Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Ο σαλπιγκτής έχει συνάγχην, πολλάς μυίας έχομεν το θέρος…


Του καθηγητή Χρίστου Τσολάκη

Αναδημοσίευση*

Α. Από τον αγώνα του λόγου

1. Το γλωσσικό ζήτημα και τα σχολικά αναγνωστικά

Φίλες και φίλοι,

το γλωσσικό μας σήμερα ριζώνει στο γλωσσικό μας χθες. Οι λόγι­οι των ελληνιστικών χρόνων, θαμπωμένοι από την ωριμότητα και ωραιότητα του αττικού λόγου, στράφηκαν προς τα εκεί και δεν καλλιέργησαν το δικό τους γλωσσικό θησαυρό. Γύρισαν στα περα­σμένα γλωσσικά σχήματα με αποτέλεσμα να απολέσουν το γλωσ­σικό τους εγώ και, κατά συνέπεια, να αλλοτριωθούν όχι μόνο γλωσσικά αλλά και πνευματικά. Τον ίδιο καιρό ο ελληνικός λαός διαμόρφωνε και βίωνε τη δική του γλωσσική πραγματικότητα, η οποία ολοένα και εξελισσόταν ακολουθώντας τους δικούς της νό­μους. Πρόκειται για τη γλώσσα της Αγίας Γραφής, τη ζωντανή λαλιά που μας έφερε τα δημοτικά τραγούδια, τα παραμύθια, τους μύθους, τους θρύλους, τις παραδόσεις και όλα τα άλλα λαϊκά αρι­στουργήματα. Δημιουργήθηκε έτσι μία τεχνητή διγλωσσία: από ε­δώ ο λογιοτατισμός, από εκεί ο δημοτικισμός.

 

"Χυδαιοφωνίες" ήταν, σύμφωνα με τους καθαρευουσιάνους, τα ..μπιζέλια, η πιπεριά, ο τζίτζικας,...

Ο λογιοτατισμός, ωστόσο, νίκησε τέσσερες λαμπρές νίκες: επι­κράτησε στον γραπτό λόγο, εξέτρεψε τη γλωσσική διδασκαλία από τη φυσική της κοίτη, επειδή επέβαλε τη μεθοδολογία με την οποία προσεγγίζουμε τις «νεκρές γλώσσες», παγιδεύοντας έτσι τη μεθο­δολογία με την οποία καλλιεργούμε τις ζωντανές πολέμησε κάθε γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποξένωσε το ελληνικό σχο­λείο, και το ελληνόπουλο, από τον γλωσσικό και τον πολιτιστικό θησαυρό του νέου ελληνισμού. Κάθε προσπάθεια για εκσυγχρονι­σμό έπεφτε στο κενό.

Κι όμως, το έθνος ζητούσε γλωσσική και γενικότερα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από τον 19ο αιώνα ακόμη: 1) Το 1870 ο Αντ. Φατσέας γράφει:

«Εις λεξίδια κενά νοήματος, εις το δέρμα της Αρχαίας Ελλάδος εθυσιάσθη η ελληνική εκπαίδευσις».

2) Το 1899 ο υπουργός της Παιδείας Αθ. Ευταξίας υποβάλλει στη Βουλή με­ταρρυθμιστικά νομοσχέδια. Γράφει στην εισήγηση του:

«Υπό το κρατούν εκπαιδευτικό σύστημα έχομεν να επιδείξωμεν υπέρμετρον παραγωγήν επιστημόνων ως επί το πολύ ημιμαθών».

3) Το 1904 οργανώνεται στην Αθήνα από τον Σύλλογο Ωφελίμων Βιβλίων (πρόεδρος ο Δ. Βικέλας) το πρώτο ελληνικό εκπαιδευτικό συνέδριο με αίτημα τη μεταρρύθμιση. Ο Χ. Κυριακάτος καταθέτει στο συνέ­δριο:

«Η υπερβολική τάσις προς την αρχαίαν είναι εμπόδιον εις τον φωτισμόν του Έθνους».

4) Το 1908 ο Α. Δελμούζος μάταια προ­σπαθεί να εισαγάγει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στο Παρθενα­γωγείο του Βόλου. Το σχολείο γρήγορα θα κλείσει και ο ίδιος θα συρθεί σε δικαστικές περιπέτειες. 5) Τα μεταρρυθμιστικά νομοσχέ­δια του Ιω. Τσιριμώκου (1913) θα προσκρούσουν «εις πολλαπλήν και ισχυράν αντίδρασιν» και θα μείνουν ανεκτέλεστα. Η ποιότητα της προσφερομένης παιδείας και η γλωσσική βαβυλώνια των παι­διών βρίσκονται πέρα από κάθε σχολιασμό.

Δεκαετίες έτσι γύριζε και άλεθε ο μύλος. Το 1917, όμως, η Κυ­βέρνηση της «Εθνικής Αμύνης», την οποία σχημάτισε ο Ελευθέ­ριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη, έδωσε πράσινο φως στον εκπαι­δευτικό δημοτικισμό: δημοσίευσε διάταγμα, με το οποίο η δημοτική γλώσσα εισαγόταν στο δημοτικό σχολείο ανέθεσε στο Δημήτριο Γληνό καθήκοντα γενικού γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας· διόρισε τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη ανώτερους επόπτες της δημοτικής εκπαίδευσης. Ανοιξε έτσι το δρό­μο προς την γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ήταν το όνειρο του εκπαιδευτικού Ομίλου από τη σύστασή του ακόμη (1910).

Καρπός της νέας προσπάθειας είναι τα νέα βιβλία· ανάμεσά τους ξεχωρίζουν Τα Ψηλά Βουνά και το Αλφαβητάρι με τον ήλιο. Τέ­τοια βιβλία-τρόπαια δεν κέρδισε από τότε καμιά ίσως άλλη ελληνι­κή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τη Συντακτική Επιτροπή την α­ποτελούν: ο Δημοσθένης Ανδρεάδης, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Μανόλης Τρια­νταφυλλίδης και ο Κωνσταντίνος Μαλέας. Πρώτη φορά στα εκ­παιδευτικά χρονικά της χώρας παιδαγωγοί, δάσκαλοι, λογοτέ­χνες, γλωσσολόγοι, καλλιτέχνες συνεργάζονται για τη συγγραφή διδακτικών/σχολικών βιβλίων. Ο Τριανταφυλλίδης τα φροντίζει γλωσσικά, ώστε να έχουν ενιαίο γλωσσικό τύπο, γραμματική ενό­τητα, ορθογραφικό σύστημα. Άρτια παιδαγωγικά, γλωσσικά, λο­γοτεχνικά γοητεύουν και σήμερα ακόμη. Αποφεύγουν το δογματι­σμό, τις διδακτικές τάσεις, τις ηθικολογίες, στοιχούν στη γύρω πραγματικότητα, ανταποκρίνονται στην πνευματική και την ψυχο­λογική ηλικία των παιδιών στα οποία απευθύνονται, έχουν παιδικό και φαιδρό, όπως είπε ο Τριανταφυλλίδης, περιεχόμενο, καθρεφτί­ζουν την ελληνική ψυχή και την ελληνική φύση, είναι γεμάτα κίνη­ση και δημιουργία. Τα παιδιά δεν είναι κινούμενα των μεγάλων, σκέπτονται, αποφασίζουν, δρουν, καθίστανται ελεύθερα και, γι’ αυ­τό, υπεύθυνα πρόσωπα.

«Τίποτε, γράφει η Συντακτική Επιτροπή  στο Πρακτικό της, δεν είναι τόσο ενδιαφέρον και δια μικρούς και δια μεγάλους όσον ο ζωντανός, ο δρων άνθρωπος». Με τα βιβλία αυτά η ελληνική εκπαίδευση ανακάλυψε το παιδί, για να το χάσει έκτοτε πολλές φορές και να το ξαναβρεί, ίσαμε σήμερα, όπου ακό­μη δεν έχει γίνει, φοβούμαι, συνείδηση των μεγάλων ότι αυτό είναι ο πρίγκιπας της ζωής και του σχολείου.

Μέσα από τη δράση θα προσφερθεί και η παιδεία: ανθρωπιστι­κή, ηθική, εθνική. Θα λείψουν τώρα τα ηχηρά «περί πατρίδος, θρησκείας και οικογενείας», μαζί με τις αδέξιες θρησκευτικές και πατριωτικές προπαγάνδες. Μπροστά στις αξίες η Συντακτική Επι­τροπή στέκεται με σύνεση. Γι’ αυτό και θα τις προσφέρει έμμεσα. Άλλωστε η έμμεση παιδαγωγική στηρίζει όλη της την εκπαιδευτι­κή πράξη. Να, λ.χ., πώς δίνεται μία θρησκευτική σκηνή:

• Ντιν, νταν! Ξημερώνει Χριστούγεννα! Η μητέρα ξύπνησε τα παιδιά. Τους έδωσε να βάλουν τα καλά τους ρούχα. Να και η γιαγιά, έβαλε το μεταξωτό φουστάνι και τη γούνα της. Σήμερα όλοι φορούν τα γιορτινά τους. «Ώρα να πάμε», είπε η μητέρα.

—«Πάμε να δούμε τον καλό μας το Χριστό, που γεννήθηκε από­ψε. Η Παναγιά τον κρατεί στα γόνατά της· και πάνω φέγγει ένα αστέρι…!».

(Από το Αλφαβητάρι με τον ήλιο)

Δεν πρόλαβε, όμως, κι αυτή η μεταρρύθμιση, φίλες και φίλοι, να ανοίξει τα πανιά της, και ναυάγησε στη μεταπολίτευση του 1920. Η κυβέρνηση που προήλθε από αυτήν επανέφερε την καθαρεύουσα στα σχολεία, εφαρμόζοντας τη βάρβαρη απόφαση της διαβόητης Επιτροπείας, την οποία η ίδια η κυβέρνηση είχε συγκροτήσει, για να κρίνει τα βιβλία της νέας προσπάθειας. Η Επιτροπεία, φυσικά, είδηση δεν πήρε, για να μεταχειριστώ την έκφραση του Τριαντα­φυλλίδη, από τον νέο τρόπο αγωγής. Γι’ αυτήν τα βιβλία έπρεπε «νά έκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων καί νά καώσι ώς εργα ψεύδους καί κακοβούλου προθέσεως».

Ποια όμως είναι τα βιβλία τα οποία επαναφέρει η Επιτροπεία στα σχολεία; Δε θα ήταν ίσως άστοχο να παραθέσουμε κάποια δείγματά τους. Και πρώτα μία θρησκευτική σκηνή. Ο Θεός δέρνει το Θάνατο, διότι δεν εξετέλεσε την εντολή του: τον έστειλε να πάρει την ψυχή ενός οικογενειάρχη. Ο Θάνατος όμως λυπήθηκε τα παιδιά του, που έκλαιγαν, και επέστρεψε άπρακτος.

• Τότε ο Πανάγαθος έκραξεν οργίλος

και ο θόλος έτρεμε τ’ ουρανού ο κοίλος…

«Τις εμού, ω κάθαρμα κάλλιον γνωρίζει,

ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζει;»

Κ’ εν ταυτώ το σκήπτρον του αίρ’ η δεξιά του,

δίδ’ εις το μετάφρενον μίαν του Θανάτου…

Και από τότε ο Θάνατος έμεινε κουφός.

Χαρείτε τώρα και «άλλας απαρχάς» των αναγνωστικών, στα ο­ποία ξανάφερνε την παιδεία μας η σοφή Επιτροπεία:

  1. Αι γλαύκες φωνάζουν κουκουνιάου, οι πέρδικες κακαβίζουσι και τιττυβίζουσι, ο σαλπιγκτής έχει συνάγχην. Το τίμιον παιδίον λέγει την αλήθειαν. Αι μυίαι έχουν εξ πόδας. Ευτύχει και ευδαιμόνει, κα­λέ μαθητά. Πολλάς μυίας έχομεν το θέρος. Συ μυίας μη συλλάβης. Ο καλός υιός ας διώξη τας μυίας από τον πατέρα, από την μητέρα, από τον πάππον, από την μάμμην. Μιας πάπιας τα κακά παπία…

 

Αλλά δεν είναι μόνο τα αλφαβητάρια και τα αναγνωστικά τα πριν από το 1917 που συνθλίβονται κάτω από τη μολυβένια σκιά του λογιοτατισμού. Δογματικά, με γλυκερούς τόνους και επίμονη ηθι­κολογία, με παιδιά μαριονέτες, που αν κάνουν και κάτι κακό το α­ναγνωρίζουν αμέσως, με γλώσσα διαποτισμένη από τον ολοκλη­ρωτισμό είναι και τα βιβλία τα μετά το 1920. Ένα τυχαίο δείγμα από τα βιβλία της μεταξικής δικτατορίας:(εικόνα 2)

 

.

 

 

 

 

.

 

Να και μερικά δείγματα από τα αναγνωστικά του 1954, με τα ά­ψυχα παιδιά, τα ευγενικά, τα υπάκουα. Γράφει ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο βιβλίο του Μελέτες και πάρεργα (σ. 270):

Το άψυχο παιδί, το ευγενικό, το υπάκουο… «Παντού ένας τόνος γλυκερός και επίμονη ηθικολογία με άμεσο η­θικό δίδαγμα, με παιδάκια μαριονέτες, καθαρά, φρόνιμα, με κα­λούς τρόπους, που αν κάνουν και κάτι κακό, το αναγνωρίζουν μόνα τους και βρίσκουν μάλιστα και το λόγο της κακής διαγωγής των». Παραδείγματα:

  1. Η φτωχή γειτόνισσα παραπονιέται στους γονείς του Αντωνάκη ότι της πλήγωσε με πέτρες μια πάπια. Ο πατέρας διαμαρτύρεται: «Λάθος θα εκάνατε. Αυτός ούτε πέτρες πετά ούτε πηγαίνει με κα­κά παιδιά. Είναι παιδί με καλή ανατροφή». Ο Αντωνάκης ομολο­γεί: «Είχα συναναστραφεί μ’ ένα κακό παιδί. Δε θα ξαναπηγαίνω μαζί του». Και ο πατέρας συμπεραίνει: «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την κακή συναστροφή. Είναι ικανή να σε καταστρέψη».
  2. Ένα κοριτσάκι με καλούς τρόπους, «Η Ασπασία δεν πηγαίνει ακόμη στο σχολείο, γιατί είναι μι­κρή… Προσέχει πάντοτε όταν μιλή με μεγαλύτερους να μεταχει­ρίζεται και τις λέξεις κύριος και κυρία. Καλημέρα σας, κύριε Νί­κο. Καλημέρα σας, κυρία Λουκία».

Μια μέρα η μητέρα της πήρε την Ασπασία μαζί της σε κάποια ε­πίσκεψη. Στο ξένο σπίτι η Ασπασία

«Τι προσεκτικές απαντήσεις που έδινε! Και με τι προσοχή επήρε το γλυκό, που της προσέφεραν. Δεν το έβαλε όλο μαζί λαίμαργα στο στόμα, αλλά το έκοβε λίγο λίγο με το κουταλάκι. Επήρε προσεκτικά το νερό από το δίσκο. Ούτε στάλα δεν έσταξε στα ρούχα».

Έτσι γύριζε αυτός ο μύλος και έτσι άλεθε. Αλλά στην ιστορία των εθνών έρχονται κάποιες στιγμές οριακές. Συγκλονίζονται τότε οι λαοί και συνέρχονται από τα σφάλματά τους ή θάβονται κάτω α­πό αυτά. Έτσι και σε μας: ύστερα από τη δικτατορία του 1967, συμφορά πρώτη, και την καταστροφή της Κύπρου, συμφορά δεύτε­ρη, η πολιτική μας ηγεσία σε όλο της το εύρος αίρεται στο ύψος των περιστάσεων: αρχίζει, το 1976, μία νέα μεταρρυθμιστική πε­ρίοδος. Η δημοτική γλώσσα εισάγεται σε όλες τις βαθμίδες της εκ­παίδευσης. Γράφονται τριάντα τουλάχιστον βιβλία γλωσσικής δι­δασκαλίας — τόσα είναι όλα μαζί τα βιβλία του δημοτικού, του γυμνασίου και του λυκείου που γράφτηκαν για τη διδασκαλία της γλώσσας από το 1976 έως το 1990. Και μάλιστα βιβλία που οδη­γούν δάσκαλο και μαθητή όχι στην κατανάλωση αλλά στην παρα­γωγή παιδείας και γλώσσας. Άλλωστε και η επιστημονική έρευνα — πρώτη φορά — διαπιστώνει ότι είναι τα ενδεδειγμένα. Η νέα τραγωδία, βέβαια, είναι ότι τα βιβλία αυτά τα πάγωσε η αβελτερία του Υπουργείου Παιδείας και η νέα γλωσσική μεταρρύθμιση έ­μεινε στα χαρτιά.

Όλα αυτά είναι αλήθεια. Όπως αλήθεια επίσης είναι πως δεν έ­χουμε πια τον χρόνο («Οί καιροί ου μενετοί») και την πολυτέλεια να διαπιστώνουμε άλλες τέτοιου είδους αλήθειες.

Οι σοφοί ακούν κιόλας τη μυστική βοή

των πλησιαζόντων γεγονότων

Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν

έξω ουδέν ακούουν οι λαοί.

Αυτήν την αλήθεια πότε θα τη μάθουμε;

* Το κείμενο βρήκα στο βιβλίο του Χρίστου Τσολάκη «τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», εκδόσεις νησίδες, τόμος β’ έκδοση 1999, σελ. 11 – 21. Κράτησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου, δεν κατάφερα ωστόσο να αποδώσω μερικές αρχαίες και άλλες λέξεις στο πολυτονικό, όπως τις έγραψε δηλαδή ο ίδιος ο κ.Τσολάκης στο βιβλίο του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: