Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Μικρό γλωσσάρι για το 1821*


Μικρό γλωσσάρι για το 1821*

A

αγάς, ο (τουρκ. aga): άρχοντας, προεστός, πλούσιος

αγιαλετέ, το (τουρκ. eyalet): διοικητικό τμήμα

αγιάννης, ο (αραβ. ayan): διοικητής, ηγεμόνας

αγιοκέρι, το: κερί της μέλισσας για τις εκκλησίες

αλά-μπέης, αλαή-μπέης, ο (τουρκ. alay bey): ταγματάρχης χωροφυλακής

αλατζάς, ο (τουρκ. alaca): χοντρό και ευτελές βαμβακερό πολύχρωμο ύφασμα

αλτινούκι, το (τουρκ. altin = χρυσός): είδος υφάσματος ανώτερης ποιότητας

αμπτέστι, το (τουρκ. aptest): καθαρμός του σώματος πριν από τη μουσουλμανική προσευχή

αποδεκάτωσις, η: είσπραξη του φόρου της δεκάτης, του δέκατου του εισοδήματος

αραμπάς, ο (τουρκ. araba): κάρο

αρμάδα, η (ίταλ. armata): στόλος πολεμικός

αρμαμέντο, το (μεσν. άπο το λατιν. armamentum): πολεμικό πλοίο

αρτιλλερία, η (ίταλ. artiglieria): πυροβολικό

αρτιλλιέρος, ο (ίταλ. artigliere): πυροβολητής

ασκέρι, το (τουρκ. asker): σώμα στρατού, τακτικού ή άτακτου

άσπρα, τα: τα χρήματα

ασταρικό, αστάρι, το (τουρκ. astar): φόδρα

B

βακούφι, το (τουρκ. vakif): ιδιοκτησία ιερού ιδρύματος

βαλής, ο (τουρκ. vali): γενικός διοικητής νομού

βαλιδέ, η (τουρκ. valide): μητέρα του σουλτάνου

βάλλα, η: σφαίρα

βεζύρης, ο (τουρκ. vezir): υπουργός

βεκίλης, ο (τουρκ. vekil): αντιπρόσωπος

βελή-ζαντέ, ο (τουρκ. veli zade): τοπάρχης, διοικητής νομού (βιλαετίου) με δικαι­ώματα φεουδαρχικής εξουσίας

βιλαέτι, το (άραβοτουρκ. vilayet): έπαρχία

βοεβόδας, ο (ρουμαν. voievod): ηγεμόνας (τίτλος ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολ­δαβίας)

βουληφόρος, ο (αρχαϊκ..): ο αποφαινόμενος περί τα κοινά, ο βουλευτής

βουτσί, το: βαρέλι

Γ

γάζα, η (περσ.): θησαυρός φυλαγμένος σε ταμείο γαζοφυλάκιο, το: θησαυροφυλάκιο

γαλόνι, το (ίταλ. galone): ταινία από ύφασμα χρώματος χρυσού, αργυρού η άσπρου

γκενεράλ, γκενεράλης, ο (λατ. generalis): αρμοστής της Βενετίας για τα ‘Ιόνια νησιά

γκιζί, το: είδος υφάσματος

γολέττα, γουλέττα, η (ιταλ. galeotta): μικρό ανιχνευτικό πλοίο με δύο ιστούς ελαφρώς κεκλιμένους προς την πρύμνη, αλλ. ημιολία

γρόσι, το (τουρκ. kuru§): τούρκικο νόμισμα

γόμα, η: κόμμι, καουτσούκ

Δ

δατζιέρος, ο (ίταλ. daziere): τελώνης, βοηθός ταμία, φορολόγος

δελίνιον, ντελίνι, το (γαλλ. de ligne): κατάφρακτο πολεμικό ιστιοφόρο της γραμμής, δίκροτο η τρίκροτο

δεσκερές, ντεσκερές, ο (τουρκ. tezkere): έγγραφη κοινοποίηση, απόδειξη πληρωμής

δεφτέρ κεχαγιάς, ο (τουρκ. defter kahya): αξιωματικός στην υπηρεσία του πασά,

ενώπιον του οποίου ανοίγονταν και σφραγίζονταν όλα τα κατάστιχα

διβάνι, το (τουρκ. divan): ανακτοβούλιο

δούγα, δόγα, η (ίταλ. doga): σανίδα βαρελιού

δουκάλε, το (ίταλ. ducale): χρυσό η άργυρο ευρωπαϊκό νόμισμα, αλλ. φλουρί

δουπλόνι, το: ευρωπαϊκό νόμισμα

Ε

εβιζιτάρω, βιζιτάρω (ίταλ. visitare): επισκέπτομαι

εμβαρκάρω, ιμπαρκάρω (ίταλ. imbarcare): επιβιβάζω

Ζ

ζαερές, ο (τουρκ. zahire): εφόδια, τρόφιμα

ζαμπίτης, ο (τουρκ. zabit): αξιωματικός, ο οποίος στα νησιά του Αιγαίου έκτε-

λούσε χρέη αστυνόμου ή έπιστατη

ζιαμέτι, το (τουρκ. zeamet): στρατιωτικό φέουδο

ζυμπερέκι, το (τουρκ. zemberek): κλείστρο πόρτας

Ι

ιλάμι, το (τουρκ. ilam): έγγραφο-αναφορά του Τούρκου δικαστή στον πασά, δικαστική απόφαση

ιλτιζάμι, το (τουρκ. iltizam): εκμίσθωση δημοσίων κτημάτων

ιμπεριάλικο, το (ίταλ. imperiale): είδος πλοίου

ιμντάτι, το (τουρκ. imdat): βοήθεια

ίντικο, το: πολύτιμη κυανή χρωστική ουσία, η οποία εξάγεται από το φυτό ινδι-

κοφόρος η βαφική

ιντσενιέρης, ίντζιενιέρης, ο (ιταλ ingegnere):μηχανικός

ιουλεμές,  : είδος υφάσματος ανώτερης ποιότητας

ιτζ αγάς, ο (τουρκ. ic aga): Τούρκος αξιωματικός

Κ

καβαλλαρία, η (ιταλ. cavalleria): ιππικό

καγκελλαρία, καντζελλαρία, η (ιταλ. cancelleria): δημόσιο γραφείο

καζάς, ο (τουρκ. kaza): διοικητική περιφέρεια

καζασκέρης, ο (τουρκ. kazasker): στρατοδίκης

κακουλές, ο: το φυτό καρδάμωμο

κάντιο, κάνδυο, το: χυμός καλαμοσάκχαρου

καβάσης, ο (αραβοτουρκ. kavas): σωματοφύλακας, φρουρός στην πύλη του πασά

καννάβι, το: ύλη κλωστική η οποία εξάγεται από το φυτό κάνναβη

καντάρι, το (τουρκ. kandar): στατήρας, τιμή

κατράνι, το (άραβοτουρκ. katran): πίσσα

καπάκι, το (τουρκ. kapak): συμφωνία, συμφιλίωση έχθρων

καπάρα, η (τουρκ. kaparo): προκαταβολη

καπετάν πασάς, ο (τουρκ. kaptan pasa): ο «καπουδάν πασάς», αρχηγός του τουρ κικού στόλου

κάσσα, η (ιταλ. cassa): ταμείο

καστόρι, το: φαρμακευτική ουσία η οποία παρασκευάζεται από τους αδένες του κάστορα

κατής, καδής, ο (τουρκ. kadi): ιεροδικαστής

καφτάνι, το (τουρκ. kaftan): τήβεννος

καψιμάλης, ο (τουρκ. kabzimal): μεταπράτης, εισπράκτορας

κεάτι, το: δημόσιο έγγραφο

κερμάτι, το: κόκκινη χρωστική ουσία, αλλ. κρεμέζι

κεφίλι, το (τουρκ. kefillik): εγγύηση

κεχαγιάμπεης, ο (τουρκ. kahya bey): αντιπρόσωπος του νομάρχη (βαλή)

κεχαγιάς, ο (τουρκ. kahya): οικονόμος, επιστάτης

κικίδι, κίκι, το: ρετσινόλαδο

κιλίμι, το (τουρκ. kilim): τάπητας

κίνα. η (ιταλ. chinina): είδος φαρμακευτικού ξύλου, αλλ. κινίνη

κλωνά, κλωνιά, η: νήμα για ράψιμο ορισμένου μήκους

κολονέλλος, ο (ιταλ. colonnello): συνταγματάρχης

κομαντάντε, κομανδάντε, ο (ιταλ. comandante): διοικητής

κομιτάτο, το (ιταλ. comitato): επιτροπή

κόνσολος, ο (ιταλ. console): πρόξενος

κόπια, η (ιταλ. copia): αντίγραφο

κορβέττα, η (ιταλ. corvetta): πολεμικό ή εμπορικό ιστιοφόρο πλοίο

κουαραντίνα, καραντίνα, η (ιταλ. quarantena): λοιμοκαθαρτήριο

κουδουμιές, ο: ετήσιος φόρος για τους πασάδες

κουρσούμι, το (τουρκ. kursun): μολύβι, σφαίρα

κρέδιτο, το (ιταλ. credito): πίστωση

κρεμέζι, το: βλ. κερμάτι

κρεμόριο, το: είδος φαρμάκου

Λ

λαμέτα, η: ύφασμα μεταλλίζον

λαχούρι, το: λεπτό μάλλινο ύφασμα που κατασκευάζεται στη Λαχώρη της Ινδίας

και χρησιμοποιείται για γυναικεία σάλια

λέτα, τα: υπόβαθρα πυροβόλου

λίμπρο, λήμπρο, το (ίταλ. libro): βιβλίο

Λιάπηδες, οι (αλβ. liap): μουσουλμανική αλβανική φυλή

λουλάκι, το (αραβ. lilak, leylak): κυανή χρωστική ύλη βγαλμένη από τη λουλακιά, η οποία χρωματίζει τα άσπρα ρούχα

Μ

μαγκάλι, το (αραβ. mangal): σκεύος μεταλλικό στο οποίο τοποθετούνται κάρβου­να για τη θέρμανση κλειστού χώρου, αλλ. πύραυνον

μακαράς, ο (τουρκ. makara): καρούλι τροχαλίας

μαλικιανέ ζααπης, ο (άραβοτουρκ. malikane zabit): ιδιοκτήτης, αγοραστής δεκάτης

μανιφατούρα, η (ίταλ. manifattura): χειροτεχνία

μαρτίγος, ο: ιστιοφόρο πλοίο

μελακτάρι, το (τουρκ. melaktar): λαβίδα

μενζίλι, το (άραβ. menzil): σταθμός, απόσταση, ταξίδι

μερχαμέτι, το (τουρκ. merhamet): ευσπλαχνία

μετλούκμπασης, ο (τουρκ. metluk basi): αξιωματικός της αστυνομίας

μετράλι, και μορτάρι, το (βενετ. mortalo): βλήμα, όλμος, βολίδα

μεχκεμές, ο (τουρκ. mahkeme): δικαστήριο

μιλιούνι, μιλλιούνι, το (ιταλ. milione): εκατομμύριο

μιρί, το (τουρκ. miri): δημόσιος φόρος γαίας

μίστικον, το (γαλλ. mistique): ιστιοφόρο πειρατικό πλοιάριο της Μεσογείου

μονόξυλον, το: πρωτόγονο σκάφος κατασκευασμένο απο κορμό δένδρου

μορά βαλεσής, ο (τουρκ. moravali§i): πασάς του Μωριά, τριών ιππουρίδων

μόρκος, ο: μενεξεδής

μόσχος, ο: αρωματώδης ουσία η οποία εξάγεται από τον αδένα ελαφοειδούς ζώου

μουαμπετχανιά, τα: είδος υφάσματος

μουσελίμης, ο (τουρκ. muselim): υποδιοικητής

μπακάμι, το (τουρκ. bakam): είδος βαφικού ξύλου, αιματόξυλο το καμπεχιανό, αλλ. κυανόξυλον

μπαλάσκα, παλάσκα, η (τουρκ. palaska): ζώνη για την ανάρτηση σπαθιού και φυ- φυσιγγιοθήκης

μπογάζι, το (τουρκ. bogaz): πορθμός, στενή διάβαση

μπουλούκι, το (τουρκ. boliik): μικρό στρατιωτικό ασύντακτο σώμα

μπουλούκμπασης, μπουλουκτζής, ο (τουρκ. boluk basi): αρχηγός λόχου

μπουκαμπελετζής, ο (τουρκ. mukabele): αξιωματικός στην υπηρεσία του πασά, ελεγκτής εγγράφων και λογαριασμών

μπουρλότο, το (βενετ. burloto): πυρπολικό πλοίο

μουκατάς, ο (τουρκ. mukataa): βακούφικος φόρος (βλ. λ. βακούφι)

μπολίμι, μπουλόνι, το: ζύμη για επικόλληση επιστολών, αζυμοσφραγίδα

μπουγιουρδί, μπουγιουρτισί, το (τουρκ. buyurmak): εντολή, διαταγή

μπουχασί, το (ενετ. buhasi): είδος χρωματιστού υφάσματος

μπράτσο, το (ιταλ. bracciatura): το μήκος του βραχίονα ως μέτρο μήκους

μπριγαντίνο, το (ιταλ. brigantino): μικρό πλοίο καταδρομών, κοινώς κουρσάρικο

μπρίκι, εμπρίκι, το (αγγλ. brick): πλοίο δικάταρτο

Ν

νααγεσλής, ο (τουρκ. nahiyeli): ο κάτοικος ενός δήμου

ναχαγιέ, ο (τουρκ. nahiye): δήμος

νησαστές, νισεστές, ο: αμυλάλευρο

νουζούλ-αβαρίζ (τουρκ. nuzul avariz): πρόσθετοι φόροι, επιβαλλόμενοι από το οθωμανικό κράτος σε περίπτωση ανάγκης

ντοβλέτι, το (τουρκ. devlet): κράτος, κυβέρνηση

ντρίλλι, το: ύφασμα βαμβακερό η λινό, χρωματιστό, για φθηνές ανδρικές ενδυμασίες

Ξ

ξόμπλι, το (λατ. exemplum): σχέδιο με βάση το οποίο διακοσμείται ένα ύφασμα

Ο

οβολός, ο: χάλκινο κέρμα αξίας πέντε λεπτών, πεντάρα

οντάς, ο (τουρκ. oda): δωμάτιο

ορδινία, η (ίταλ. ordine): διαταγή

ορτού, ορδί, το (τουρκ. ordu): στράτευμα

ουλεμάς, ο (τουρκ. ulema): μουσουλμάνος νομοδιδάσκαλος

οφφικιάλιος, ο (μεσν. από το λατιν. officialis): αξιωματούχος

Π

πακμπότο, το (γαλ. paquebot): ταχυδρομικό πλοίο

παράδες, οι (τουρκ. para): τα χρήματα

πεκακουάνα, ιπεκακουάνα, η: ρίζα φυτών της οικογ. των ρουβιοειδών (ρουβία ή ερυθρόδανο), που χρησιμοποιείται ως εμετικό φάρμακο

πέτσα, η (ίσπαν. peseta, ύποκ. του peso): νόμισμα ισπανικό (πετσέτα/πεσέτα)

πιρνοκόκι, πρινοκόκκι, το (μεσν.): καρπός του πρίνου, αλλ. βελανίδι

πλιάτζικο, το (αλβ. plagke): λεία, λάφυρο

ποδοκόπι, το: αμοιβή για εκτέλεση εργασίας

πόρσα, η (ιταλ. borsa): χρηματιστήριο

πόστα, η (ιταλ. posta): ταχυδρομείο

ποστάλε, το (ιταλ. postale): ατμόπλοιο επιβατηγό

πούντος, ο (ιταλ. punta): σημείο, ακρωτήρι, περίπτωση

πράτιγο, το (ιταλ. pratica): ελευθεροκοινωνία

πρατζέρα, βρατσέρα, η (βενετ. brazzera): ιστιοφόρο οξύπρυμνο με δύο ιστούς

προζωάρκι, το: σιτηρέσιο

Ρ

ραβέντι, το: το φαρμακευτικό ρίζωμα του ρήου

ράζο, ράζαβο, το: το φυτό ερίανθος η ραβέννη

ρεσσάλτο, το (βενετ. resalto): εξόρμηση, έφοδος ρέστο, το (ιταλ. resto): υπόλοιπο

ριζάρι, το: βαφή πού παρασκευάζεται από το φυτό ερυθρόδανο

ρόγα, η: μισθός, αμοιβή σε σιτάρι ή καλαμπόκι

ροζόλι, το (ιταλ. rosolio): ροδόμελι, σιρόπι

Σ

σακκολέβα, η (γαλλ. sakoleve): είδος πλοιαρίου (ψαροπούλα, τρεχαντήρι)

σαντάλι, το: ύφασμα μεταξωτό

σαντζάκι, το (τουρκ. sanzak): διοικητική μονάδα

σατζασμάς, ο: πιθ. γεωργικό εργαλείο

σαφρανώνη, η (τουρκ. safran): βαφική χρωστική ουσία που παράγεται απο το φυτό κάθαρμο το βαφικό, αλλ. σαφράνι, κρόκος

σεβαγί, το: είδος υφάσματος ανώτερης ποιότητας

σεϊσλάμης, σεϊχουλισλάμης, σεχισλάμης, ο (τουρκ. seyhulislam): τίτλος ανώτατου

θρησκευτικού αρχηγού στην Τουρκία, ερμηνευτής του Κορανίου

σεκλέτι, το (τουρκ. siklet): στενοχώρια

σελιμιές, ο: είδος υφάσματος πρώτης ποιότητας

σελιχτάρης, ο (τουρκοαραβ. silahtar): αστυνομικός, οπλοφόρος

σεντούκ εμίρης, ο (τουρκ. sandik emir): ταμίας

σεράγιον, το (τουρκ. saray): ανάκτορο

σερασκέρης, ο (τουρκ. serasker): αρχηγός, αξιωματικός

σιντσιαντέδες, οι: είδος υφάσματος ανώτερης ποιότητας

σοβράνα, η: χρυσό ευρωπαϊκό νόμισμα

σούδιτος, ο (ίταλ. suddito): υπήκοος

σούμπασης, ο (τουρκ. subay): αστυνόμος

στόφα, στόφφα, η (ίταλ. stoffa): είδος εκλεκτού υφάσματος

σπαχής, ο (τουρκ. sipahi): έφιππος εισπράκτορας

σπαχιλίκι, σπαηλίκι, το: η περιοχή που ανήκει στον σπαχή

σπόρκο, το (ιταλ. sporco): βρόμικος

Τ

ταϊφάς, ο (τουρκ. tayfa): σωματείο, ομάδα, οπαδός

ταμπούρι, το (τουρκ. tabur): οχύρωμα, τάγμα

τάνσα, η: φόρος

ταπί, το (τουρκ. tapu): επίσημο έγγραφο ιδιοκτησίας

τελατίνι, το (τουρκ. telatin): κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού

τεμεσούτι, το (τουρκ. temessuk): εξοφλητικό έγγραφο, χρεωστικό ομόλογο, τίτλος ακινήτου

τετράγκαθο, το: το κόμμι πού εξάγεται από το φυτό αστράγαλος και χρησιμοποιεί­ται για φαρμακευτικούς και καλλωπιστικούς λόγους, αλλ. κωλοστούπι

τεφεμπάσι, το: είδος υφάσματος

τζαλέπα, η (τουρκ. salep): σαλέπι,  εξάγεται από τη ρίζα του φυτού όρχις ο άρρην,

αλλ. αρσενικοβότανο

τζιρίμι, το: μικρή ψαράδικη βάρκα

τοπιάτικο, το: ενοίκιο βοσκοτόπου

τσαπέλλα, η (ιταλ. ciambella): ορμαθός ξερών σύκων διαπερασμένων με νήμα η βούρλο

τσεπχανές, τζεμχανές, ο (τουρκ. cephane): αποθήκη πυρομαχικών

τσιμπέρι, τσεμπέρι, το (τουρκ. cember): γυναικείος κεφαλόδεσμος

τσιταριά, τα: κοινό βαμβακερό ύφασμα με έγχρωμο διάκοσμο

τσιφλίκι, το (τουρκ. ciftlik): αγρόκτημα μεγάλης έκτασης

Φ

φεργάδα, φρεγάδα, φρεγάτα, η: ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο

φιορίνι, φλωρίνι, το: χρυσό ή άργυρο νόμισμα ευρωπαϊκών κρατών

φουσέκι, φυσέκι, το (τουρκ. fisek): φυσίγγι πυροβόλου όπλου, δυναμίτης

Χ

χαβάνι, το (τουρκ. havan): γουδί, είδος πυροβόλου όπλου

χαμάδα βελανίδι: ώριμο βελανίδι, που έχει πέσει από το δέντρο

Χάνια νααγεσλίδες: κάτοικοι της πόλεως των Χανίων

χαράτσι, χαράτζι, το (τουρκ. harag): κεφαλικός φόρος

χασνέ οντάς, ο (τουρκ. hazine oda): δωμάτιο με θησαυρούς

χασνές, ο (τουρκ. hazine): θησαυροφυλάκιο

χάτι σερίφι, το (τουρκ. hati serif): ιερός σουλτανικός ορισμός

χοτζέτι, το (τουρκ. huccet): τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας, ιεροδικαστικό έγγραφο

*Το γλωσσάρι συνέταξε η κ. Ελένη Κορομηλά και συμπεριλαμβάνεται στο Ανθολόγιο-Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας,  έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, επιμέλεια Ε.Κορομηλά-Γ.Κόκκινος, Αθήνα 2002, σ.445-451. Για την ερμηνεία των τουρκικών λέξεων συνεργάστηκε η κ. Πηνελόπη Στάθη. Αποδίδεται, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, «η ειδική στα κείμενα σημασία των λέξεων». Έγινε μετατροπή από το πολυτονικό σύστημα στο μονοτονικό,  διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις ως προς την απόδοση των ξένων λέξεων και κάποιων συμβόλων, κυρίως για τεχνικούς λόγους. Τυχόν λάθη και παροράματα, ασήμαντα ελπίζω, βαρύνουν το διαχειριστή του παρόντος.

Advertisements

3 responses to “Μικρό γλωσσάρι για το 1821*

  1. Pingback: Φόροι και δασμοί στα εισερχόμενα και εξερχόμενα εις την Ελληνικήν επικράτειαν (έγγραφο του 1823) « Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: