Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Η παγκοσμιοποίηση σήμερα


του Κώστα Βεργόπουλου

Αναδημοσίευση*

Vasily Surikov. The Boyarynia Morozova. Detail. 1887. Oil on canvas. The Tretyakov Gallery, Moscow, Russia.

Vasily Surikov. The Boyarynia Morozova. Detail. 1887. Oil on canvas. The Tretyakov Gallery, Moscow, Russia.

Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί το μυθολογικό πλαίσιο της εποχής μας. Με την έννοια αυτή, η επικρατούσα ιδεολογία προσπαθεί να δικαιολογήσει την επιβολή μονεταριστικών στόχων, την επιβράδυνση των οικονομικών ρυθμών, την αποδιοργάνωση της κοινωνικής συνοχής, τη διόγκωση της ανεργίας, της εξαθλίωσης και των κοινωνικών αποκλεισμών. Με την σημερινή αναφορά στην παγκοσμιοποίηση δεν διαβεβαιώνεται απλώς ο διεθνής χαρακτήρας της οικονομίας, κάτι που ήταν ήδη γνωστό από τον 16ο αιώνα. Υποστηρίζεται κάτι περισσότερο και πιο συγκεκριμένο, ότι με την είσοδο του τρίτου κόσμου στην παγκόσμια οικονομία, εντείνονται οι εμπορικοί ανταγωνισμοί και η διαρροή κεφαλαίων προς την περιφέρεια, όπου το εργατικό κόστος είναι χαμηλό, ώστε οι δυτικές κοινωνίες ν’ απειλούνται τόσο με τις εισαγωγές φθηνών προϊόντων όσο και με την ανεπάρκεια επενδύσεων.

Δίδαγμα από αυτή τη θέση είναι ότι, εφόσον το νόμισμα πρέπει να παραμείνει σκληρό για τις ανάγκες της αξιοπιστίας ενώπιον των διεθνών χρηματιστικών αγορών, μοναδικός ρυθμιστής της ανταγωνιστικότητας των τιμών είναι το κόστος εργασίας, ήτοι το επίπεδο απασχόλησης και το ύψος των μισθών. Η κατάρρευση του εργατικού εισοδήματος, της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας εμφανίζεται έτσι ως αναγκαία προϋπόθεση για να παραμείνει κάθε χώρα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Όμως γίνεται έτσι φανερό ότι η τρέχουσα έννοια της παγκοσμιοποίησης δεν ανταποκρίνεται σ’ ένα ανώτερο στάδιο λειτουργίας του καπιταλισμού, σε επέκταση ή σε εμβάθυνση, ούτε σε κάποια άνοδο των όρων λειτουργίας της οικονομίας, τη συρρίκνωση του εισοδήματος, την αποσάθρωση της κοινωνίας. Μεταπολεμικά, ο κεϋνσιανισμός και η πολιτική της ρυθμιζόμενης οικονομίας είχαν δώσει την απόδειξη επί μακρό χρονικό διάστημα ότι μπορούσαν πράγματι να βελτιώνουν το επίπεδο και την ποιότητα λειτουργίας της οικονομίας, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και χαμηλή ανεργία. Όμως σήμερα, η πολιτική της παγκοσμιοποίησης όχι μόνον δεν βελτιώνει την ποιότητα της οικονομίας και της απασχόλησης, αλλά αντίθετα καλύπτει την συρρίκνωση, επαγγέλλεται χρόνους όλο και περισσότερο χαλεπούς, γενικεύει την αποσταθεροποίηση, δικαιώνοντας τις ατέλειωτες αλλά μονόπλευρες θυσίες.

Κατά συνέπεια, για την επικρατούσα ιδεολογία, η παγκοσμιοποίηση συνιστά μια έννοια ιδιαιτέρως πολύτιμη. Σε αρμονία με το αναδιπλωμένο ιδεολογικό κλίμα της εποχής, όχι μόνον δεν προσφέρει ελπίδα στους εργαζομένους, αλλά εμπορεύεται την απελπισία τους. Η σημερινή έννοια της παγκοσμιοποίησης εξιδανικεύει με κυνισμό την εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται έρμαιο των χρηματιστικών αγορών και των πολυεθνικών επιχειρήσεων αφ’ ενός, της επέλασης των ασιατικών νεοβιομηχανικών χωρών αφ’ ετέρου.

Μέσα σ’ αυτό το νέο πλαίσιο υποτίθεται ότι τόσο το Κράτος Έθνος όσο οποιαδήποτε εθνική ρύθμιση έχουν ήδη αποβεί αρχαϊσμός. Τα βασικά εργαλεία της εθνικής ρύθμισης, το εθνικό νόμισμα και οι δημόσιες δαπάνες, θεωρούνται ότι έχουν εξουδετερωθεί στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ώστε η κάθε κοινωνία να βρίσκεται πλέον απροστάτευτη και εκτεθειμένη σε πολλαπλές αιτίες ανασφάλειας και κινδύνων. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που χρησιμοποιείται η παγκοσμιοποίηση ως ιδεολογία της ανασφάλειας και των κινδύνων. Στην περίοδο της «χρυσής εποχής» 1871-1914, η Ευρώπη αιφνιδιάσθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της με μια τόσο μακρά περίοδο εσωτερικής και εξωτερικής ειρήνης. Το αναγκαίο αντίπαλο δέος αναζητήθηκε και τότε στην παγκοσμιοποίηση που ονομάσθηκε αποικιοκρατία και ιμπεριαλισμός. Με την κινητοποίηση ενάντια στους «βαρβάρους» που απειλούσαν το δυτικό πολιτισμό, η Δύση οδηγήθηκε στην πλειοδοσία των αποικιακών κατακτήσεων. Η δυναμική της κινητοποίησης ήταν τέτοια που, όταν οι εξωτερικές κατακτήσεις ολοκληρώθηκαν, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σύρθηκαν στην μεγάλη σφαγή του 1914-1918.

Η ιστορική αυτή τραγωδία της ανθρωπότητας διαδραματίσθηκε σε συνθήκες γενικευμένου φιλελευθερισμού, με ατροφικά ανεπτυγμένο Κράτος, με πολιτικές σκληρού νομίσματος και με ενιαίο διεθνές νόμισμα θεμελιωμένο στο βρετανικό κανόνα χρυσού. Κατά την περίοδο εκείνη, δόθηκε πρωτοφανής ώθηση στο διεθνές εμπόριο και στις διεθνείς επενδύσεις, ώστε αβίαστα ενοχοποιήθηκε ο ιμπεριαλισμός για την ύφεση και την ανεργία στις μητροπολιτικές χώρες (J.A.Hobson). Αναδύθηκαν τότε τα πολυεθνικά τραστ και καρτέλ ως νέοι πρωταγωνιστές της παγκόσμιας οικονομίας, πράγμα που ώθησε ορισμένους να συμπεράνουν ότι τα έθνη ήταν ήδη αρχαϊσμός. Η οικονομική αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες έφθασε σε τόσο υψηλό βαθμό, ώστε δεν είχαν πλέον νόημα οι εθνικές αναφορές, διακρίσεις, ανταγωνισμοί, συγκρούσεις. Η αριστερά, ως συνήθως διεθνιστικότερη από τη δεξιά, υποστήριξε ότι τα τραστ και τα καρτέλ απειλούσαν τους εθνικιστές, αλλά όχι την εργατική τάξη, ότι οι νέοι αυτοί πρωταγωνιστές της ιστορίας ήσαν, παρά τους φόβους που ενέπνεαν, εγγύηση για την ειρήνη, την ευημερία και τη σταθερότητα (J. Jaures, K. Kautsky). Οι εθνικοί ανταγωνισμοί θεωρήθηκαν ξεπερασμένοι μέσα στα πλαίσια μιας νέας οργάνωσης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα (βλ. τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού από τον K. Kautsky).

Vasily Surikov. The Boyarynia Morozova. Detail. 1887. Oil on canvas. The Tretyakov Gallery, Moscow, Russia.

Όσο η δεξιά χρησιμοποιούσε την έννοια του ιμπεριαλισμού ως φόβητρο προκειμένου να συσπειρώσει ενώπιον υποθετικών κινδύνων τόσο η αριστερά πλειοδοτούσε σε καθησυχαστικό ειρηνιστικό κήρυγμα, όσον αφορά την ενοποίηση της Ευρώπης και του κόσμου, έστω και υπό την αιγίδα των μονοπωλίων. Μόνον ο Λένιν, μαζί με τον Μπουχάριν, υποστήριξε ότι α) η παγκοσμιοποίηση οξύνει εν δυνάμει τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα καπιταλιστικά έθνη και β) η μακροχρόνια ύφεση στην Ευρώπη εγκαινιάζει ένα ανώτερο στάδιο σήψης και αποσύνθεσης του καπιταλισμού, στο οποίο κυριαρχούν τα παρασιτικά εισοδήματα, οι ραντιέρηδες, τα χρηματιστήρια και οι τράπεζες, εις βάρος του παραγωγικού κεφαλαίου και της απασχόλησης. Ο Μπουχάριν ήταν ο πρώτος που διαπίστωσε ότι το κεφάλαιο, ενώ διεθνοποιείται, παραμένει πάντα εθνικά προσδιορισμένο για τις ανάγκες της λειτουργίας και της αποδοτικότητάς του. Ενώ η ενότητα της παγκόσμιας οικονομίας είναι πάντα δεδομένη, και μάλιστα από τη γέννηση του καπιταλισμού, η πρακτική λειτουργία του διεθνούς συστήματος εμπεριέχει ανταγωνισμούς και αντιφάσεις που μπορούν ν’ αποβαίνουν εκρηκτικές. Εάν δεν ληφθεί υπ’ όψη αυτή η δυναμική, υποστήριξε ο Λένιν, η παγκοσμιοποίηση κινδυνεύει να καταντήσει μια κοινοτοπία απολύτως κενή περιεχομένου. Στην εποχή μας, ο μύθος της παγκοσμιοποίησης χρησιμοποιείται και πάλι κινδυνολογικά από τη δεξιά, εφησυχαστικά από την παραδοσιακή αριστερά. Οι δεξιές κυβερνήσεις επιδιώκουν να καταστήσουν αποδεκτή τη λιτότητα από τους εργαζόμενους, ενώ οι αριστερές θεωρούν ότι η λιτότητα και ο κλονισμός της κοινωνικής συνοχής είναι μέσα στη φύση του κεφαλαίου και ότι είναι αναπότρεπτα μέσα στη διαδικασία μεταλλαγής του καπιταλισμού. Όμως σε ποιο βαθμό η πραγματικότητα της εποχής μας επαληθεύει το σύγχρονο μύθο της παγκοσμιοποίησης και σε ποιο βαθμό η πολιτική της κοινωνικής κατάρρευσης που εφαρμόζεται σήμερα στην Ευρώπη είναι αναγκαία και αναπότρεπτη;

Εάν δεχθούμε ότι οι διεθνείς αγορές χρήματος και τίτλων έχουν σήμερα ενοποιηθεί, άραγε αυτή η μεταλλαγή βελτιώνει ή επιδεινώνει τη λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος; Επί του παρόντος, το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται σε δυναμική συρρίκνωσης και αποδυνάμωσης, σε επέκταση των φαινομένων της πείνας του υποσιτισμού και της εξαθλίωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Υπολογίζεται ότι σε εκατό χώρες, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα είναι σήμερα χαμηλότερο απ’ ότι προ 15 ετών. Όμως η σχέση ανάμεσα στα 20% πλουσιότερα εισοδήματα και στα 20% φτωχότερα του πλανήτη μας, ενώ ήταν 1 προς 30 το 1960, είναι σήμερα 1 προς 60.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εισβολή της φτώχειας και των κοινωνικών αποκλεισμών στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική. Ορισμένοι μπορεί να ισχυριστούν ότι τα φαινόμενα αυτά είναι θυσίες που πρέπει να δεχτεί ο ανεπτυγμένος κόσμος προκειμένου να προσαρμοσθεί στη νέα διεθνή πραγματικότητα. Όμως η ίδια η πραγματικότητα δείχνει ότι, παρά τις θυσίες και τα θύματα, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνεχίζουν στην πορεία της επιδείνωσης χωρίς ορατό τέλος. Στη δεκαετία του 1930, ο Κέυνς απέδειξε ότι η διεθνής οικονομία απειλείτο όχι μόνον με τις και τους προστατευτισμούς, αλλά επίσης και κυρίως με την εφαρμογή υφεσιακών πολιτικών σε μακρά περίοδο με στόχο την ενίσχυση των εθνικών νομισμάτων. Στην εποχή μας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ακολουθώντας και πάλι υφεσιακές πολιτικές, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επιδεινώνουν όλο και περισσότερο τη διεθνή ύφεση, καθιστώντας το πρόβλημα της ανάπτυξης ανεπίληπτο όπως ακριβώς και το 1930. Η διεθνοποίηση του χρήματος αποσταθεροποιεί τις εθνικές οικονομίες και κοινωνίες, χωρίς να εγκαθιστά στη θέση τους νέες κοινωνίες είτε σε παγκόσμιο επίπεδο είτε σε ευρωπαϊκό. Τα εθνικά συστήματα συρρικνώνονται, όμως μαζί τους συρρικνώνεται, όμως μαζί τους συρρικνώνεται και το παγκόσμιο σύστημα, εφόσον το δεύτερο προκύπτει απλώς από τη συνάρθρωση των πρώτων.

Είναι αφέλεια να φαντάζεται κάποιος ότι μπορεί να υπάρξει υγιές παγκόσμιο σύστημα, ενόσω τα εθνικά νοσούν.. Η παγκοσμιότητα δεν υποκαθίσταται στην εθνικότητα αλλά την προϋποθέτει. Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν πάσχουν από υπερκατανάλωση, όπως ισχυρίζεται η φιλελεύθερη και μονεταριστική θεωρία, αλλά είναι κυρίως θύματα της υπεραποταμίευσης. Οι επενδύσεις έχουν σήμερα μειωθεί, όχι επειδή τα κεφάλαια φεύγουν στο εξωτερικό, στην παγκοσμιοποίηση, αλλά επειδή φεύγουν στη χρηματιστική σφαίρα επί τόπου. Εάν οι εθνικές οικονομίες περιστρέφονται σήμερα στο κενό, αυτό δεν οφείλεται στην παγκοσμιοποίηση, εφόσον το παγκόσμιο σύστημα περιστρέφεται ακόμη περισσότερο στο κενό, αλλά οφείλεται βασικά στις πολιτικές που χρησιμοποιούν την ύφεση και την ανεργία ως εργαλεία για την στήριξη του νομίσματος. Ένας απολογισμός της υποτιθέμενης παγκοσμιοποίησης θα ήταν ιδιαίτερα πενιχρός και απογοητευτικός.

Constantin Somov. Summer Morning. 1920. Oil on canvas. The Russian Museum, St. Petersburg, Russia.

Constantin Somov. Summer Morning. 1920. Oil on canvas. The Russian Museum, St. Petersburg, Russia.

Στη δεκαετία του 1990, οι ευρωπαϊκές επενδύσεις εκτός Ευρώπης ανήλθαν σε 0,2% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (0,4% στην Ιαπωνία και 0,6% στις ΗΠΑ). Όμως το ισοζύγιο κεφαλαίων της Ευρώπης είναι περίπου ισοσκελισμένο, εφόσον εισρέουν από το εξωτερικό κάθε χρόνο ισόποσες επενδύσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη για τη συρρίκνωση των επενδύσεων και τη διόγκωση της ανεργίας δεν πρέπει να αναζητηθεί στην παγκοσμιοποίηση αλλά κυρίως στην εφαρμοζόμενη στο εσωτερικό πολιτική του χρήματος. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές εμπορευμάτων από την Ευρώπη προς τον υπόλοιπο κόσμο δεν υπερβαίνουν το 8% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ (6% στην Ιαπωνία και 10% στις ΗΠΑ). Αυτό σημαίνει ότι παρά την παγκοσμιοποίηση, 92% της συνολικής παραγωγής στην Ευρώπη συνεχίζει να απορροφάται από την εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά. Τόσο για την Ευρώπη όσο και για την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, οι εξωτερικές κινήσεις είτε κεφαλαίων είτε εμπορευμάτων αφορούν ένα στατιστικώς αμελητέο τμήμα του ΑΕΠ, ενώ καθοριστικός παραμένει ο ρόλος της εσωτερικής αγοράς. Όμως, ενώ οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία επιλέγουν την ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος τους και την ενεργό δημοσιονομική πολιτική που δίδει προτεραιότητα στην καταπολέμηση της ανεργίας, η Ευρώπη έχει σήμερα απεμπολήσει και τα δυο αυτά εργαλεία οικονομικής πολιτικής, επικαλούμενη την παγκοσμιοποίηση και επιρρίπτοντας ολόκληρο το βάρος της προσαρμογής της οικονομίας στο κόστος εργασίας και στην απασχόληση. Η γηραιά ήπειρος έχει σήμερα αυτοπαγιδευτεί σε μια πορεία υπονόμευσης της εσωτερικής της αγοράς που δεν δικαιολογείται ούτε από τον στόχο της προσαρμογής ούτε από την καθοριστική σημασία που διατηρεί γι’ αυτήν η εσωτερική αγορά.

Η παγκοσμιοποίηση που επικαλούνται οι κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, παραμένει μια καθαρά ιδεολογική επιλογή χωρίς άξιο λόγου αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Όμως και αν ακόμη υποθέτει ότι αυτά τα μικρά μεγέθη της σημερινής παγκοσμιοποίησης έχουν κάποια μεγαλύτερη σημασία, η ευθύνη της προσαρμογής στο διεθνή περίγυρο μέσω επιθέσεων στην απασχόληση και στο εργατικό εισόδημα βαρύνει τις κυβερνήσεις χωρίς να είναι ούτε μοιραία ούτε αναπότρεπτη, εφόσον σε άλλες περιοχές του κόσμου η διεθνής προσαρμογή δεν θίγει κατ’ ανάγκην τόσο δραματικά τις μακροχρόνια διαμορφωμένες κοινωνικές ισορροπίες.

Η Ευρώπη καταστρέφει σήμερα μόνη της τις προϋποθέσεις για την δυναμική ένταξή της στη νέα διεθνή οικονομία. Το κοινωνικό Κράτος δεν θα έπρεπε να θεωρείται βάρος εφόσον έχει ήδη αποδειχθεί ότι είναι πλεονέκτημα της Ευρώπης στο διεθνή ανταγωνισμό. Εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει ότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα κατακτιέται αρχικά στην εσωτερική αγορά και ότι η ισχυρή εσωτερική αγορά είναι πάντα προϋπόθεση για την κατάκτηση και τη διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Όμως φαίνεται ότι σήμερα οι αδυναμίες της πολιτικής και συνδικαλιστικής αριστεράς τροφοδοτούν την πεποίθηση στο συντηρητισμό ότι μπορεί ν’ ακυρώσει μακροχρόνιες κοινωνικές ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί μεταπολεμικά στον ευρωπαϊκό χώρο. Άραγε οι κοινωνικές δυνάμεις του κόσμου της εργασίας θα δεχθούν το φόρο που τους ζητείται να καταβάλουν, ενώ παράλληλα γνωρίζουν ότι αυτή η θυσία ούτε αναγκαία ούτε αποτελεσματική είναι, αλλά επιδιώκεται από την κοντόφθαλμη κινδυνολογία του νεοσυντηρητισμού και από τον ιστορικό συμβιβασμό κάποιου τμήματος της πρώην αριστεράς;

Πηγή:περιοδικό  Άρδην

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: