Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Η μεταμοντέρνα μουσική


Η μεταμοντέρνα μουσική

Του Παναγιώτη Κονδύλη*

Στην ελεύθερη χρήση ετερογενών υλικών στη γλυπτική αντιστοιχεί ό ελεύθερος συνδυασμός ή η τυχαία μίξη ήχων και θορύβων στη με­ταμοντέρνα μουσική. Οι θόρυβοι και οι κρότοι χρησιμοποιούνταν προηγουμένως μόνο παρεμπιπτόντως  (π.χ. ως απομίμηση της φωνής των πουλιών), τώρα όμως συμβάλλουν συστηματικά στη διεύρυνση του ηχητικού υλικού, το οποίο πλουτίζεται επί πλέον με τεχνικά μέσα (και μάλιστα με ηλεκτρονικά μουσικά όργανα, όπου ο τόνος είναι αποτέλεσμα επιστημονικά υπολογισμένων συχνοτήτων) καθώς και με ανθρώπινους φθόγγους (η φωνή του ομιλητή δίπλα στη φωνή του αοιδού). Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια τον παραγκωνισμό των τόνων από τους θορύβους, o όποιος συμβαδίζει αναγκαστικά με μιαν ουσιαστικά διαφορετική δομική αντίληψη, εφόσον o συντονισμός των θο­ρύβων γίνεται με τρόπο εντελώς αλλιώτικο από την εναρμόνιση των τόνων σε συγχορδίες. Η ακραία μορφή αυτού του παραγκωνισμού είναι ό μπρουιτισμός (bruitisme) της μουσικής πρωτοπορίας, δηλαδή η συγκρότηση μουσικών μορφών πάνω στη βάση θορύβων, οι όποιοι ως μουσικές άξιες είναι εντελώς ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Και στο σημείο αυτό μπορούμε να σύρουμε μιαν ευθεία γραμμή ανάμεσα στην παλαιά και στη μεταμοντέρνα πρωτοπορία, αν αναλογιστούμε π.χ. το φουτουριστικό αίτημα διαπλάτυνσης του μουσικού ακουστικού χώρου με τη συμπερίληψη των θορύβων του βιομηχανικού πολιτισμού η την αποστροφή μερικών φουτουριστών μουσικολόγων απέναντι στα παρα­δοσιακά μουσικά όργανα. Και στον χώρο της μουσικής επικράτησε λοιπόν το πνεύμα της πρωτοπορίας απέναντι στο πνεύμα του μοντερ­νισμού, όπως άλλωστε δείχνει η εξέλιξη πού άρχισε με τις προσπά­θειες μετάπλασης της δωδεκαφθογγικής σύνθεσης χωρίς αρχικά να διαρραγεί το πλαίσιο της.

Η μετάπλαση τούτη παρακινήθηκε από την επιθυμία να γίνει ακόμα πιο ενιαίος ό μουσικός χώρος — με την αποκοπή από την αρχή της ιεράρχησης των επί μέρους παραμέτρων, με την αναγωγή της μελωδίας και της αρμονίας στους υποκείμενους τόνους, με τη συναφή συγχώνευση των δύο επιπέδων της σύνθεσης, δηλαδή του οριζόντιου και του κάθετου, και τέλος με την κατάργηση του θέματος ως πυρήνα της μουσικής δημιουργίας.

Καθώς οι επί μέρους τόνοι, και μόνον αυτοί, παρέχουν τη βάση της σύνθεσης, όλα τα μουσικά στοιχεία γίνονται ισότιμα και έτσι επιτυγχάνεται η μεγα­λύτερη δυνατή συνοχή του υλικού. Η νέα σύνθεση κινείται βέβαια σε πολλαπλά επίπεδα, όμως κανένα τους δεν κατέχει προνομιούχα θέση· και μολονότι όσα στοιχεία συναποτελούν τη σύνθεση παραμένουν συνδεδεμένα μεταξύ τους, ωστόσο το καθένα τους μπορεί να αποσπασθεί από τα υπόλοιπα, εφόσον δεν υπάρχει αρμονική ανάπτυξη με κορύ­φωση και με τέλος.  Η απόλυτη ενοποίηση του μουσικού χώρου και συνάμα η κατάτμηση του σε μεμονωμένα στοιχεία καθίστα τώρα δυνατή τη συμπερίληψη του θορύβου στη γλώσσα της μουσικής. O θόρυβος γινόταν αισθητός ως αντίθεση προς το σύστημα της αρμονίας εν όσω η μουσική Ιεραρχία εδραζόταν στην ταυτότητα ηχητικών σχέ­σεων, οι οποίες μπορούσαν να μεταφερθούν σε όλες τις βαθμίδες της κλίμακας όμως ένας θόρυβος δεν είναι δυνατόν να αναχθεί ευθύγραμμα σ’ έναν άλλο, και γι’ αυτό μπορεί να βρει θέση μονάχα μέσα σ’ ένα σύνολο που δεν στηρίζεται στην παραπάνω ταυτότητα παρά αρθρώ­νεται κατά μικρές ενότητες.

Τη μουσική ανατίμηση του θορύβου τη διευκόλυνε όμως και η εκτόπιση της κλασσικής αρμονίας από τον ρυθμό, πολύ περισσότερο γιατί τα μουσικά όργανα πού παράγουν ρυθμό συχνότατα μπορούν να παραγάγουν και απλούς θορύβους.

Ώστε η απόλυτη απομόνωση των επί μέρους μουσικών στοιχείων και επομένως η απόλυτη κινητικότητα και εναλλαξιμότητά τους είχε επιτευχθεί ήδη στο πλαίσιο της συνεπούς μετεξέλιξης της δωδεκα- φθογγικής μουσικής. Το ακόλουθο και τελευταίο βήμα γίνεται τη στιγμή πού τα απομονωμένα και καθ’ αυτά ισότιμα στοιχεία δεν εναλλάσσουν πλέον τη θέση τους μέσα στην ίδια πάγια δομή, αλλά συνδυάζονται εντελώς ελεύθερα, γεννώντας δομές μεταβλητές και ασταθείς. Αφού η σειραϊκή σύνθεση, στην οποία το γενικό σχέδιο και οι λεπτομέρειες ενός έργου εξακολουθούσαν να συνάγονται από μία και μόνη σειρά αναλογιών, έδινε το ίδιο βάρος σ’ όλα τα στοιχεία κι έτσι οδήγησε την ισοπέδωση στα άκρα, γι’ αυτό και η ολοκληρωτική εφαρμογή της αρχής της σειράς αναγκαστικά συνεπέφερε την ίδια της την άρση: η σειρά ως συνέχουσα μορφή διαλύθηκε και η υπαγωγή της ηχητικής γλώσσας σε κανονιστικές αρχές απεμπολήθηκε. Η σειρά φαινόταν ανελαστική, επειδή πραγματοποιούσε μονάχα ορισμένο και πεπερασμένο πλήθος συνδυασμών, οι όποιοι ήσαν δεδομένοι με βάση υπάρχουσες συγγένειες, ενώ απέκλειε όλους  τούς άλλους· γι’ αυτό κατατμήθηκε σε μέρη ή σε οριοθετημένα πεδία, πού μπορούσαν να παιχθούν σε τάξη αλλιώτικη κάθε φορά, έτσι ώστε από εδώ προέκυψε ένα σύνολο τόνων ικανών να συνδυασθούν ελεύθερα μεταξύ τους, ενώ εξέλειψε ό ορισμός των δομικών σχέσεων με βάση πάγια κριτήρια. Η δόμηση των μερών έγινε σημαντικότερη από τη δόμηση του συνόλου και η συνέχεια καταστράφηκε, καθώς η γραμμική διάρθρωση του μου­σικού υλικού αντικαταστάθηκε από τη διάρθρωση του κατά σημεία.

Έτσι η εκάστοτε μορφή δεν εγείρει την αξίωση να είναι συνεκτική η αποκλειστική, δεν θέλει να είναι τίποτε άλλο παρά ένας συνδυασμός ανάμεσα σε πολλούς δυνατούς. Την ποικιλία των δυνατών μορφών και επιλογών τη θυμίζει συνεχώς ο ανοιχτός και ασταθής χαρακτήρας της μορφής εκείνης, την όποια αποφάσισε να επιλέξει ό συνθέτης, χωρίς ωστόσο να μπορεί ή να θέλει να θεμελιώσει αυτήν του την απόφαση με πειθαναγκαστικά επιχειρήματα.

Ακόμα και οι μέγιστες αποστάσεις οσον άφορα στον βαθμό συγγένειας των τόνων ή των ήχων α­γνοούνται τώρα, και μάλιστα αποφεύγονται εσκεμμένα oι συνάφειες ανάμεσα στα διάφορα μέρη και στοιχεία. Δεν υπάρχει επανάληψη, παραλλαγή, ανάπτυξη και αντιδιαστολή, γιατί όλα αυτά προϋπέθεταν ορισμένα μοτίβα και θέματα. ‘Εφ όσον παραμερίζονται ριζικά οι αρ­μονικοί δεσμοί, απομένει μονάχα μια ποσότητα ήχων, το μουσικό αποτέλεσμα των οποίων δεν πηγάζει από τις μεταξύ τους σχέσεις, παρά από το ότι δημιουργούν στο αυτί την εντύπωση της έντασης, της χαλάρωσης ή του συγκεκομμένου ρυθμού. ‘Εδώ ενδιαφέρει μονάχα η μεμονωμένη λεπτομέρεια και η μεμονωμένη μουσική στιγμή, χωρίς συνάρτηση με τα προηγούμενα και με τα επόμενα. Έτσι ό τόνος ή ο ήχος και η σιγή γίνονται ισότιμα μουσικά συμβάντα, η παύση εντάσσεται στο μουσικό κομμάτι ως ενεργό μέρος της σύνθεσης και εγκα­ταλείπεται η παραδοσιακή τυποποίηση των διαστημάτων, καθώς τα διαστήματα παραλλάσσονται ανάλογα με την εκάστοτε σύνδεση και διάταξη των ηχητικών φαινομένων.  Η κατάτμηση σε άτομα οδηγεί­ται στο έπακρο με την αναζήτηση έσχατων στοιχείων η αμιγών δονήσεων, η ανάμιξη των όποιων συγκροτεί τον εκάστοτε ήχο η θόρυβο. Βέβαια, μερικές φορές γίνεται η προσπάθεια να εισαχθεί τάξη και δομή στο αυθαίρετα συμπαρατεθειμένο υλικό, οπότε χρησιμοποιείται ο ηλεκτρονικός υπολογιστής η στατιστικές-μαθηματικές μέθοδοι. Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα σε αυτόματο και τυχαίο προϊόν αναγκαστικά παραμένει ελάχιστη σε μια τέτοια μορφή οργάνωσης του υλικού, εφ’ όσον μάλιστα δεν ενδιαφέρει το ηχητικό αποτέλεσμα και ό ρυθμός δεν εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο παρά αποτελεί μιαν άχρονη στατιστική σχέση, η όποια θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί και διαφορετικά.

Η μεταμοντέρνα μουσική παραμερίζει την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο καθώς και την έννοια του μουσικού είδους. Είδος ως γενική μορφή δεν μπορεί να υπάρξει όταν η μορφή καθ’ αυτήν είναι σχετική, όταν δηλαδή το κάθε έργο οφείλει να πα­ραγάγει τη δική του μοναδική μορφή. Καθώς καταρρέουν οι πάγιες μορφές, στο προσκήνιο έρχεται η διαδικασία της δημιουργίας που τώρα φαίνεται σημαντικότερη από το τελικό αποτέλεσμα το τελικό αποτέλεσμα κατανοείται και αποτιμάται με βάση τη διαδικασία της δημιουργίας, και μάλιστα επιχειρείται η συγχώνευση της διαδικασίας με το αποτέλεσμα. Στο Action Painting αντιστοιχεί το πειραματικό εγχείρημα της μεταμοντέρνας μουσικής, ήτοι ένα εγχείρημα με απρό­βλεπτο αποτέλεσμα. Οι ήχοι οφείλουν εδώ να εκδιπλώσουν τη γλώσσα τους οιονεί μονάχοι τους, η σύνθεση επομένως επιτελείται με τυχαίες πράξεις, στις όποιες κρυσταλλώνεται η εκάστοτε εσωτερική κατάσταση του δημιουργικού καλλιτέχνη. Είναι επίσης δυνατόν να μην έχουν προσδιορισθεί οι λεπτομέρειες της εκτέλεσης του κομματιού, οπότε ο ερμηνευτής καθορίζει τη σειρά των τμημάτων του η και τη δομή των λεπτομερειών τέλος, η διάρθρωση του μουσικού συνόλου μπορεί και να επαφίεται στον ακροατή. Επιπλέον, μερικές φορές εντάσσονται στο έργο τα τεχνικά συμπαρομαρτούντα της γένεσης και της εκτέλεσης του, π.χ. οι χαρακτηριστικοί ήχοι της προετοιμασίας της ορχήστρας αμέσως πριν από την έναρξη της συναυλίας. Εν πάση περιπτώσει, αποφασιστική παραμένει η διαδικασία της μουσικής πρά­ξης, όχι το έτοιμο έργο, θέμα της μουσικής γίνεται η ίδια η μουσική ως συγκεκριμένη πράξη επιχειρούμενη από συγκεκριμένους ανθρώπους μέσα σε συγκεκριμένες περιστάσεις.  Η σύνθεση γίνεται για να παρατηρηθεί τι συμβαίνει όταν γίνεται μια σύνθεση. Η μουσική αποζεί από τη μουσική ή από τη συγκεκριμένη μουσική πράξη, και από την άποψη αυτή συμπεριφέρεται όμοια με τη μεταμοντέρνα λογοτε­χνία, της οποίας το μέγα θέμα είναι το ίδιο το γράψιμο. Είναι πρόδηλο εν τούτοις ότι η αυτοαναφορικότητά της τέχνης και η αυταρέσκεια ή η ομφαλοσκοπία του καλλιτέχνη αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

*To κείμενο είναι απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Π. Κονδύλη Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Κείμενα του Π.Κ. μπορείτε επίσης να βρείτε εδώ και βέβαια στο ομώνυμο προσεγμένο ιστολόγιο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: