Ερανιστής

Κείμενα, άρθρα και ροές επιλεγμένων ειδήσεων

Το ρουσφέτι ως πολιτική στρατηγική


Το ρουσφέτι ως πολιτική στρατηγική

al_06

Γελοιογραφία με λεζάντα "τα αποτελέσματα των φόρων του Τρικούπη" που δημοσιεύθηκε στο Νέο Αριστοφάνη στις 28 Νοεμβρίου 1887. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α.

Kαθώς όλα δείχνουν η επόμενη περίοδος θα είναι, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τέτοια παραπολιτικά κεσάτια είχαμε να καζαντίσουμε από την εποχή του Τζανετάκη, αν και τότε ήμουν μικρός και δεν πολυκαταλάβαινα. Τα σενάρια είναι  πολλά, και  αρκούντως ικανά να πυροδοτήσουν ατέρμονες συζητήσεις μεταξύ οινοβαρών θαμώνων στα νεοελληνικά καφενεία.

Aν και ο πειρασμός είναι μεγάλος, θα μιλήσω μόνο εμμέσως για την πολιτική συγκυρία. Παρακάτω θα προσπαθήσω να προσεγγίσω ένα πάγιο χαρακτηριστικό του κοινοβουλευτικού πελατειακού συστήματος: το γνωστό ρουσφέτι.

Αρχή λοιπόν η ονομάτων επίσκεψις, κατά τον Αριστοτέλη, και διαβάζω στο λεξικό του Τριανταφυλλίδη:

Ρουσφέτι το [rusféti] Ο44 : χαριστική παροχή ή εξυπηρέτηση, που προσφέρει πολιτικός σε κάποιους με αντάλλαγμα την εύνοιά τους, την υποστήριξή τους ή πολιτικό, οικονομικό κτλ. όφελος: Προεκλογικά ρουσφέτια. Διορίστηκε με ~. || χάρη, εκδούλευση παράτυπη.

[τουρκ. rüşvet (από τα αραβ.) -ι με αφομ. ηχηρ. [sv > sf] ]

Από τις φατρίες στο Δηλιγιάννη.

ag_04

Η Νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πίνακας άγνωστου ζωγράφου. Στο κέντρο διακρίνεται ο Δημήτριος Καλλέργης έφιππος, ενώ από ένα παράθυρο των ανακτόρων προβάλλουν ο Όθωνας ντυμένος με ελληνική στολή και η Αμαλία. Αθήνα, Συλλογή Λ. Ευταξία. Χριστόπουλος, Γ.(εκδ.), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: Νεώτερος Ελληνισμός από 1833 ως 1881, τ. ΙΓ', Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σ. 91.

H τουρκική ετυμολογία της λέξης μαρτυρεί, στην περίπτωσή μας τουλάχιστον, την προέλευση της πρακτικής: το ρουσφέτι, η αλλιώς σχέση πελάτη-πάτρωνα, είναι κομμάτι της Οθωμανικής πολιτικής και πολιτιστικής παράδοσης, το οποίο προσαρμόστηκε μετά την είσοδο θεσμών δυτικού τύπου στο βαλκανικό χώρο. Ως λαϊκίστικη πρακτική επηρεάστηκε βεβαίως κάθε φορά από το κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον, από τη εποχή του Δηλιγιάννη έως και σήμερα. Πιο συγκεκριμένα το ρουσφέτι, ως σχέση πατριαρχική, συναντάται ευρέως στον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής (Α.Τ.Π. στο εξής), όπως τον περιέγραψε ο Μαρξ, στο προκαπιταλιστικό παραγωγικό μοντέλο δηλαδή που εμφανίστηκε  ιστορικά στον ευρύτερο ασιατικό χώρο, και το οποίο διέφερε σαφώς από το φεουδαλικό μοντέλο που συναντούμε στην Ευρώπη.

Όσον αφορά την περίπτωση της Ελλάδας, κατά την εκτίμηση μου, έχουμε να κάνουμε με έναν συγκερασμό χαρακτηριστικών από τα δύο μοντέλα που αναφέρθηκαν, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε την περίοδο που ο Α.Τ.Π. ήταν σε υποχώρηση στο βαλκανικό χώρο και με την καθοριστική παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, και ειδικότερα της Αγγλίας. Η ανάπτυξη ελληνικής εθνικής αστικής τάξης, η οποία θα έφερνε σε πέρας μια καπιταλιστική ανάπτυξη δυτικού τύπου, ουδέποτε ολοκληρώθηκε στον ελλαδικό χώρο, για λόγους που είναι δύσκολο να εξηγήσω περισσότερο εδώ. Ακόμη και η εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού έγινε με μάλλον με άνωθεν παρέμβαση των δυτικών μεγάλων δυνάμεων, παρά προέκυψε ως «αυθεντικό» αποτέλεσμα της δράση εγχώριων «αστικών» δυνάμεων. Απουσιάζει από την Ελλάδα μια εσωτερική δυναμική εξέλιξη λόγω συσσώρευσης κεφαλαίου, με τον τρόπο που, επαναλαμβάνουμε, αυτό συνέβη σε άλλες χώρες της Ευρώπης.  Η  εμπορική δραστηριότητα καθ’ αυτή βεβαίως δεν συνιστά επαρκή όρο ώστε να μιλήσουμε για ελληνική αστική τάξη η οποία διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας. Εξάλλου το οθωμανικό καθεστώς μάλλον αποθάρρυνε τον εκσυγχρονισμό και  τις παραγωγικές επενδύσεις εντός της επικράτειας για λόγους που επίσης  είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε εδώ.  Να σημειώσουμε μόνο ότι η Βιομηχανική Επανάσταση έχει επηρεάσει ήδη την οικονομία και την κοινωνία της Ευρώπης σε σημαντικό βαθμό  και η προσπάθεια να εκσυγχρονιστεί ο οθωμανικός κοινωνικός σχηματισμός θα αρχίσει ουσιαστικά μετά την Επανάσταση του 1821 και θα κορυφωθεί στα χρόνια του Κεμάλ, στις αρχές του 20ου αι. Η διεκδίκηση  σύνταγματος, στα 1843, εξέφραζε μάλλον το αίτημα για ισχύ παραγκωνισμένων ομάδων, όπως οι πρώην προύχοντες, κτηματίες, πρώην εκμισθωτές φόρων και μέρος του κλεφταρματολισμού, στο εσωτερικό  των οποίων κυριαρχούσε ο τοπικισμός και οι ποικίλες  σχέσεις πατρωνίας, και ελάχιστα αφορούσε στον εκσυγχρονισμό και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Οι φατρίες λειτουργούσαν εξάλλου και ήταν ισχυρές από την εποχή της  τουρκοκρατίας. Η χώρα, η παλιόψαθα κατά το Μακρυγιάννη συναρμολογήθηκε εξ αρχής μέσα από τη σύγκρουση ασιατισμού και ευρωπαισμού, το νέο κράτος γεννιέται από τη προσπάθεια συντονισμού της ιστορικής «μήτρας του ασιατισμού» με τον επείσακτο δυτικό κρατικό ορθολογισμό, κάποτε και με ιλαροτραγικά αποτελέσματα, όπως έδειξαν οι γελοιογράφοι κάθε εποχής.

cl_02

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης (1780-1862). Υπήρξε γόνος μιας από τις σημαντικότερες οικογένειες προυχόντων της Πελοποννήσου. Στα απομνημονεύματά του τονίζει τη συμμετοχή και το ρόλο των προυχόντων στη διάρκεια της Επανάστασης, στην οποία πρωταγωνίστησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Αθήνα, Εθνικό Ίστορικό Μουσείο. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 3, Αθήνα 1990, σ. 253.

«Η σχέση πελατείας είναι μια σχέση εκούσιας διπολικής συναλλαγής ανάμεσα σε κοινωνικούς φορείς άνισης κοινωνικής και οικονομικής ισχύος που στηρίζεται στην αμοιβαία αντίληψη υποχρεώσεων παροχής ορισμένων διαφορετικών υπηρεσιών, χωρίς το πλέγμα αυτό των υποχρεώσεων να εντάσσεται σ’ ένα δεδομένο έννομο ή οπωσδήποτε θεσμοποιημένο σύστημα αξιολογικών κανόνων συμπεριφοράς και αντίστοιχων κυρώσεων»(1)

Τα λεγόμενα «τζάκια», παρά τις επιφυλάξεις και τις παλινωδίες, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, επιδίωκαν ωστόσο μια μάλλον χαλαρή ομοσπονδία, όχι ακριβώς κράτος  δυτικού τύπου, εντός της οποίας θα διατηρούσαν και θα ενίσχυαν, ενδεχομένως, τα προνόμια τους. Την ανοιχτή αποκήρυξη του «καρμποναρισμόυ» από πρωτεργάτες της Επανάστασης όπως ο Κολοκοτρώνης, έχουμε κάθε λόγο να την εντάξουμε στην προσπάθεια να απομονωθούν οι φωνές εκείνων που έθεταν ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, ζητούσαν δηλαδή  ανακατονομή του πλούτου και τελικά της εξουσίας. Μιλάμε για το πληβειακό  κλεφταρματολικό στοιχείο το οποίο συμμετείχε κατα κύριο λόγο στις πολεμικές συγκρούσεις,  και αξίωνε την έμπρακτη και υλική αναγνώριση της δράσης του.    Για να επανέλθουμε: για λόγους βαθύτερους το ελληνικό κράτος και η γραφειοκρατία του διαχρονικά ούτε θέλησαν, ούτε μπόρεσαν να συμβάλλουν στην κεφαλαιοποίηση της γαιοπροσόδου και την καπιταλιστική εκμηχάνιση με τον τρόπο που αυτό έγινε λ.χ. στη Γερμανία του Βίσμαρκ ή και στη γειτονική Ιταλία, αν μείνουμε στο μεσογειακό χώρο.

Οι δυτικοί επείσακτοι θεσμοί πάνω στην κληρονομημένη «φύση» του ασιατικού κράτους λειτούργησαν έτσι  στρεβλά και επιβλήθηκαν  ουσιαστικά σε ένα κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον σημαντικά διαφορετικό από αυτό στο οποίο γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν ιστορικά.

Οι νεοελληνικές σχέσεις πελατείας: το κράτος ως επίδικο αντικείμενο.

Η κυβερνώσα τάξη του  «ασιατισμού», οι παλιοί προύχοντες κυρίως, δομεί ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας πάνω στο πελατειακό φαινόμενο, και αυτό συνιστά, πέρα μια σαφέστατη πολιτική στρατηγική από την πλευρά της με σκοπό την απόκτηση και τη διατήρηση ισχύος στο νέο περιβάλλον που διαμορφώθηκε με τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους.

Για να καταλάβει κανείς τη συμπεριφορά των κομμάτων κατά τη διάρκεια της βασιλικής περιόδου, πρέπει να συλλάβει την εσωτερική τους διάρθρωση ως μια χαλαρή σχέση φατριών με έναν κομματικό αρχηγό και έναν ξένο αντιπρέσβη κυρίαρχους στην κορυφή και μια πληθώρα τοπικών πελατειών στη βάση.(2) Η πρακτική αυτή συνεχίζεται στη διαχρονία, μέχρι σήμερα δηλαδή τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών και οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην πρωτοφανή διόγκωση του κρατικού μηχανισμού, τη διόγκωση των δημόσιων υπηρεσιών και την ατροφία της κοινωνίας των «ιδιωτών». Το φαινόμενο βεβαίως της διόγκωσης του κρατικού μηχανισμού παρατηρήθηκε και σε άλλες χώρες, η βασική διαφορά  στην ελληνική περίπτωση είναι ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας αυτού του μηχανισμού, η απροθυμία δηλαδή και η ανικανότητα του να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, σε όφελος της ¨αστικής» τάξης, με τον τρόπο, ξαναλέμε, που αυτό έγινε σε άλλες περιπτώσεις στην Ευρώπη. Οι πελατειακές σχέσεις, ως πολιτική στρατηγική είναι ακόμη λαϊκισμός(3), αν ορίσουμε εδώ το λαϊκισμό  ως άρνηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ενός κοινωνικού σχηματισμού. Οι παραγωγικές σχέσεις παραμένουν κατά βάση πατριαρχικές, παρά την εμπορευματοποίηση της παραγωγής, προκειμένου να ανταποκριθεί στη ζήτηση προιόντων από το εξωτερικό, και παρά το γεγονός ότι οι έλληνες ναυτικοί και έμποροι είχαν ιστορικά σημαντική παρουσία στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.

Οι πελατειακές σχέσεις και η «κεντρική γαστέρα»

cl_04

Το εξώφυλλο της σατιρικής εφημερίδας Ραμπαγάς της 8ης Σεπτεμβρίου 1888. Η εφημερίδα εκδόθηκε στα 1878 από τους κωνσταντινοπολίτες δημοσιογράφους Κλεάνθη Τριαντάφυλλο και Βλάση Γαβριηλίδη, τον μετέπειτα εκδότη της Ακρόπολης. Πίσω από τους σατιρικούς τίτλους του Ραμπαγά βρίσκονται συχνά νέοι ποιητές της εποχής, όπως ο Παλαμάς και ο Δροσίνης. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α.

Οι πελατειακές σχέσεις είναι ακόμη σχέσεις ανταγωνιστικές, σχέσεις ταξικές δηλαδή, ακόμη κι αν το επίδικο αντικείμενο εδώ είναι το κράτος και οι μηχανισμούς του, η κεντρική γαστέρα κατά τον Παπαδιαμάντη.  Αυτή η διάσταση αφορά το κράτος –εργοδότη, το κράτος-αγοραστή κ.λπ. και παίρνει διάφορες μορφές, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Ο «πελάτης»-ψηφοφόρος  συχνά αλλάζει «πάτρωνα», επειδή δεν υλοποιήθηκαν οι υποσχέσεις του δευτέρου, και αυτή η πρακτική είναι διένεξη, σύγκρουση με σαφή ταξική και πολιτική σημασία.

Αντί επιλόγου:

«Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν.»

Πηγή: Οι χαλασοχώρηδες, Α. Παπαδιαμάντη.

Παραπομπές-Βιβλιογραφία

(1)    Γεώργιος Κοντογιώργης, «Κοινωνικές και Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», Αθήνα 1977, σελ 76.

(2)    J. Petropoulos, «Πολιτική και Συγκρότηση Κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο 1833-1843» Α΄-Β΄, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Β΄ έκδοση, Αθήνα 1997, σελ 173

(3)Η αντιπολιτευτική τακτική του Θ. Δηλιγιάννη.

Advertisements

4 responses to “Το ρουσφέτι ως πολιτική στρατηγική

  1. Pingback: Μεταμοντερνιές: ανάδοχος παιδιού, Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ο Γαλατάς. « Ερανιστής

  2. Pingback: Ο τραπεζίτης στην αντάρα χαίρεται « Ερανιστής

  3. Pingback: Είχε ποτέ η Ελλάδα αστική τάξη; | Ερανιστής

  4. Pingback: Είχε ποτέ η Ελλάδα αστική τάξη; | Ερανιστής - υπό ανέγερση...

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: