Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Εκλογές στη λογοτεχνία: οι χαλασοχώρηδες


Εκλογές στη λογοτεχνία: οι χαλασοχώρηδες

Γελοιογραφία από τον «Νέο Αριστοφάνη» εικονίζει τον Χαρίλαο Τρικούπη σε εναγώνια αναζήτηση νέου δανείου προς αποφυγήν της πτώχευσης, την οποία ανακοινώσε τελικά το 1893.*

Αφορμή για  το επόμενο σημείωμα ήταν οι Χαλασοχώρηδες, το γνωστό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω και στη συνέχεια, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει επί της ουσίας, όσον αφορά στις εκλογικές τακτικές των υποψηφίων και τα εκλογικά ήθη των ψηφοφόρων. Στο παρόν, λόγω χώρου, θα περιοριστώ στα κεράσματα και την εξαγορά των ψήφων, στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

…το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα.: ο Λάμπρος ο Φαταούλας.

 

Ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται στην αρχή του διηγήματος σε δυο κομματάρχες τοπικούς, το Λάμπρο το  Βατούλα και το Μανόλης τον Πολύχρονο, οι  οποίοι «έριχναν» σε τακτική βάση με προεκλογικά φέσια τον καφετζή. Ο τελευταίος, παθών και  καχύποπτος,  ηρνείτο να κεράσει τους απαιτητικούς πελάτες-ψηφοφόρους:

«Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους κατήντησαν και εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράσει. Αλλ’ ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο επιμόνως να κεράσει, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν να το κάμει φόρα προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανεί φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύσει κι απ’ τη σακκούλα του όσα θέλει άφοβα, διότι θα πληρωθεί μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχθηκε» κι εξώδεψε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζει σήμερον «ο Λάμπρος ο Φαταούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύριζε τις πλάτες. Πού επερίσσευε τραμπούκος απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κι ο Μανόλης ο Πολύχρονος κι άλλοι μερικοί πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο.»


Ο ταβερνιάρης έχει  τη γούνα του καμένη, από τους καπάτσους πολιτευτές και τα προεκλογικά βερεσέδια τους,  ωστόσο κάποιοι πελάτες του, σχεδόν επαγγελματίες ψηφοφόροι, έβγαιναν πάντα λάδι, όποιο κόμμα κι αν ερχόταν στα πράματα:

«Έχουν βλέπεις αυτοί οι διάβολοι τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ’ όταν μίαν φοράν καεί η γούνα ενός ταβερνιάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είναι, αν τους επιτρέψει να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.

Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους περιφέρονται στα καφενεία και τις ταβέρνες, εκμεταλλευόμενοι έξυπνα το κλίμα των ημερών, αφού, κατά τη διατύπωση του δεύτερου, το καλό το αρνί τρώει από δυό προβατίνες.

Πόρτα-πόρτα: επισκέψεις κατ’ οίκους προς ψηφοθηρίαν

Οι κομματάρχες περιφέρονταν στα σπίτια της πολίχνης και παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, ειδικά στα σπίτια με πολλούς ψήφους. Παρεπιπτόντως ο ψήφος, ως αρσενικό ουσιαστικό, συναντάται και στον Παπαδιαμάντη στο στόμα κυρίως λαϊκών τύπων, μάλλον αδίκως κατηγορήθηκε προσφάτως ο κ. Καραμανλής επειδή χρησιμοποίησε την έκφραση… Η εμπειρία δείχνει επίσης τη διάδοση του εν λόγω τύπου, οπότε μπορούμε να μιλάμε για εναλλακτικό ή δεύτερο  τύπο. Εξάλλου, άλλο ο ψήφος κι άλλο η ψήφος, ο πρώτος είναι πιο «βαρύς» και λαϊκός… Οι κομματάρχες δρούσαν βέβαια με το αζημίωτο, αν και δεν τα κατάφερναν πάντα, αφού ορισμένοι πληρώνονταν το δεκάρικο, όμως τελικά δεν ψήφιζαν:

«Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ’ ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κι έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει

Ήταν λοιπόν επιφυλακτικοί και προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τις ψήφους, έχοντας επίγνωση της ασταθούς συμπεριφοράς ορισμένων ψηφοφόρων. Σε κάθε περίπτωση τα δεκάρικα τοις μετρητοίς ήταν απαραίτητα. Ο υποψήφιος έπρεπε να διαθέσει ένα μάλλον σεβαστό ποσό αποκλειστικά για την εξαγορά ψήφων καθαυτή, χώρια τα κεράσματα στα καφενεία και τις ταβέρνες. Είναι βέβαιο ότι ο υπεργολάβοι αυτοί εμφάνιζαν φουσκωμένο το λογαριασμό των προεκλογικών εξόδων. Ο νεόφερτος πλούσιος και άμαθος και ολίγον αφελής υποψήφιος βουλευτής ήταν ο ιδανικός «εργοδότης’, ροφός εφταοκαδιάρικος, φρέσκος!:

«Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ’ άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, την πρωτεύουσαν της επαρχίας και το είχεν απόφασιν να πολιτευθεί. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις επί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής δια το καλόν της πατρίδος. Ήτον αφελής τους τρόπους και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθεί «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά.»

«Χάνος είμαι, χάνομαι… μπέρκα ’μαι, δεν πιάνουμαι… γιούλος είμαι, σε γελώ… και τα δίχτυα σου χαλώ».

 

Παρ’ όλα αυτά ο ψήφος δεν ήταν σίγουρος, καθώς παρόμοιες μεθόδους χρησιμοποούσαν και οι πολιτικοί αντίπαλοι, εξού και δε βγάιναν τα δεκάρικα των χρεωμένων ψήφων στην τελική σούμα. Υπήρχαν βεβαίως και ορισμένοι οι οποίοι αρνούνταν να πάρουν χρήματα, είτε επειδή είχαν «αδικηθεί» στο παρελθόν είτε λόγω του ιδιόρυθμου χαρακτήρα τους. Τέτοια φαίνεται να είναι η περίπτωση του κουριόζου μπαρμπα-Διοματάρη, παλιού ναυτικού.  Ο κομματάρχης ήλπιζε βέβαια πάντα να πάρει την ψήφο του, χωρίς να τον έχει στα κατάστιχα ως πληρωμένο, ώστε να σφετεριστεί τα δυό τάληρα από τον υποψήφιο βουλευτή:

 

–        «Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν.

–         Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτήν τη φορά δεν είναι ο Γεροντιάδης… είναι ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμεις με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, έχεις να κάμεις μ’ εμένα…

–         Όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα-Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.

–         Πώς όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη, να κάνουμε τις δουλειές που κάνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος.

–         Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.

–         Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ’ το Μανόλη;

–         Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξή μου.

–         Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρεις παράδες.

–         Γιατί;

–         Γιατί ο Μανόλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρεις σίγουρα.

Τώρα το κατάλαβα κι εγώ, και γι’ αυτό ούτε ξαναπάω πλια να ρίξω ψήφο.»

Αυτά είναι μόνο μερικά αποσπάσματα από το απολαυστικό διήγημα του Παπαδιαμάντη. Μια απόπειρα προσέγγισης του φαινομένου μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερο σημείωμα με τίτλο Το ρουσφέτι ως πολιτική στρατηγική(Ι).

Ολόκληρο το διήγημα βρίσκεται στην εξαιρετική  σελίδα του Νίκου Σαραντάκου, απο την οποία πήρα και τα αποσπάσματα.

*Στη διέυθυνση: http://gnomi.9.forumer.com/index.php?showtopic=38 βρήκα τις διαφημίσεις και εδώ την αφίσα με τον Τρικούπη

 

 

Advertisements

3 responses to “Εκλογές στη λογοτεχνία: οι χαλασοχώρηδες

  1. Pingback: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συζητά με το Θεόδωρο Πάγκαλο…. « Ερανιστής

  2. Pingback: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συζητά με το Θεόδωρο Πάγκαλο…. « Ερανιστής

  3. Pingback: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συζητά με τον Θεόδωρο Πάγκαλο…. « Ερανιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: