Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Οι δηµογραφικές εξελίξεις στη νεώτερη Ελλάδα (1830-2007)


Οι δηµογραφικές εξελίξεις στη νεώτερη Ελλάδα (1830-2007)

Γράφει ο Χατζηπετρής

Στο σημερινό σημείωμα θα ασχοληθώ με τη δημογραφική εξέλιξη της Ελλάδας από το 1830 έως και το 2007. Αφορμή και κύρια πηγή για το παρόν στάθηκε η σχετική έρευνα του κ. Β. Κοτζαμάνη και της κ. Ε. Ανδρουλάκη από το πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

1830-1947: ο πληθυσμός αυξάνεται

H χώρα μόλις το  1947, με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων, σταθεροποιεί τα γεωγραφικά της σύνορα. Σε όλο το διάστημα 1830-1947  η Ελλάδα μεγεθύνεται και ενσωματώνονται συνεχώς στα εδαφη της πληθυσμοί και περιοχές. Μετά την ήττα του 1922 στη Μικρασία και όσα ακολούθησαν σημαντικά  τμήματα του ελληνισμού, ως πρόσφυγες κυρίως,  εντάσσονται στο ελληνικό κράτος. Παρόλα αυτά η Ελλάδα, μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο παραμένει μια σχετικά μικρή χώρα με μόλις 7,5 εκατομμύρια κατοίκους και έκταση 132.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.  Για να έχουμε μια εικόνα της μεταβολής που συντελέστηκε, να σημειώσουμε ότι το πρώτο ελληνικό κράτος, στα 1928 είχε  753 χιλιάδες ανθρώπους και έκταση 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα(Πελοπόννησος Στερεά, Κυκλάδες). Οι επόμενες δημογραφικές ενισχύσεις θα έρθουν με τη ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων(1864) και της Θεσσαλίας(1881) και ο πληθυσμός θα ξεπεράσει   για πρώτη φορά τα 2 εκατομμύρια. Η χώρα βρίσκεται  σημαντικά ενισχυμένη εδαφικά και δημογραφικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους,  διπλασιάζει περίπου την έκτασή  της (121.000 τετρ. χιλιόμετρα) και  υπερδιπλασιάζει τον πληθυσμό τns (4,775 εκ.κάτοικοι). Το 1928 Η Ελλάδα έχει πλέον 6,2 εκ.κατοίκους, ενώ σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο της ζουν κατά μέσο όρο περίπου 45 κάτοικοι(1).

Στα 1940  ο πληθυσμός ανέρχεται πλέον σε 7,34 εκατομμύρια, ενώ οι απώλειες του πολέμου που θα ακολουθήσει θα υπερκαλυφθούν με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων. Στο εξής οι όποιες μεταβολές στο μέγεθος του πληθυσμού οφείλονται αποκλειστικά στην διαφορά ανάμεσα στα φυσικά ισοζύγια (γεννήσεις-θάνατοι) και τα μεταναστευτικά ισοζύγια (έξοδοι- είσοδοι), καθώς οριστικοποιούνται, τα γεωγραφικά σύνορα. Ενδεικτικά:

Η τερατογένεση

Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, έχει νομίζω σημασία να δούμε πώς κατανέμεται διαχρονικά ο πληθυσμός και με ποιό ρυθμό γίνονται οι αλλαγές. Αν κάνουμε  μια εμπειρική αντιπαράθεση της διασποράς του πληθυσμού με την κατανομή των παραγωγικών δραστηριοτήτων, διαπιστώνουμε ότι η πυκνότητα του δεν αυξάνεται στις περιοχές που είναι συγκεντρωμένη η παραγωγική δραστηριότητα, όπως θα ήταν ενδεχομένως αναμενόμενο. Θυμίζουμε ότι η Αθήνα ήταν μια μάλλον ασήμαντη  οικονομικά πόλη όταν έγινε πρωτεύουσα και βεβαίως διαχρονικά μέχρι σήμερα ουδέποτε συγκέντρωσε παραγωγική δραστηριότητα ανάλογη με τον πληθυσμό της. Για να μιλήσουμε με στοιχεία: στην περιοχή της Αττικής ( 3% της επιφάνειας της χώρας) έχει συγκεντρωθεί το 35% του πληθυσμού, ενώ το 1940 στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16%. Μιλάμε για  3,8 από τα 11 εκατομμύρια των κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 20001. Η εν λόγω τερατογένεση συνεχίζεται, δυστυχώς,  με κάποιους να οραματίζονται την Αττική των 7 εκατομμυρίων! Οι ίδιοι είναι που οργάνωσαν την Ολυμπιακή Τσιμεντιάδα και γέμισαν την Αττική με άχρηστες και ακριβοπληρωμένες εγκαταστάσεις.

Την ριζοσπαστική πρόταση για διοικητική μεταφορά της πρωτεύουσας π.χ. στη Αλεξανδρούπολη, τη βρίσκω απολύτως ρεαλιστική, εφαρμόσιμη  και επείγουσα. Ουτοπία και μάλιστα καταστροφική είναι να πιστεύεις ότι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν αξιοπρεπώς 7 εκατομμύρια άνθρωποι στην Αττική. Οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση για αποκέντρωση πρέπει να λύσει το ζήτημα του παρασιτικού γιγαντισμού της πρωτεύουσας, και δε βλέπω πως μπορεί να γίνει αυτό χωρίς ριζοσπαστικούς χωροταξικούς και ευρύτερους σχεδιασμούς.  Όπως φαίνεται και στον πίνακα μια χώρα παραδοσιακά αγροτική σαν την Ελλάδα έχει υψηλότατα ποσοστά πληθυσμού που ζει σε αστικό περιβάλλον, π.χ. το 1971 οι 53 στους 100 ανθρώπους  ζουν σε πόλεις, ενώ 100 χρόνια νωρίτερα οι 10 περίπου στους 100 ζούσαν σε περιβάλλον αστικό και οι 80 σε αγροτικό.

Ή μικρός παντρέψου…

Το 1985 οι γυναίκες παντρεύονταν κατά μέσο όρο στην ηλικία των 23, 32 ετών, λίγες δεκαετίες αργότερα, το 2007 η αντίστοιχη ηλικία είναι 28, 47 έτη. Αναλυτικότερα:

Στα 1879 ο μέσος άνδρας   άφηνε το μάταιο του τούτο κόσμο στην ηλικία των 36 ετών μόλις, έναν αιώνα αργότερα μπορούμε, στατιστικώς τουλάχιστον, να ελπίζουμε ότι θα πατήσουμε τα εβδομήντα και βάλε. Οι γυναίκες σταθερά ζουν λίγο περισσότερο:

Η χώρα, σύμφωνα και με τα συμπεράσματα της έρευνας, έχει να αντιμετωπίσει το επόμενο διάστημα:
Την εξαιρετικά άνιση γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού και όσα αυτή συνεπάγεται.
Τη γήρανση του πληθυσμού η οποία είναι φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και δύσκολα αναστρέφεται, στο βαθμό που οφείλεται στην αύξηση του μέσου όρου ζωής.

Χρειάζεται τέλος να διαχειριστεί τα  μεταναστευτικά ρεύματα, ζήτημα που γίνεται όλο και πιο περίπλοκο και ακανθώδες, καθώς η χώρα αποτελεί πύλη προς την Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Περισσότερα στοιχεία μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας/Εργαστήριο δημογραφικών και κοινωνικών αναλύσεων:

* Τα στατιστικά στοιχεία και τους πίνακες πήρα από την έρευνα Οι δηµογραφικές εξελίξεις στη νεώτερη Ελλάδα (1830-2007)Β. Κοτζαμάνη, Ε. Ανδρουλάκη/ Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Μπορείτε να την κατεβάσετε ολόκληρη σε μορφή pdf από εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: