Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Γιάννης Κάτρης: Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα [το βιβλίο σε pdf]


Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα [το βιβλίο]

Του Γιάννη Κάτρη*

Αναδημοσίευση

Εισαγωγή

(κλικ, αν θέλετε να κατεβάσετε το βιβλίο)

(κλικ στην εικόνα, αν θέλετε να κατεβάσετε το βιβλίο)

Το xρονικό της τελευταίας ελληνικής δεκαετίας (1960 -1970), που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα κεφάλαιο των πολύ πιο μακρόχρονων, των σχεδόν συνεχών, εθνικών και κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων που διεξάγονται σε τούτη την πανάρχαιη και πανέμορφη γωνιά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μια εξήγηση για την πολυτάραχη ιστορία της Ελλάδας είναι η ιδιόμορφη γεωπολιτική της θέση. Άλλοτε ήταν το σταυροδρόμι των δυο κόσμων, Ανατολής και Δύσεως. Σήμερα, με τις καινούργιες ιδεολογικές και στρατηγικές διαμορφώσεις, συνορεύει — από ξηρά ή από θάλασσα — και με τους τέσσερις κόσμους, τον δυτικό (Ιταλία, Τουρκία), τον ανατολικό (Βουλγαρία), τον ουδέτερο (Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος) και τον κινέζικο (Αλβανία). Οπωσδήποτε, οι ρίζες των αντιθέσεων ξεκινάνε από την επαναστατική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού (1821) και τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους των Νεοελλήνων (1830). Στον ενάμιση περίπου αιώνα ελεύθερου βίου οι δυο κόσμοι που συγκρούονται φαίνονται μικροί. Αλλά το βαθύ περιεχόμενο της διαπάλης τους εκτείνεται σε διαστάσεις παγκοσμιότητας. Είναι μια μικρογραφία της προαιώνιας και παντοτινής αντιθέσεως των δυνάμεων της προόδου και της συντηρήσεως, για να μην πούμε των δυνάμεων του καλού και του κακού.

Στην περίπτωση της Ελλάδας — και όχι μόνο της Ελλάδας — αντίπαλες δυνάμεις είναι: η δημοκρατική πλειοψηφία του λαού, που αγωνίζεται να λυτρωθεί από την κοινωνική καθυστέρηση, ν’ αποχτήσει γνήσια εθνική ανεξαρτησία και να πραγματοποιήσει το δράμα μιας αναγεννήσεως, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας της οικονομικής αναπτύξεως και της πνευματικής ανόδου. Στην άλλη πλευρά του λόφου υψώνει το φράγμα της μια υπερσυντηρητική ολιγαρχία, συνδεδεμένη με ξένα οικονομικά συμφέροντα και άρρηκτα εξαρτημένη από εναλλασσόμενες ξένες «Προστάτιδες Δυνάμεις». Πολιτικά η ολιγαρχία εκφράζεται από το εκάστοτε κόμμα της δεξιάς, αλλά ουσιαστικός ηγέτης της είναι η μοναρχία. Το ιδεολογικό της περίβλημα ποικίλλει κατά εποχές. Παλιότερα ήταν η «Μεγάλη ιδέα», που περιέκλειε το ανεδαφικό (και ιμπεριαλιστικό) όνειρο της ανασυστάσεως της βυζαντινής αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη… Έπειτα ο αντιβενιζελισμός. Αργότερα ο αντικομουνισμός. Πάντοτε όμως γνήσια ιδεολογία της ολιγαρχίας ήταν και παραμένει το μίσος κατά της δημοκρατίας και της προόδου.

Κατά την τελευταία δεκαετία που εξιστορούμε αναδύεται ανάγλυφο το σχήμα του ελληνικού κατεστημένου. Κορμός του το τρίπτυχο της οικονομικής ολιγαρχίας, της μοναρχίας και της ξένης κηδεμονίας. Πολιτικό προσωπείο του το κόμμα της εγγυημένης εθνικοφροσύνης. Και δυναμικός βραχίονας ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας. Στο προσκήνιο υπάρχει η νόμιμη κυβέρνηση, αλλά στο παρασκήνιο λειτουργεί η υπερκυβέρνηση. Πίσω — ή μάλλον πάνω — από το επίσημα κράτος δρα το ανεπίσημο υπερκράτος. Οι νόμοι ψηφίζονται βάσει του Συντάγματος της χώρας, αλλά εφαρμόζονται — ή δεν εφαρμόζονται — στο πλαίσιο ενός άγραφου υπερσυντάγματoς. Έτσι, πίσω από τη βιτρίνα μιας αναιμικής δημοκρατίας κυριαρχούν τα τρία «Υπέρ», οργανικά στοιχεία του κατεστημένου, απαραίτητα για να νοθεύουν τις εκλογές, να εκβράζρυν δολοφόνους των υπεροχληρών αντιπάλων και δικαστές που θα καλύπτουν το έγκλημα, βασίλισσες και βασιλιάδες για να πρακτορεύουν ξένα συμφέροντα, ή συνταγματάρχες για να καταλύουν τους θεσμούς στις κρίσιμες ώρες.

Η διαδρομή της ιστορίας εμφανίζει το ελληνικό κατεστημένο αδίστακτο και αδυσώπητο στην εφαρμογή της στρατηγικής του, που είναι η αδιαφιλονίκητη διατήρηση των λαβών της εξουσίας. Η κλιμάκωση των μεθόδων σταθμίζεται από την έκταση του αντιμετωπιζόμενου κινδύνου και από το «πράσινο φως» (ή και το κόκκινο ) που θα εκπέμψει η ξένη κηδεμονία. Όταν η διαφθορά και η αυτονομική φοβία αποδείχνονται ανεπαρκή άπλα κινητοποιείται η δύναμη του στρατού. Και όταν και η ιθαγενής ένοπλη βία είναι ανίσχυρη, τότε κατόπιν εκκλήσεων — ή και χωρίς εκκλήσεις — σπεύδει να βοηθήσει με στρατεύματα η «Προστάτις Δύναμις» ή εγκαθιδρύεται καθεστώς δικτατορίας.

"Όταν αυτά συμβαίνουν στις υπεραναπτυγμένες και πλούσιες χώρες, όπου η δημοκρατία εξακολουθεί — ακόμη — να λειτουργεί, εύκολα κατανοείται πόσα ανεξέλεγκτος είχε καταστεί ο ρόλος του στρατού στην Ελλάδα, όπου η δημοκρατία τελούσε σε κατάσταση μόνιμης υπολειτουργίας. Ένοπλη δύναμη 200.000 ανδρών (επί πληθυσμού οκτώ εκατομμυρίων), άριστα εξοπλισμένη, μη υποκείμενη στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, αλλά ελεγχόμενη από τις καινούργιες θεότητες του NATO και του Πενταγώνου, δεν δυσκολεύτηκε να στραγγαλίσει την ημιπαράλυτη ελληνική δημοκρατία μ’ ένα στρατιωτικό περίπατο από το Γουδί ως την καρδιά της Αθήνας." Γ.Κ.

Στην τελευταία κατηγορία αντιστοιχεί το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Για την εξουδετέρωση και καθυπόταξη μιας γιγαντωμένης δημοκρατικής λαϊκής πλειοψηφίας είχαν δοκιμαστεί όλα τα συνταγματικά και υπερσυνταγματικά όπλα. Αλχημιστικά εκλογικά συστήματα, χρήση λελογισμένης βίας (προ του 1960), απροκάλυπτη εκλογική βία και νοθεία το 1961, «εκπαραθύρωση» του νόμιμου πρωθυπουργού το 1965. αναρχικές εκδηλώσεις σκηνοθετημένες από την OA, όλα είχαν χρησιμοποιηθεί και όλα είχαν αποδώσει αρνητικά αποτελέσματα. Και προκειμένου «να είμαστε με τους χαμένους» (όπως ελέχθη στο Σταίητ Ντιπάρτμεντ) «προτιμότεροι οι στρατηγοί».

Βέβαια, έγινε μια απρόβλεπτη «αλλαγή φρουράς» και αντί των στρατηγών την εξουσία νέμονται οι συνταγματάρχες. Σ’ αυτή την ταχυδακτυλουργία ο ρόλος του στρατηγού Ζωιτάκη, του μετέπειτα Αντιβασιλέα, που μεταπήδησε την τελευταία στιγμή από τη μεγάλη Χούντα του Κωνσταντίνου στη μικρή Χούντα του Παπαδόπουλου, φωτίζει μια άγνωστη πτυχή του ελληνικού δράματος. Και αν όχι τίποτε άλλο, μας αποκαλύπτει την ηθική ποιότητα των σωτήρων και αναμορφωτών της κοινωνίας. Αλλά για τη μοίρα του ελληνικού λαού η ξαφνική αλλαγή δεν είχε σημασία. Οι Έλληνες — όπως όλοι οι λαοί — δεν κάνουν εκλεκτική διάκριση των τυράννων. Απλώς αποστρέφονται την τυραννία. Η τραγική ουσία ήταν η εισβολή του νεοφασισμού, (για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή χώρα έπειτα από ένα τέταρτο αιώνα), που γύρισε τον τροχό της ιστορίας τριάντα χρόνια πίσω.

Μπορείτε ακόμη να δείτε: Γελοιογραφίες του Φωκίωνα Δημητριάδη από τη Μακεδονία για τα Ιουλιανά και την Αποστασία

Φωτό: σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη. Πηγή: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία (κλικ στην εικόνα).

Στρατηγοί… Συνταγματάρχες. Τι σημασία μπορούσε να έχει η αλλαγή των ρόλων; Σκηνοθέτες και υποβολείς έμειναν οι ίδιοι. Και, φυσικά, όλα εκτυλίχτηκαν με τη νομοτελειακή ακρίβεια ελεγχόμενης θεομηνίας.

Η ολιγαρχία σταθεροποίησε και διηύρυνε τα προνόμιά της. Το ξένο αποικιακό κεφάλαιο εφόρμησε ακάθεκτο. Και το στρατιωτικό καθεστώς επέδειξε αξιοθαύμαστη ατλαντική αλληλεγγύη, όταν σ’ ένα νεύμα της Τουρκίας — και του NATO — έσπευσε ν’ αποσύρει τον ελληνικό στρατό από την Κύπρο (1967).

Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου συμπληρώνεται ένας δεκαετής κύκλος καταπνίξεων της λαϊκής κυριαρχίας. Ο κύκλος άρχισε με το εκλογικό πραξικόπημα του 1961, προχώρησε με το βασιλικό πραξικόπημα του 1965 και κλείνει — προσωρινά — με τη δικτατορία του 1967. Η ιστορική αυτή έρευνα φωτίζει έντονα την οργανική αλληλοσύνδεση και αλληλοεξάρτηση του δεκαετούς τρίπτυχου των βιασμών της δημοκρατίας. Οι ομοιότητες, άλλωστε, είναι ολοφάνερες: Και στα τρία εγχειρήματα προβλήθηκε σα δικαιολογία ο κομμουνιστικός κίνδυνος. Και τα τρία εμπορεύθηκαν από την παράταξη της δεξιάς. Και στα τρία χρησιμοποιήθηκε είτε η δύναμη είτε η δυναμική απειλή του στρατού. Και στα τρία ήταν δεδομένη η θετική συμπαράσταση του NATO και των αμερικανικών υπηρεσιών.

Ο στρατός με τον κυριαρχικό ρόλο που διαδραμάτισε, ιδιαίτερα στην τελευταία πράξη της ελληνικής τραγωδίας, μας προσφέρει μια εφαρμοσμένη όφη του κρίσιμου προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες σ’ όλο τον κόσμο. Εννοούμε το φαινόμενο της μεταπολεμικής αυτόνομης ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Η επίδραση του στρατού στη διαμόρφωση της πολιτικής των κρατών και συνασπισμών γίνεται κάθε μέρα αποφασιστικότερη. Ο ψυχρός πόλεμος και ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών οδήγησε μεν στη λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου», αλλά παράλληλα μετέτρεψε τους στρατούς σε ιερά τέρατα, που συνεχώς αποδεσμεύονται από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.

Στην Ελλάδα το 1965 ένας πρωθυπουργός, με τεράστια λαϊκή ακτινοβολία διώχτηκε επειδή τόλμησε ν’ αγγίξει το «ταμπού» των ενόπλων δυνάμεων. Το ίδιο περίπου έχει συμβεί στην Τουρκία, στον Άγιο Δομίνικο, στη Βραζιλία και σε μια σειρά άλλες χώρες. Και κάποιο ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζουν το Ισραήλ, η Ιταλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα κράτη. Όταν ο συντηρητικός Αϊζενχάουερ αναγκάζεται να επισημάνει την απειλή που προέρχεται από το «στρατιωτικό – βιομηχανικό σύμπλεγμα» δεν χωρούν πολλές αμφιβολίες για το ότι η αύξουσα ανεξαρτητοποίηση του αμερικανικού στρατού είχε αποκτήσει τη δύναμη να επηρεάζει τις προσπάθειες ειρηνεύσεως στο Βιετνάμ, να εμποδίζει τη διεθνή συνεννόηση, να απειλήσει μελλοντικά την ίδια την αμερικανική δημοκρατία και να θέσει σε κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη.

Το ουσιώδες σημείο του προβλήματος δεν είναι αν η αμερικανική —ή οποιαδήποτε— στρατιωτική δύναμη πράττει ή δεν πράττει αυτά. Το ουσιώδες είναι ότι δύναται να τα πράξει. Και οπωσδήποτε εκείνο που πράττει είναι η κατασκευή φόβου και διεθνούς εντάσεως.

Απλουστευμένη η έννοια της δυνατότητας αυτής είναι ότι η στρατιωτική δύναμη που κατεξοχήν οφείλει υπακοή στη θέληση του έθνους δύναται να χαράξει κατευθυντήριες γραμμές εναντίον της εθνικής θελήσεως. Αρκεί ν’ αναλογισθεί κανείς το τρομακτικό ύφος της ισχύος που αντιπροσωπεύει ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών με τις 3.400 βάσεις του, που είναι εγκατεστημένες σε τριάντα χώρες, με τους θερμοπυρηνικούς διηπειρωτικούς πυραύλους του και με τη συμμαχία του βιομηχανικού κεφαλαίου, για να συλλάβει το μέγεθος του κινδύνου που περικλείει όχι αυτή καθ’ εαυτή η στρατιωτική δύναμη, αλλά η αυτονομιστής στρατιωτικής δυνάμεως.

Όταν αυτά συμβαίνουν στις υπεραναπτυγμένες και πλούσιες χώρες, όπου η δημοκρατία εξακολουθεί — ακόμη — να λειτουργεί, εύκολα κατανοείται πόσα ανεξέλεγκτος είχε καταστεί ο ρόλος του στρατού στην Ελλάδα, όπου η δημοκρατία τελούσε σε κατάσταση μόνιμης υπολειτουργίας. Ένοπλη δύναμη 200.000 ανδρών (επί πληθυσμού οκτώ εκατομμυρίων), άριστα εξοπλισμένη, μη υποκείμενη στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, αλλά ελεγχόμενη από τις καινούργιες θεότητες του NATO και του Πενταγώνου, δεν δυσκολεύτηκε να στραγγαλίσει την ημιπαράλυτη ελληνική δημοκρατία μ’ ένα στρατιωτικό περίπατο από το Γουδί ως την καρδιά της Αθήνας.

Σήμερα που οι συνταγματάρχες αγωνίζονται να σταθεροποιήσουν την κατοχή της εξουσίας ένα από τα «έργα» τους, που με υπερηφάνεια επιδείχνουν, το πιο μακρόπνοο, αλλά και το πιο ολέθριο, είναι η συνταγματική (άρθρα 129 – 132) και νομοθετική (διάταγμα 58) κατοχύρωση του στρατού σαν μόνιμου και κυρίαρχου παράγοντα της εθνικής ζωής, φορέα όχι μόνο της στρατιωτικής, αλλά και της πολιτικής και πολιτειακής εξουσίας. Αν, δηλαδή, οι μελλοντικές εξελίξεις πηγάσουν από πολιτική λύση και περιχαρακωθούν μέσα στο ψευτοσύνταγμα της Χούντας, ή και σε κάποιο άλλο που θα περιφρουρεί τα στεγανά καρκινώματα των ενόπλων δυνάμεων, οι μεταπελευθερωτικές κυβερνήσεις θα έχουν υπεράνω αυτών παντοδύναμο, ανεξάρτητο και ανεξέλεγκτο το φόβητρο της στρατιωτικής δυνάμεως, μια άμεση και σοβαρή απειλή για την εθνική επιβίωση. Με άλλα λόγια, θα είναι νομιμοποιημένη η διαιώνιση μιας μεταμφιεσμένης δικτατορίας, με επικρεμάμενο τον κίνδυνο υποτροπής και επιστροφής στο χωρίς μάσκα καθεστώς της Τυραννίας, μέχρις ότου η λύτρωση έρθει με τη λαϊκή δύναμη.

Η τελευταία ελληνική δεκαετία χωρίζεται σε δυο ιστορικές περιόδους, την προδικτατορική και την δικτατορική. Σε τούτο το βιβλίο και οι δυο περίοδοι φωτίζονται με το ίδιο σκληρό φως, το φως που εκπέμπουν τα γεγονότα, χωρίς καμιά προσπάθεια να υπερτονισθεί η αντίθεση μεταξύ τους. Ίσως μάλιστα, η ωμή απεικόνιση της ορισμένους ξένους αναγνώστες τη σκέψη ότι η ολοκληρωτική κατάλυση της ελληνικής δημοκρατίας στις 21 Απριλίου από τους συνταγματάρχες δεν ήταν και τόσο αναιτιολόγητο έγκλημα. Αυτή την παρατήρηση μου έκανε ένας καθηγητής του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (από τα γερά μυαλά της Αμερικής), που διάβασε το χειρόγραφο του βιβλίου. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Και οπωσδήποτε δεν είναι στις προθέσεις μου να κατευθύνω τους αναγνώστες προς αυτόν τον παραπλανητικό συλλογισμό. Πριν από τις 21 Απριλίου η δημοκρατία στην Ελλάδα είχε περιπέσει σε κατάσταση αποσυνθετικής υπολειτουργίας. Αλλά πλησίαζε το τέλος της ανωμαλίας.

Ο λαός είχε βρει το σωστό προσανατολισμό του και οι εκλογές της 28 Μαίου 1967 θ’ άνοιγαν το δρόμο προς γνήσιες δημοκρατικές εξελίξεις. Επομένως, η δυναμική παρέμβαση των συνταγματαρχών (ένα μήνα πριν από τις εκλογές) δεν έγινε για να λυτρώσει τη χώρα από το αντιδημοκρατικό καθεστώς της δεξιάς (που δεν θα ήταν θανάσιμο έγκλημα). Έγινε για ν’ αναστρέφει την ιστορική πορεία του έθνους, που βάδιζε προς την κοινωνική και πνευματική του αναγέννηση. Και αυτό ήταν θανάσιμο έγκλημα.

Η συγγραφή του βιβλίου αυτού παρουσίασε αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες. Η πρώτη του πηγή ήταν σημειώσεις από τις συχνές επαφές και συνομιλίες μου με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο αλησμόνητος ηγέτης με τίμησε επί 30 χρόνια με την προσωπική του φιλία. Και ομολογώ ότι έκανα όχι χρήση, αλλά κατάχρηση της εμπιστοσύνης του. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, σε κάθε δύσκολο πρόβλημα, ζητούσα και είχα τις πολύτιμες γνώμες του, καθώς και απόρρητες πληροφορίες, οι οποίες όμως ποτέ δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Με το θάνατο του Παπανδρέου η επαγγελματική και φιλική δέσμευση τερματίζεται. Στο αρχείο μου βρήκα επίσης σημειώσεις από προσωπικές συνομιλίες που είχα με άλλους πρωταγωνιστές του ελληνικού δράματος. Ορισμένες σημειώσεις αποκτούν σήμερα ιστορική αξία και τεκμηριώνουν αναπόδεικτες ως τώρα όψεις γεγονότων.

Μπορείτε ακόμη να διαβάσετε: Μια αμερικανική έκθεση «ιδεών» για την ελληνική μεταπολίτευση (κλικ στην εικόνα).

Μπορείτε ακόμη να διαβάσετε: Μια αμερικανική έκθεση «ιδεών» για την ελληνική μεταπολίτευση (κλικ στην εικόνα).

Μ’ αυτή την πρώτη ύλη του βίβλου ήρθα στην Αμερική, τον Οκτώβριο του 1967. Το πώς πέρασε το πολύτιμο υλικό από την αυστηρή επαγρύπνηση της δικτατορίας είναι μια μικρή Οδύσσεια. Μια άλλη μεγαλύτερη Οδύσσεια ήταν αργότερα η απόκτηση της απαραίτητης ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας, ενός πλήθους αποκομμάτων από εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και πολλών άλλων στοιχείων που αφορούσαν γεγονότα της χουντικής περιόδου και δεν υπήρχαν εκτός Ελλάδας, έχω ένα μεγάλο ηθικό χρέος σε σημαντικό κύκλο φίλων μου που χάρη στη φωτισμένη συμβολή τους — και την αυτοθυσία τους — έγινε δυνατή η συγκέντρωση του απαραίτητου υλικού και η συγγραφή του βιβλίου. Αποφεύγω να τους κατονομάσω για λόγους ευνόητους… Και μια τελευταία πηγή υπήρξε η προσωπική μου εμπειρία. Επί τριάντα χρόνια που κράτησα τη σκοπιά του πολιτικού συντάκτη και κατά καιρούς του αρχισυντάκτη αθηναϊκών εφημερίδων έζησα από πολύ κοντά και το προσκήνιο, αλλά και το παρασκήνιο της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Οφείλω να ομολογήσω ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα που ορθώθηκε μπροστά μου ήταν το πρόβλημα της λεγόμενης αντικειμενικότητας. ‘Όταν είσαι τοποθετημένος στην πλευρά της δημοκρατίας και της προόδου δεν είναι δυνατό να ατενίζεις, με πλήρη αφαίρεση του εαυτού σου, τη σύγκρουση δυνάμεων που αντιπροσωπεύουν τους θύτες και τα θύματα. Ξέρω την αγγλοσαξωνική συνταγή: παράθεση των γεγονότων, αποφυγή επιθέτων και τίποτα άλλο. Αλλά είναι ανθρώπινο να μένει κανείς ψυχρός παρατηρητής στο θέαμα ενός κοριτσιού που το βιάζουν οπλισμένοι κακοποιοί, όταν μάλιστα οι βιαστές είναι όργανα του Νόμου και της Τάξεως; Ή όταν κάποιος άξεστος συνταγματάρχης αποκαλεί «πνευματικά στείρο» τον ποιητή Σεφέρη, τιμημένο με  βραβείο Νόμπελ;

Δεν ισχυρίζομαι ότι έδωσα την ορθή λύση στο πρόβλημα της αντικειμενικότητας. Ισχυρίζομαι όμως ότι ο σεβασμός προς την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη δεν λείπει από τούτο το βιβλίο.

*Η «γέννηση του νεοφασισμού» του Γιάννη Κάτρη πρωτοβγήκε το 1971 ταυτόχρονα στα ελληνικά (Δ. Ευρώπη) και στα Αγγλικά (Αμερική -Καναδά). Στην Ελλάδα είχε απαγορευτεί μέχρι την πτώση της δικτατορίας. τυπώθηκε για λογαριασμό των εκδόσεων Παπαζήση σε αναθεωρημένη έκδοση στα μονοτυπικά συγκροτήματα Φ. Τσιρώνη τον Δεκέμβρη του 1974. Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου ανήκει στα κορυφαία στελέχη της ελληνικής δημοσιογραφίας. Γόνος στρατιωτικής οικογένειας τριών γενεών μεγάλωσε στην ατμόσφαιρα των δυο μεγάλων παγκόσμιων πολέμων. Από την εφηβική ηλικία έστρεψε τα ενδιαφέροντά του στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα των μεσοπολέμων. Τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα δείχνουν έντονη την αγάπη προς τον απλό άνθρωπο, τον πολλαπλά καταπιεσμένο, καθώς και ένα δηκτικό σαρκασμό προς το μιλιταρισμό και την ξένη προστασία. Ο Κάτρης πήρε μέρος στον πόλεμο 1940-1941 σαν απλός στρατιώτης, τραυματίσθηκε και παρασημοφορήθηκε.

Επαγγελματικά ασχολήθηκε μόνο με τη δημοσιογραφία. Πάνω από 30 χρόνια διετέλεσε πολιτικός συντάκτης, αρθρογράφος ή αρχισυντάκτης εφημερίδων. Στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και δούλεψε στον παράνομο τύπο. Για τις δημοκρατικές ιδέες του συνελήφθη κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1947) και επί πέντε χρόνια δοκίμασε όλες τις τρομερές εμπειρίες της Μακρονήσου. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967 διέφυγε στο εξωτερικό και εγκαταστάθηκεστις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έγραψε το βιβλίο αυτό. Από το 1971 ως την Απελευθέρωση παρέμεινε στο Λονδίνο.

Πηγή: Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα.

Advertisements

2 responses to “Γιάννης Κάτρης: Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα [το βιβλίο σε pdf]

  1. Pingback: Έστησαν το μνημείο του καραμανλισμού στην παραλία της Θεσσαλονίκης « Ερανιστής

  2. Pingback: Γιάννης Κάτρης: ” 1960 -1970 Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα”/ Παρουσίαση του βιβλίου στο ΧΝΑΡΙ « Roseta Books

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: