Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Ζαν Κλωντ Μισεά: Φιλελεύθερη ουτοπία και υπαρκτός καπιταλισμός



Bookmark and Share

Συγγραφέας: Ζαν Κλωντ Μισεά
Αναδημοσίευση*

 

O Άνταμ Σμιθ (αγγλικά: Adam Smith, 16 Ιουνίου 1723 - 17 Ιουλίου 1790) ήταν Σκωτσέζος οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος. Θεωρείται ένας απο τους πρωτοπόρους της πολιτικής οικονομίας και θεμελιωτής της σχολής των κλασικών οικονομικών.

Από ιδιοσυγκρασία, ο Άνταμ Σμιθ ήταν σίγουρα το αντίθετο του ουτοπικού πνεύματος. Μάλιστα, το έργο του ήταν τόσο ξένο προς οποιαδήποτε λογική συστήματος ώστε έβριθε αντιθέσεων που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να λύσει (και όπως επισημαίνει ο Ελί Αλεβύ, δεν ήταν τυχαία «συμπατριώτης, φίλος και οπαδός του Ντέιβιντ Χιουμ»). Για παράδειγμα, μέχρι τον θάνατό του, επέτρεπε την επανέκδοση του έργου του «Θεωρία των ηθικών αισθημάτων», τη στιγμή που περιείχε απόψεις σχεδόν ασυμφιλίωτες με το έργο του «Ο πλούτος των εθνών»· και, σε αυτό το τελευταίο βιβλίο του, παραχωρεί με άνεση στο κράτος οικονομικά προνόμια ολότελα ασύμβατα με τη θεωρία του. Εν τούτοις, αν πάρουμε στα σοβαρά τη βασική ιδέα που διέπει το σύστημά του (τον εγωιστικό υπολογισμό ως το μοναδικό ορθολογικό θεμέλιο της κοινωνικής αρμονίας), και αν αναπτύξουμε μεθοδικά τόσο τις πρακτικές συνέπειες όσο και τους πολιτισμικούς όρους εφαρμογής της (τη γενικευμένη εξατομίκευση και επιστράτευση της ανθρωπότητας, οι σύγχρονες μορφές των οποίων προφανώς θα εξέπλητταν και θα αγανακτούσαν τον καλό μας Άνταμ Σμιθ) [Α],το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγουμε είναι μια ουτοπία με την κυριολεκτική έννοια του όρου: πρόκειται για έναν ιδεατό κόσμο ο οποίος δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο με την προϋπόθεση της ύπαρξης ενός νέου τύπου ανθρώπου (του «homo economicus», στην περίπτωση της καπιταλιστικής ουτοπίας).

Αυτή η διευκρίνιση μας επιτρέπει να διαλύσουμε κάποιες ιδεολογικές συγχύσεις, ιδιαίτερα διαδεδομένες κυρίως ανάμεσα στους ριζοσπάστες κριτικούς. Εάν ο καπιταλισμός (ή ο φιλελευθερισμός) συνιστά πρωτίστως μία μεταφυσική και μόνο εν συνεχεία ακολουθεί το υπαρκτό σύστημα που δημιουργεί η πολιτική βούληση να δοκιμαστεί στην πράξη αυτή η μεταφυσική, τότε, αλλάζει, πράγματι, αισθητά ο τρόπος με τον οποίο συνηθίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τις εμπορευματικές δραστηριότητες. Θα πρέπει έτσι να παραδεχτούμε ότι μια επιχείρηση –με άλλα λόγια, κάθε θεσμός που παράγει αγαθά ή υπηρεσίες για μια δεδομένη αγορά, είτε πρόκειται για τσιμεντοβιομηχανία είτε για γραφείο μελετών είτε για εκδοτικό οίκο– θα λειτουργήσει με τρόπο ολοκληρωτικά καπιταλιστικό (με την αυστηρή έννοια του όρου) εάν, και μόνο εάν, έχει σαν πρωταρχικό σκοπό τον πλουτισμό των ιδιοκτητών ή των διευθυντών της· και αν μοναδικό κριτήριο διαχείρισης είναι το καλώς εννοούμενο συμφέρον τους (πράγμα που περιλαμβάνει προφανώς και τις «ηθικές» αποφάσεις που παίρνει μόνο όταν διακυβεύεται η εικόνα της, και άρα, αυτή η ηθική δεν είναι παρά μια επιχειρηματική ηθική). Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση μιας επιχείρησης, ανεξαρτήτως του μεγέθους ή του νομικού καθεστώτος της (ιδιωτικού ή «δημόσιου»), θα είναι τόσο πιο καπιταλιστική, ή φιλελεύθερη, όσο πιο απάνθρωπη είναι, όσο περισσότερο, δηλαδή, στηρίζεται στην αρχή της ωφέλειας, και μόνο σε αυτήν, αγνοώντας οποιαδήποτε άλλη θεώρηση (και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν είναι παρά μια από τις λογικές συνέπειες αυτού του τρόπου λειτουργίας). Έτσι, στο βιβλίο του, Η έκδοση χωρίς εκδότες (L’édition sans éditeurs, εκδ. La fabrique, 1999), ο Αντρέ Σιφρίν (André Schiffrin), στηριζόμενος στο ιδιαίτερο παράδειγμα του κόσμου των εκδόσεων, καταδεικνύει ότι, μόνο σήμερα, στην εποχή μας, η καπιταλιστική λογική είναι σε θέση να ελέγχει το σύνολο σχεδόν αυτού του τομέα· αντίθετα, σε προηγούμενες εποχές, αυτός ο κόσμος μπορούσε ακόμα να χωράει και διαφορετικές αρχές διαχείρισης, είτε προ-καπιταλιστικές είτε, ενίοτε, ακόμα και αντικαπιταλιστικές. Στην ουσία, αυτό εννοούσε ο Μαρξ όταν έγραφε, στον πρόλογό του, στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου: «Μια λέξη ακόμα, για να αποφύγουμε τις πιθανές παρεξηγήσεις. Δεν ζωγράφισα με ωραία χρώματα τον καπιταλιστή και τον γαιοκτήμονα. Αλλά δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα παρά μόνο στον βαθμό που αποτελούν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών, τους φορείς συμφερόντων και συγκεκριμένων ταξικών σχέσεων». Το πρόβλημα, όμως, είναι πως αν η καπιταλιστική ουτοπία αναχθεί στις τελικές της συνέπειες, τότε οδηγεί αναπόφευκτα στη δημιουργία ενός κόσμου όπου οι καταναγκασμοί του απόλυτου ανταγωνισμού (ο οποίος αποτελεί, για τον φιλελεύθερο, τη λύση για όλες τις δυστυχίες του ανθρώπινου είδους) υποχρεώνουν, σταδιακά, το κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από τις αρχικές του προθέσεις, ή τη διακηρυγμένη ευαισθησία του, να λειτουργεί σαν ένας απλός «φορέας συμφερόντων», δηλαδή, σαν ένα απλό γρανάζι της οικονομικής μηχανής, που έχει χάσει κάθε ψυχικό απόθεμα και είναι ανίκανο για αισθήματα ευσπλαχνίας.

Στο σημείο αυτό, οι φιλελεύθεροι ιδεολόγοι ενίστανται γενικά ότι η άποψη αυτή είναι υπερβολική. Διαβεβαιώνουν πως, αυτή καθ’ εαυτή, η εμπορευματική ανταλλαγή συνεπάγεται τη διατήρηση, ακόμα και την ανάδειξη, κάποιων ουσιαστικών ανθρώπινων αρετών· και πρώτα-πρώτα, την εμπιστοσύνη και την εντιμότητα. Αν οι συνεταίροι μου ή οι πελάτες μου δεν έχουν εμπιστοσύνη στην εντιμότητά μου –λένε οι οπαδοί του Άνταμ Σμιθ–, δεν θα δουλέψουν ποτέ μαζί μου. Εξ ου και η έκπληξη αυτών των «γνήσιων» φιλελεύθερων όταν ανακαλύπτουν (τελευταίοι απ’ όλους) ότι, από την Enron έως τη Worldcom, η απάτη και το ψέμα βρίσκονται στην ίδια την καρδιά του θαυμαστού τους συστήματος.

.

Οδηγούνται, λοιπόν, στο να καταγγέλλουν αυτές τις επονείδιστες πρακτικές σαν προδοσία του καπιταλιστικού πνεύματος (με τον ίδιο τρόπο, τελικά, που οι διανοούμενοι της προηγούμενης περιόδου –ενίοτε είναι οι ίδιοι άνθρωποι– κατήγγελλαν κάθε νέο έγκλημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» σαν μια αδικαιολόγητη προδοσία της ωραίας λενινιστικής-τροτσκιστικής ουτοπίας). Μπορεί, βέβαια, να αντιτάξει κανείς –όπως το έκανε ο Καντ στο έργο του, Θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών– ότι, αν ο έμπορος συμπεριφέρεται με «εντιμότητα» μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει το καλώς εννοούμενο συμφέρον του, τότε, αυτή η εντιμότητα, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελεί ηθική αρετή. Αλλά, πάνω απ’ όλα, δεν βλέπουμε πώς, η γενική αρχή, και μόνο, του καλώς εννοούμενου συμφέροντος θα υποχρέωνε τον κάθε έμπορο ή την κάθε επιχείρηση να είναι πραγματικά «έντιμοι» ή «άξιοι εμπιστοσύνης»· η μόνη συνέπειά της είναι να τους επιτρέπει να δίνουν αυτή την εικόνα και να έχουν αυτή τη φήμη [Β]. Διότι, εάν έχω πολλούς λόγους να πιστεύω (πρόκειται για απλό υπολογισμό) ότι οι διάφοροι συνεργάτες, συνεταίροι ή πελάτες μου δεν θα μπορέσουν ποτέ να αντιληφθούν ότι τους κατακλέβω (διατηρώντας, για παράδειγμα, διπλά λογιστικά βιβλία ή λέγοντας ψέματα σχετικά με την πραγματική ποιότητα των εμπορευμάτων μου), τότε, το καλώς εννοούμενο συμφέρον μου απαιτεί να συνεχίσω να τους ξεκοκαλίζω. Για τον λόγο αυτό, εάν οδηγήσουμε στις ακρότατες συνέπειές της την ύπουλη φιλελεύθερη θεολογία της «αόρατης χειρός», ξαναβρισκόμαστε αναπόφευκτα σε αυτή τη φυσική κατάσταση που περιέγραφε ο Χομπς: έναν κόσμο ανασφάλειας και αμοιβαίας δυσπιστίας, όπου η κάθε μονάδα δεν μπορεί να προστατεύσει τη ζωή της και τα αγαθά της παρά μόνο κηρύσσοντας τον πόλεμο σε όλο τον περίγυρό της.»

««Οι άνθρωποι κρατούν, αναγκαστικά, το μέλλον στα χέρια τους, αφού, απ’ όσο γνωρίζω, κανένας θεός, ούτε καν το παντοδύναμο Διαδίκτυο, δεν είναι σε θέση να ρυθμίσει τη ροή της ιστορίας. Αν, λοιπόν, δεν θέλουμε η «υπόθεση της ανθρωπότητας» (Ένγκελς) να γίνει μια χαμένη υπόθεση, πρέπει επειγόντως (από τη στιγμή που ο χρόνος, που έχει γίνει χρόνος της Οικονομίας, δουλεύει εναντίον των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους) αυτοί που την υπερασπίζονται να συνειδητοποιήσουν, επιτέλους, ότι η ριζική κριτική της οικονομικής αναπαράστασης του κόσμου, έτσι όπως απορρέει από τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, αποτελεί θεμελιώδες πολιτικό καθήκον, χωρίς την εκπλήρωση του οποίου όλοι οι άλλοι επιμέρους αγώνες για μια δίκαιη κοινωνία είναι προκαταβολικά χαμένοι. Μονάχα αν προχωρήσουμε σε αυτή την απο-αποικιοποίηση του φαντασιακού μας (σύμφωνα με την έκφραση του Σερζ Λατούς), και σε κάθε κριτική που αυτή αναπόφευκτα συνεπάγεται, θα μπορέσουμε εκ νέου να αντισταθούμε αποτελεσματικά στους διάφορους κυρίαρχους του κόσμου, «δεξιούς» ή «αριστερούς», κάθε φορά που αυτοί θα προσπαθούν να πείσουν τους λαούς πως όλοι οι εκσυγχρονισμοί που τους επιβάλλονται αντιπροσωπεύουν, κατ’ αρχήν, μια θαυμαστή πρόοδο προς τη Γη της Επαγγελίας, κάθε αμφισβήτηση της οποίας πρέπει να θεωρείται εκ προοιμίου έγκλημα ή παραλογισμός.»

Πηγή:* Ιστοσελίδα άρδην-ρήξη

Διαβάστε ακόμη: Ζαν Κλωντ Μισεά: “Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ” στο ιστολόγιο Θεαμαπάτες & Δικτυώματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: