ότι τον ζητούσαν δύο νέοι άνθρωποι. Βγήκε και δεν είδε κανέναν. Αλλά ενόσω ήταν έξω, η στέγη του σπιτιού κατέρρευσε πάνω στον Σκόπα και στους καλεσμένους του, τα συνθλιμμένα πτώματα των οποίων δύσκολα αναγνωρίζονταν. Ο Σιμωνίδης, θυμούμενος με ποια σειρά ήταν καθισμένοι, αναγνώρισε την ταυτότητά τους, και μπόρεσαν έτσι να παραδώσουν τον καθένα στους γονείς του."

Αυτή, όμως, η εκκοσμίκευση της μνήμης, συνδυαζόμενη με την επινόηση της γραφής, επιτρέπει στην Ελλάδα να δημιουργήσει καινούρ­γιες τεχνικές μνήμης, τη μνημοτεχνία —επινόηση που αποδίδεται στον ποιητή Σιμωνίδη τον Κείο (556-468, περίπου). Το Χρονικό της Πάρου, που χαράχθηκε πάνω σε μαρμάρινη πλάκα γύρω στο 264 π.Χ., ορίζει μάλιστα σαφώς ότι το 477 «ο Σιμωνίδης ο Κείος, γιος του Λεοπρέπου, επινοητής του συστήματος των μνημονικών αρωγών, κέρδισε το βραβείο του χωρικού άσματος στην Αθήνα». Ο Σιμωνίδης βρισκόταν ακόμα κοντά στη μυθική και ποιητική μνήμη, συνέθεσε ωδές που έπλε­καν το εγκώμιο των νικητών ηρώων, καθώς και επικήδεια άσματα, στη μνήμη, για παράδειγμα, των στρατιωτών που έπεσαν στις Θερμοπύλες. Ο Κικέρων, στο έργο του De Oratore (II, LXXXVI), αφηγείται με τη μορφή θρησκευτικού θρύλου την επινόηση της μνημοτεχνίας από τον Σιμωνίδη. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου που πρόσφερε ένας ευγενής από τη Θεσσαλία, ο Σκόπας, ο Σιμωνίδης τραγούδησε ένα ποίημα στο οποίο έψαλλε το διθύραμβο του Κάστορος και του Πολυδεύκη. Ο Σκό­πας είπε στον ποιητή ότι δεν θα του πλήρωνε παρά το ήμισυ της συμ­φωνημένης τιμής, και πως ο τελευταίος δεν είχε παρά να ζητήσει το άλλο ήμισυ από τους ίδιους τους Διόσκουρους. Λίγο μετά, ήρθαν να αναζητήσουν τον Σιμωνίδη λέγοντάς του ότι τον ζητούσαν δύο νέοι άνθρωποι. Βγήκε και δεν είδε κανέναν. Αλλά ενόσω ήταν έξω, η στέγη του σπιτιού κατέρρευσε πάνω στον Σκόπα και στους καλεσμένους του, τα συνθλιμμένα πτώματα των οποίων δύσκολα αναγνωρίζονταν. Ο Σιμωνίδης, θυμούμενος με ποια σειρά ήταν καθισμένοι, αναγνώρισε την ταυτότητά τους, και μπόρεσαν έτσι να παραδώσουν τον καθένα στους γονείς του.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Σιμωνίδης παγίωνε δύο αρχές αναφορικά με την τεχνητή μνήμη των αρχαίων: την ενθύμηση των εικόνων, που ήταν απαραίτητη για τη μνήμη, και το έρεισμα σε μία οργάνωση, σε μία τάξη, το οποίο ήταν κάτι το ουσιώδες για μια καλή μνήμη. Αλλά ο Σιμωνίδης είχε επισπεύσει την απο-ιεροποίηση της μνήμης και τονίσει τον τεχνικό και επαγγελματικό της χαρακτήρα, τελειοποιώντας το αλφάβητο και καθιστάμενος ο πρώτος που έβαζε να πληρώνουν για τα ποιήματα του [J. P. Vemant, 1965, σελ. 78, σημ. 98].

Στον Σιμωνίδη θα πρέπει να οφείλεται και μια κεφαλαιώδης διά­κριση στο πλαίσιο της μνημοτεχνίας, εκείνη ανάμεσα στους τόπους μνήμης, όπου μπορεί κανείς συνειρμικά να τοποθετήσει τα αντικείμενα της μνήμης (ο ζωδιακός κύκλος θα παρείχε λίγο μετά ένα τέτοιο πλαί­σιο για τη μνήμη, ενώ η τεχνητή μνήμη συγκροτείτο ως ένα οικοδό­μημα διαιρεμένο σε «αίθουσες μνήμης»), και τις εικόνες, μορφές, χαρα­κτηριστικά γνωρίσματα, σύμβολα που επιτρέπουν τη μνημονική ανά­κληση. Μετά από τον ίδιο, θα εμφανιζόταν μια άλλη μεγάλη διάκριση της παραδοσιακής μνημοτεχνίας, αυτή μεταξύ «μνήμης μέσα από τα πράγματα» και «μνήμης μέσα από τις λέξεις» που συναντούμε, για παράδειγμα, σε ένα κείμενο του 400 περίπου π.Χ., το Διαλεξις [F. Yates, σελ. 41].

Περιέργως, από την αρχαία Ελλάδα, δεν έχει περιέλθει σ’ εμάς καμία πραγματεία μνημοτεχνικής, ούτε αυτή του σοφιστή Ιππία, ο οποίος, σύμφωνα με τον Πλάτωνα [Ιππίας ελάσσων, 368β], εντύπωνε στο πνεύμα των μαθητών του μία εγκυκλοπαιδική γνώση χάρη σε τεχνι­κές απομνημόνευσης που είχαν καθαρά θετικό χαρακτήρα, ούτε αυτή του Μητροδώρου του Σκήψιου που έζησε τον 1ο π.Χ. αιώνα στην αυλή του βασιλιά του Πόντου, του Μυθριδάτη, ο οποίος ήταν, ο ίδιος, προικι­σμένος με μια περίφημη μνήμη και οργάνωσε μια τεχνητή μνήμη που ήταν θεμελιωμένη πάνω στο ζωδιακό κύκλο.

Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας (γνωστός και απλά ως Κικέρων, στα λατινικά Marcus Tullius Cicero, 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. - 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.) ήταν ρήτορας και πολιτικός που έζησε στα τέλη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους μεγαλύτερους ρήτορες και συγγραφείς στη λατινική γλώσσα.

"Η μνήμη αποτελεί το πέμπτο κατά σειρά εγχεί ρημα της ρητορικής: μετά την inventio (το να βρούμε τι να πούμε), την ispositio (να βάλουμε σε τάξη αυτό που βρήκαμε), την elocutio (να καλλωπίσουμε τις λέξεις, τις παραστάσεις), την actio (να «παίξουμε» το λόγο όπως παίζει ένας ηθοποιός, με χειρονομίες και απαγγελία)- στο τέλος, έρχεται η memoria (memoriae mandare, το να εμπιστευθούμε κάτι στη μνήμη)".

Αντλούμε τις πληροφορίες μας για την ελληνική μνημοτεχνία κυρίως από τρία λατινικά κείμενα τα οποία οργάνωσαν, επί αιώνες, την κλασική θεωρία της τεχνητής μνήμης (έκφραση που οφείλεται σε αυτά, memoria artificiosa). τη Ρητορική Ad Herennium, η οποία ερανίσθηκε από έναν ανώνυμο δάσκαλο στη Ρώμη μεταξύ 86 και 82 π.Χ. και την οποία ο Μεσαίωνας απέδιδε στον Κικέρωνα, το De Oratore του ίδιου του Κικέρωνα (55 π.Χ.) και το Institutio Oratoria του Κόιντιλιανού από τα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα. Τα τρία αυτά κείμενα διαφωτίζουν την ελληνική μνημοτεχνία, παγιώνοντας τη διάκριση μεταξύ τόπων και εικόνων (loci και imagines), προσδιορίζοντας με σαφήνεια τον ενεργητικό χαρακτήρα αυτών των εικόνων στη διαδικασία απομνημόνευσης (ενερ­γητικές εικόνες, imagines agentes) και τυποποιώντας τη διάκριση ανά­μεσα σε μνήμη των πραγμάτων (memoria rerum) και μνήμη των λέξεων {memoria verborum).

Πάνω από όλα, τοποθετούν τη μνήμη στο εσωτερικό του μεγάλου συστήματος της ρητορικής που έμελλε να κυριαρχήσει στον αρχαίο πνευματικό πολιτισμό, να αναβιώσει στο Μεσαίωνα (12ος-13ος αιώνας), να ξαναζήσει στις μέρες μας με τους οπαδούς της σημειωτικής και της ρητορικής. Η μνήμη αποτελεί το πέμπτο κατά σειρά εγχεί­ρημα της ρητορικής: μετά την inventio (το να βρούμε τι να πούμε), την ispositio (να βάλουμε σε τάξη αυτό που βρήκαμε), την elocutio (να καλλωπίσουμε τις λέξεις, τις παραστάσεις), την actio (να «παίξουμε» το λόγο όπως παίζει ένας ηθοποιός, με χειρονομίες και απαγγελία) στο τέλος, έρχεται η memoria (memoriae mandare, το να εμπιστευθούμε κάτι στη μνήμη).

Ο Ρολάν Μπαρτ σημειώνει ότι:

«Τα τρία πρώτα εγχειρήματα είναι τα πιο σημαντικά… τα δύο τελευταία (actio και mtemoria) θυσιάστηκαν γρήγορα, αφού έκτοτε η ρητορική δεν αφορούσε πλεον μονάχα στους λόγους που λέγονταν (απαγγέλλονταν) από δικη- γόρους ή πολιτικούς άνδρες ή «ομιλητές» [«conferenciers»] (είδος επι­δεικτικό) αλλά επίσης, και κατόπιν σχεδόν αποκλειστικά, σε έργα (γρα­πτά). Δεν υπάρχει ωστόσο καμία αμφιβολία ότι τα δύο αυτά μέρη παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον… το δεύτερο επειδή προϋποθέτει ένα επίπεδο στερεοτύπων, κάτι διακειμενικό, παγιωμένο, μεταδιδόμενο μηχανικά» [Η αρχαία ρητορική, σελ. 197].

Δεν πρέπει τέλος να ξεχνάμε πως, δίπλα στη θεαματική ανάδυση της μνήμης στους κόλπους της ρητορικής, δηλαδή μιας τέχνης του λόγου που είναι συνδεδεμένη με τη γραφή, η συλλογική μνήμη εξακολου­θεί την ανάπτυξή της διά μέσου της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης του αρχαίου κόσμου. Ο Paul Veyne έχει υπογραμμίσει τη δήμευση της συλλογικής μνήμης από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, μέσω κυρίως του δημόσιου μνημείου και της επιγραφής, στο πλαίσιο αυτού του παροξυ­σμού της επιγραφικής μνήμης. Αλλά η ρωμαϊκή Σύγκλητος, εξευτελι­σμένη και ενίοτε αποδεκατισμένη από τους αυτοκράτορες, βρίσκει ένα όπλο ενάντια στην αυτοκρατορική τυραννία. Είναι η damnatio memoriae sou εξαφανίζει το όνομα του εκλειπόντος αυτοκράτορα από τα αρχειακά έγγραφα και τις επιγραφές των μνημείων. Στη δύναμη της μνήμης απα­ντά η καταστροφή της μνήμης.

*Πηγή: Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο Ιστορία και μνήμη του Ζακ Λε Γκοφ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: