Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Ο ελληνικός «ιστορικός συμβιβασμός» (η κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη) III


Ο ελληνικός «ιστορικός συμβιβασμός» (η κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη) ΙΙΙ

Του Βασίλη Φούσκα

Μπορείτε ακόμη να διαβάσετε το πρώτο και το δεύτερο μέρος.

Αναδημοσίευση*

"Η απάντηση είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έπεσε από τον ουρανό, δεν "δια λύεται" από τη μία μέρα στην άλλη (κρυφή ή και ανοιχτή επιθυμία πολλών στελεχών του ΣΥΝ τότε), ακριβώς επειδή έχει ιστορική, κοινωνική και πολιτική θέση μέσα στην ελληνική κοινωνία: αυτήν του κέντρου(1). Προσαρμοσμένο ακριβώς στην ελληνική κοινωνία/ και τις αντιφάσεις της, θα ενσαρκώσει σοσιαλδημοκρατία και λαϊκισμό: τούτη η τελευταία πολιτική μορφή θα είναι η κυρίαρχη, επειδή είναι κυρίαρχη η ανορθολογικότητα, η στρέβλωση και η υπανάπτυξη της ζεύξης κράτους/κοινωνίας."Β.Φ.

Η πολιτική και κοινωνική ιστορία της ελληνικής κομμουνιστι­κής αριστεράς, οι συγκεκριμένες ιδιόμορφες συνθήκες της ελληνι­κής κοινωνίας στο σύνολο τους κάθε άλλο παρά συνέδραμαν προς μία πετυχημένη για την αριστερά -ταχτική, έστω- εφαρμογή του ιστορικού συμβιβασμού. Αδύνατο να υπάρξει συμβολαιακή θέσμιση της πολιτικής -γιατί αυτή είναι η σπουδαιότερη προϋπόθεση πάνω στην οποία βασίζεται ένας συμβιβασμός οποιασδήποτε μορ­φής- αν εκ των προτέρων δεν υπάρχει συμβολαιακή θέσμιση του κοινωνικού, δηλαδή μία ορθολογική, αναπτυγμένη πολιτιστικά, οικονομικά και ιδεολογικά κοινωνία των ιδιωτών. Και αυτό δεν υπήρ­ξε ποτέ στην Ελλάδα. Ούτε και το καλοκαίρι του 1989. Συνεπώς η θέση μας είναι ότι η πολιτική γραμμή του Συνασπισμού της Αρι­στεράς (στο εξής: ΣΥΝ) ήταν μία λαθεμένη και ανεδαφική πολιτι­κή γραμμή, διότι η λεγόμενη «κάθαρση» δεν συγκροτούσε ικανή και αναγκαία συνθήκη για ένα τακτικό έστω πείραμα συμβιβασμού με τη Δεξιά και για μία κάθετη ρήξη με το ΠΑΣΟΚ.

α. Όταν ο Ε. Berlinguer ανήγγειλε τη γραμμή του ιστορικού συμ­βιβασμού, το PCI άγγιξε 30% των συναινέσεων και το PSI μόλις που ξεπερνούσε το 9%. Στην Ελλάδα τα ποσοστά ήταν αντίστρο­φα. Περίπου 39% για το ΠΑΣΟΚ και 13% για το ΣΥΝ. Ποια η ερμηνεία αυτών των ποσοστών και γιατί το ΠΑΣΟΚ συγκράτησε τις δυνάμεις του μέσα σε μία τόσο δύσκολη γι’ αυτό συγκυρία; Η απάντηση είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έπεσε από τον ουρανό, δεν «δια­λύεται» από τη μία μέρα στην άλλη (κρυφή ή και ανοιχτή επιθυμία πολλών στελεχών του ΣΥΝ τότε), ακριβώς επειδή έχει ιστορική, κοινωνική και πολιτική θέση μέσα στην ελληνική κοινωνία: αυτήν του κέντρου(1). Προσαρμοσμένο ακριβώς στην ελληνική κοινωνία/ και τις αντιφάσεις της, θα ενσαρκώσει σοσιαλδημοκρατία και λαϊκισμό: τούτη η τελευταία πολιτική μορφή θα είναι η κυρίαρχη, επειδή είναι κυρίαρχη η ανορθολογικότητα, η στρέβλωση και η υπανάπτυξη της ζεύξης κράτους/κοινωνίας.

β. Στόχος του Ε. Berlinguer ήταν οι ριζοσπαστικές πτέρυγες του καθολικισμού, οι λαϊκοί, που, όπως γνωρίζουμε από την ευρωπαϊ­κή ιστορία, αποτέλεσαν ένα τεράστιο κίνημα διεκδίκησης δημο­κρατικών και πανανθρώπινων δικαιωμάτων.

Το ερώτημα είναι: ο ΣΥΝ ποιο παρόμοιο στόχο είχε ή υπάρχει «αριστερή» πτέρυγα μέσα στη σύγχρονη ελληνική δεξιά; Αν ναι, πρώτον πώς την εννοούμε και δεύτερον ποια κοινωνική και ιδεολογική θέση είχε ο ΣΥΝ μέσα στις μάζες, ώστε να υποσκελίσει, τη συντηρητική/λαϊκιστική πτέρυ­γα της δεξιάς σε μία προοπτική που επίσης έπρεπε να οριστεί.

"Υπονοούμε ότι ο ΣΥΝ δεν άσκησε ούτε μία λαϊκιστική πολιτική "κραξιανού τύπου" και "αδειάσματος" του διπολισμού ωθώντας τον σε μία ανοιχτή συμμαχία προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα, γεγονός που θα δυνάμωνε το λαϊκό του έρεισμα. Δεν άσκησε όμως ούτε και μία σοσιαλδημοκρατική πολιτική με προσανατολισμό την ανάπτυξη και τον εξευρωπαϊσμό της χώρας. Εδώ, βέβαια, προβάλ λεται το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, εφόσον η κυβέρ νηση Τζ. Τζαννετάκη ήταν ένας καθαρά τακτικός/συγκυριακός συμβιβασμός για την επίλυση του προβλήματος των σκανδάλων. Οικονομικό πρόγραμμα προς εφαρμογή αυτο-αποκλείονταν από τις ίδιες τις προγραμματικές διακηρύξεις της κυβέρνησης." Β.Φ.

To PCI εργαζόταν δημόσια και με διαφάνεια, πρότεινε τους στόχους του ιστορικού συμβιβασμού από τον Οκτώβριο του 1973 και για τρία συνεχή χρόνια, ώσπου ν’ αγκαλιάσει τις μάζες και να φτάσει όλος ο οργανισμός σύσσωμος και πιο δυναμωμένος στο κατώφλι της εξουσίας. Στην Ελλάδα τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να γίνει. Όχι μόνο εξαιτίας της απουσίας χρόνου και προετοιμασίας, αυτό είναι το τελευταίο, αλλά εξαιτίας της ίδιας της δομής της ελληνικής κοινωνίας, της ίδιας της πολιτικής και κοι­νωνικής ιστορίας της κομμουνιστογενούς αριστεράς:

προδοσία του ελληνικού αντάρτικου στα συμφέροντα των δύο υπερδυνάμεων (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ), η γενικότερη στάση του ΚΚΕ και η ταύτιση του με τα σταλινικά καθεστώτα την περίοδο του «ψυχρού πολέμου», η έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας, η περιφρόνηση έως και ατίμωση των οργανικών διανοουμένων, η απουσία μιας συγκεκριμέ­νης ανάλυσης της ελληνική κοινωνίας και οικονομίας σε συνάρτη­ση με τη διεθνή οικονομία και τους συσχετισμούς δυνάμεων(2).

Ετίθετο το ζήτημα της παραγραφής των αδικημάτων, δηλαδή των σκανδάλων που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ (αποκορύφωση το σκάν­δαλο του Κοσκωτά). Δεν έχει νόημα εδώ να καταγράψουμε όλα αυτά τα σκάνδαλα, εκείνο που ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι υπήρχε νομική λύση του ζητήματος που διευκόλυνε πολιτικά το ΣΥΝ, έτσι ώστε να μη χρεωθεί ούτε μία κυβέρνηση συνεργασίας με την «υπόλογη» τότε ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αλλά ούτε και με τη Δεξιά».(3)

Τέλος, αν ήταν ο λαϊκιστής Β. Craxi στην ηγεσία του ΣΥΝ, ίσως να ακολουθούσε την εξής γραμμή: «Ενώ είναι καθαρό» έγραφε τότε ο νεαρός γραμματέας του PSI και σήμερα υπόλογος για σειρά από σκάνδαλα «ότι το PCI είναι απαραίτητο για τη σοσιαλιστική στρατηγική της alternative, δεν είναι τόσο καθαρό από άποψη αριθ­μών ότι ένα σοσιαλιστικό κόμμα του 10% είναι απαραίτητο σ’ ένα συνασπισμό κομμoυνιστών-χριστιανοδημοκρατών, που ήδη από μόνος του θα αντιπροσώπευε το 72% του ιταλικού εκλογικού σώματος».(4)

Υπονοούμε ότι ο ΣΥΝ δεν άσκησε ούτε μία λαϊκιστική πολιτική «κραξιανού τύπου» και «αδειάσματος» του διπολισμού ωθώντας τον σε μία ανοιχτή συμμαχία προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα, γεγονός που θα δυνάμωνε το λαϊκό του έρεισμα. Δεν άσκησε όμως ούτε και μία σοσιαλδημοκρατική πολιτική με προσανατολισμό την ανάπτυξη και τον εξευρωπαϊσμό της χώρας. Εδώ, βέβαια, προβάλ­λεται το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, εφόσον η κυβέρ­νηση Τζ. Τζαννετάκη ήταν ένας καθαρά τακτικός/συγκυριακός συμβιβασμός για την επίλυση του προβλήματος των σκανδάλων. Οικονομικό πρόγραμμα προς εφαρμογή αυτοαποκλείονταν από τις ίδιες τις προγραμματικές διακηρύξεις της κυβέρνησης. Εδώ δεν υπάρχει καμία ένσταση, ακριβώς το ίδιο υποστηρίζουμε κι εμείς: πως ο ΣΥΝ δεν είχε ούτε λαϊκιστική ούτε σοσιαλδημοκρατική πο­λιτική στρατηγική, ώστε σ’ αυτή την τελευταία να υπάρχει σύνδεση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και αναπτυξιακής οικονομικής δια­δικασίας, προσπάθειες διεύρυνσης της πολιτικής δημοκρατίας σε συνδυασμό με προσπάθειες ορθολογικής ανάπτυξης των κοινωνι­κών παραγωγικών δυνάμεων και του κράτους(5). Επιπλέον -και τούτο είναι σημαντικό- ο ΣΥΝ περιόρισε στο έπακρο την ανηπολίτευσή του απέναντι στη Δεξιά από θέσεις κυβέρνησης, γεγονός που έδινε το καλύτερο άλλοθι στο ΠΑΣΟΚ για να παρουσιάσει αυτό τον «ιστορικό συμβιβασμό» στις μάζες ως ένα συμβιβασμό Αριστεράς και Δεξιάς για να δικάσουν και να διαλύσουν μόνο το ΠΑΣΟΚ και τίποτε άλλο. Μ’ αυτή την έννοια, ο χαρακτηρισμός αυτής της κυ­βέρνησης από τον Α. Παπανδρέου ως «κυβέρνηση ακυβερνησίας» δεν είναι καθόλου λαθεμένος στην πολιτική του ουσία.

"Δηλαδή, για να βρεθεί το εκλογικό μέτρο στην πρώτη κατανομή, διαιρείται το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων της εκλογικής περιφέρειας με τον αριθμό των εδρών της περιφέρειας συν μια μονάδα. Ο νόμος αυτός, αν και ο πιο αναλογικός μέχρι τότε στην πολιτική ιστορία, στην ουσία λειτούργη σε ως παραχάραξη της απλής αναλογικής και ώθησε στη μετεκλογική συγκυ ρία του Ιουνίου του 1989 σε μια κυβερνητική συνεργασία ΝΔ-ΣΥΝ. Σημειω τέον ότι ο εκλογικός αυτός νόμος επανέφερε το σταυρό προτίμησης αναθερ μαίνοντας έτσι πλευρές του συστήματος της πολιτικής πελατείας."Β.Φ.

Η κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη -στο σχηματισμό της οποίας όχι αμελητέο ρόλο διαδραμάτισε ο εμπνευσμένος εκλογικός νόμος με την περίφημη ρήτρα του «συν 1» (6) περιορίστηκε στην παραπομπή των υπεύθυνων για τα σκάνδαλα, στην προώθηση κάποιων θεσμι­κών μέτρων αμφίβολης πρακτικής σημασίας και διαχρονικής ισχύος, όπως οι νόμοι για το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο, η άρση των συνεπειών του εμφυλίου, η κατάργηση των δικαστικών κωδίκων και του τραπεζικού απόρρητου, ενώ θεσπίστηκε και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος στις κρατικές προμήθειες. Τούτη η θεσμική ταυτοποίη · ση ΝΔ και ΣΥΝ κορυφώνεται προς το τέλος, όταν το ΠΑΣΟΚ προ­χωρεί με διορατικότητα στην τακτική κίνηση της πρότασης για την ψήφιση της απλής και άδολης αναλογικής από το κοινοβούλιο. Ο ΣΥΝ, με βασικό επιχείρημα ότι «οι θεσμοί εκδικούνται» (Λ. Κύρ­κος), απορρίπτει την πρόταση, δεν προχωρεί σε κοινοβουλευτική συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ και έτσι εκτίθεται ανεπανόρθωτα στους ίδιους του τους ψηφοφόρους. Με δυο λόγια -και προσμετρώντας τη στάση του ΣΥΝ στις δικαστικές παραπομπές της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και του ίδιου του Α. Παπανδρέου, καθώς και τη δολοφο­νία του Π. Μπακογιάννη- καταλήγουμε στη θέση ότι στην Ελλάδα γνωρίσαμε μία αντεστραμμένη μορφή του ιταλικού ιστορικού συμ­βιβασμού από κάθε άποψη.

"Με δυο λόγια -και προσμετρώντας τη στάση του ΣΥΝ στις δικαστικές παραπομπές της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και του ίδιου του Α. Παπανδρέου, καθώς και τη δολοφονία του Π. Μπακογιάννη- καταλήγουμε στη θέση ότι στην Ελλάδα γνωρίσαμε μία αντεστραμμένη μορφή του ιταλικού ιστορικού συμ βιβασμού από κάθε άποψη."Β.Φ.

Τέλος, η κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη δείχνει και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό. Δείχνει την αδυναμία αυτόνομης εμπέδωσης στην ελ­ληνική πολιτική σκηνή ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος κατά τα δυτικοευρωπαϊκώ πρότυπα. Τούτη η σοσιαλδημοκρατία, ως εκσυγχρονιστική πρόταση με απήχηση στο κοινωνικό σώμα, εξα­κολουθεί να είναι άγνωστη, με όποιον τρόπο και αν τέμνει το ΠΑ­ΣΟΚ, την κομμσυνιστσγενή αριστερά, και το δεξιό κόμμα. Ο τύπος σοσιαλδημοκρατικοποίησης του ΣΥΝ (εντελώς «ερασιτεχνικός «) και ο τύπος σύναψης αυτού του τακτικού συμβολαίου με τη Δεξιά δεν δείχνουν μόνο μία αναγκαία «τιμωρία» της Αριστεράς, απόρ­ροια της μη-συμβολαιακής θέσμισης του πολιτικού παιγνίου σιην Ελλάδα. Αλλά δείχνουν ακόμα και το δύσκολο δρόμο που έχει να διανύσει μία σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική πολιτική πρόταση σε αυτή τη χώρα, η οποία έχει τώρα ν’ αντιμετωπίσει επιπλέον και την κρίση του κοινωνικού κράτους, απόρροια της διεθνοποίησης των κοινωνικών οικονομιών. Βέβαια, οι βασικοί «αντίπαλοι» είναι οι γνωστοί, οι «κλασικοί αντίπαλοι»: διότι πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός παραμένουν ακόμα οι κύριες πολιτικο-στρατηγικές συνιστώσες για την άρθρωσή των ατομικών και συλλογικών ταξικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Και αυτοί οι «αντίπαλοι» δεν αφορούν μόνο τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και το λεγόμενο «νεοφιλελευθερισμό». Και τα δύο ρεύματα, σε τελική ανάλυση, τάσσονται ρητά υπέρ του αστικού εκσυγχρονισμού που προάγει η σύγχρονη φάση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

Σημειώσεις και παραπομπές

*Οι σημειώσεις και οι παραπομπές είναι του ίδιου του συγγραφέα, άλλαξα απλώς την αρίθμηση. Το κείμενο υπάρχει στο βιβλίο του κ. Βασίλη Φούσκα  Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός, Η εκπνοή της Γ΄Ελληνικής δημοκρατίας 1974-1994, εκδόσεις Ιδεοκίνηση, Αθήνα 1995, σελ. 287 έως 292.

(1) Ο Α. Παπανδρέου μετά τις εκλογές της 19-6-1989 θα δηλώσει πως το 39% του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ήττα, διότι αυτό είναι το ελάχιστο ποσοστό που ανήκει στο ΠΑΣΟΚ. Βλ. τη συνέντευξη στον I. Κ. Πρεντετέρη, Το Βήμα, ό.π., σ. 4.

(2) Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Ρήξη ή ενσωμάτωση;, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, ειδ. σ. 177-195, 295 κ,επ. και την κριτική στο βιβλίο του Ε, Μπιτσάκη, Β. Κ. Φούσκας, «Σημείωμα…», ό.π.

(3) Γ. Α. Μαγκάκης, «Η παραγραφή των σκανδάλων: Ενα έγκλημα απα­ράγραπτο», Το Βήμα της Κυριακής, 25-6-1989, σ. 10 και Δ. Δ. Σπινέλλης, «Ανα­στέλλεται η παραγραφή; Ερμηνευτικά προβλήματα του νόμου περί ευθύνης υπουργών», Το Βήμα, 30-7-1989, σ. 13.

(4). Αναφέρεται από το Ν. Bobbio, «Compromesso…», ό.π., σ. 34

(5) Επίσης η κυβέρνηση Η. Ζολώτα έδειξε την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας να λειτουργήσουν σ’ ένα συναινετικό/συμβιβαστικό πλαί­σιο (βλ. Γ. Μαυρογορδάτος, «Κοινωνικές προϋποθέσεις των συμμαχικών κυ­βερνήσεων», Εκλογές και κόμματα…, ό.π., σ. 121-125) και απέδειξε την ανι­κανότητα της κομμουνιστογενoύς Αριστεράς να λειτουργήσει αυτόνομα μέσα σ’ ένα κυβερνητικό συνασπισμό. Όπως δεν είχε αυτόνομη πολιτική στρατηγι­κή ως αντιπολιτευτική δύναμη, δεν είχε και ως κυβερνητική δύναμη. Για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα βλ. Γ. Μαρίνος, «Ποια μέτρα; Αυτά είναι μάταιες θυσίες!» και Α. Πεπελάσης, «Αυτά δεν είναι μέτρα, είναι ένα… «άλλοθι»!», Το Βήμα, 10-11-1989, σ. 40-41.

(6) Δηλαδή, για να βρεθεί το εκλογικό μέτρο στην πρώτη κατανομή, διαι­ρείται το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων της εκλογικής περιφέρειας με τον αριθμό των εδρών της περιφέρειας συν μια μονάδα. Ο νόμος αυτός, αν και ο πιο αναλογικός μέχρι τότε στην πολιτική ιστορία, στην ουσία λειτούργη­σε ως παραχάραξη της απλής αναλογικής και ώθησε στη μετεκλογική συγκυ­ρία του Ιουνίου του 1989 σε μια κυβερνητική συνεργασία ΝΔ-ΣΥΝ. Σημειω­τέον ότι ο εκλογικός αυτός νόμος επανέφερε το σταυρό προτίμησης αναθερ­μαίνοντας έτσι πλευρές του συστήματος της πολιτικής πελατείας.

Advertisements

One response to “Ο ελληνικός «ιστορικός συμβιβασμός» (η κυβέρνηση Τζ. Τζαννετάκη) III

  1. Pingback: O ιστορικός συμβιβασμός του Ε. Berlinguer και η συγκυβέρνηση Κ.Κ.Ε -ΝΔ (I) | Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: